Πέμπτη, 14 Οκτωβρίου 2010

Αχελώος (ο) θεός που έδωσε το όνομα του στον ποταμό




Ο Αχελώος ήταν θεός του ομώνυμου ποταμού της Αιτωλίας, γιος του Ωκεανού και της Τηθύος και πρωτότοκος αδελφός τριών χιλιάδων θεών ποταμών.
Άλλες παραδόσεις αναφέρουν πως γονείς του ήταν ο Ήλιος (ένας από τους Τιτάνες) και η Γη. Σύμφωνα με αυτές ο ποταμός αρχικά ονομαζόταν Φόρβας και μια μέρα που ο Αχελώος τον διέσχιζε, πληγώθηκε από ένα βέλος που προκάλεσε το θάνατό του. Έπεσε μέσα στον ποταμό που από τότε πήρε το όνομά του.
Ήταν πατέρας πολλών πηγών, της Κασταλίας στους Δελφούς, της Πειρήνης στην Κόρινθο, της Δίρκης στη Θήβα και της Καλλιρρόης.
Ο Αχελώος ήθελε να νυμφευθεί τη Δηιάνειρα, κόρη του Οινέα, βασιλιά της Καλυδώνας. Το χάρισμα όμως που είχε ο θεός να μπορεί να αλλάζει μορφές έκανε διστακτική τη Δηιάνειρα, γι' αυτό μόλις τη ζήτησε σε γάμο ο Ηρακλής εκείνη δέχτηκε. Οι δυο μνηστήρες πολέμησαν για χάρη της. Πάνω στη μάχη ο Αχελώος μεταμορφώθηκε σε ταύρο και ο Ηρακλής κατάφερε να του ξεριζώσει ένα κέρατο. Αμέσως ο Αχελώος παραδέχτηκε την ήττα του, ζήτησε πίσω το κέρατό του κι αφού το πήρε έκανε δώρο στον Ηρακλή ένα κέρατο της κατσίκας Αμάλθειας, της τροφού του Δία, που ήταν γεμάτο με φρούτα και άνθη. Άλλοι αναφέρουν πως αυτό το κέρατο ήταν το κέρατο του Αχελώου.

Του αποδίδουν και τη δημιουργία των Εχινάδων Νήσων, που βρίσκονται στην Εκβολή του ποταμού.
Κάποτε τέσσερις Νύμφες θυσίαζαν στις όχθες του και ξέχασαν να επικαλεστούν το όνομά του. Ο θεός οργίστηκε, ανέβασε τη στάθμη του και τις παρέσυρε στη θάλασσα και έγιναν νησιά.
Το πέμπτο νησί της ομάδας των Εχινάδων, η Περιμήλη, ήταν μια νέα κοπέλα που την είχε αγαπήσει ο θεός. Ο πατέρας της, ο Ιπποδάμας, θύμωσε με την κόρη του και την έριξε στον ποταμό, τον καιρό που ήταν έτοιμη να γεννήσει. Ύστερα από παράκληση του Αχελώου, η κοπέλα μεταμορφώθηκε σε νησί από τον Ποσειδώνα.
Τον παρίσταναν με κεφάλι ταύρου και σώμα γίγαντα.
Βιβλιογραφία - πηγές
Παυσανίας, Ελλάδος Περιήγησις, 6, 19, 12 ,5
Μεγαρες δ ο πρς τ ττικ
θησαυρόν τε
κοδομήσαντο κα ναθήματα νέθεσαν
ς τν θησαυρν κέδρου ζδια χρυσ διηνθισμένα,
τ
ν πρς χελον ρακλέους μάχην· Ζες δ νταθα
κα
Δηιάνειρα κα χελος κα ρακλς στιν, ρης
τε τ
χελῴῳ βοηθν.
Παυσανίας, Ελλάδος Περιήγησις, 8, 24, 11 ,5
τς δ χινάδας νήσους π το χελου μ σφς
πειρον χρι μν πειργάσθαι γέγονε δ ατία τ
Α
τωλν θνος, γεγόνασι δ ατοί τε νάστατοι κα
γ σφισι πσα ρήμωται· τας χινάσιν ον τε
σπόρου μενούσης τς Ατωλίας οχ μοίως χελος
πάγει τν λύν.
Σέξτος Εμπειρικός, Adversus Mathematicos, 9, 183, 2
ε δ Ποσειδν θεός
στι, κα χελος σται θεός· ε δ χελος,
κα
Νελος· ε Νελος, κα πς ποταμός· ε πς
ποταμός, κα
ο ύακες ν εεν θεοί· ε ο ύακες,
κα
α χαράδραι.
Ψευδο-Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη, 2, 148, 5
κα τν μν Δηιάνειραν γαμε, τ δ κέρας χελος λαμβάνει,
δο
ς ντ τούτου τ τς μαλθείας.
Λιβάνιος, Προγυμνάσματα, 2, 31, 1, 3
Δηιάνειραν τν Ονέως πόθει μν ρακλς, ντε-
πόθει δ
κα χελος ποταμός.
Σχόλια στο Σοφοκλή
τότε ον ρακλς κα χερσ κα τόξοις
μάχετο, δ χελος τος κέρασινι.
πηγή : theogonia