Κυριακή, 31 Οκτωβρίου 2010

ΕΜΜ.ΡΟΪΔΗΣ (1836-1904 ) -ΠΑΡΑΘΕΜΑΤΑ-


Ροΐδης Εμμανουήλ

ΓΕΝΝΗΣΗ: Eρμούπολη 1836

ΘΑΝΑΤΟΣ: Aθήνα 1904


Το μέγιστον ίσως έγκλημα της θείας Προνοίας είναι το να χωρίζη τα δωρήματα αυτής, ούτως ώστε εις άλλον μεν δίδει μόνον καλήν όρεξιν και εις άλλον μόνον άφθονον φαγητόν.

«Ανέκδοτοι σκέψεις». Άπαντα, Ε΄. Ερμής, 1978. 372.


Ο σήμερον Έλλην εκληρονόμησε παρά μεν των προγόνων αυτού μέγα όνομα, παρά δεν των πατέρων γωνίαν γης ελευθέραν. Αποκοιμηθείς δούλος και Ανατολίτης, εξύπνησεν ελεύθερος και Ευρωπαίος. Επόμενον άρα ήτο να καταληφθή υπό της κατεχούσης πάντας τους νεαυξήτους μέθης. Η κυριωτέρα αυτού ενασχόλησις συνίσταται σήμερον ακόμη εις το να θαυμάζη τας χείρας αυτού μη φερούσας πλέον αλύσεις, την κεφαλήν του φέρουσαν πίλον υψηλόν, την εκ του Περικλέους καταγωγήν του, και τα επισκεπτήρια αυτού, αν τύχη ανήκων εις την λεγομένην υψηλήν περιωπήν.

«Δραματικός Αγών» (1877). Άπαντα, Β΄. Ερμής, 1978. 241-242.


Αι γυναίκες, τα ενσαρκωμένα ταύτα κράματα αγάπης, αφοσιώσεως, ευσπλαχνίας και όλων των άλλων τρυφερών αρετών, οσάκις η χρεία το καλέση, βυθίζονται εις το αίμα ως εις ευώδες λουτρόν.

Η Πάπισσα Ιωάννα, Δ΄. 1866. Άπαντα, Α΄. Ερμής, 1978. 228.


Ο ωφελιμώτερος τρόπος να μεταχειρίζωνται μερικοί άνθρωποι το μελάνι των θα ήτο αν εμαύριζαν με αυτό τα υποδήματά των.

Η Πάπισσα Ιωάννα και η ηθική. Επιστολαί ενός Αγρινιώτου, Επιστολή Α΄. 1866. Άπαντα, Α΄. Ερμής, 1978. 322.


Ιδανικόν γυναικός ήθελεν είναι η εν εαυτή συνενούσα την αγνότητα μετά της ηδυπαθείας, όπως η πορτοκαλέα άσπιλα άνθη και ευχύμους καρπούς επί του αυτού κλάδου.

«Ανέκδοτοι σκέψεις». Άπαντα, Ε΄. Ερμής, 1978. 368.


Η λύπη, ην αισθανόμεθα διά την στέρησιν φιλτάτου όντος, ομοιάζει την εκρίζωσιν οδόντος· σφοδρός ο πόνος, αλλά στιγμιαίος. Μόνοι οι ζώντες προξενούσιν ημίν διαρκείς λύπας. Τίς ποτε έχυσε επί του τάφου ερωμένης το ήμισυ, το εκατοστόν, το χιλιοστόν των δακρύων, αφ’ όσα διά την κακίαν της έχυνε καθ’ ημέραν;

Η Πάπισσα Ιωάννα, Α΄. 1866. Άπαντα, Α΄. Ερμής, 1978. 124-125.


Επί των Ελλήνων τα τυπωμένα φύλλα έχουσι την αυτήν ναρκωτικήν επιρροήν, ην και του υοσκυάμου τα φύλλα· και διά τούτο ίσως ουδέ να κόψωσιν αυτά τολμώσιν οι πλείστοι, αλλά παρθένα και άθικτα κληροδοτούσιν, εις τας επερχομένας γενεάς, της φιλολογίας μας τα προϊόντα.

Άγγλος τις συγγραφεύς, ο Swift νομίζω, διηγείται ότι οι κάτοικοι, δεν ενθυμούμαι τίνος τόπου, είναι τοσούτω απαθείς και απρόσεκτοι, ώστε οσάκις αποτείνεται τις προς αυτούς, πρέπει να κτυπά εκ διαλειμμάτων την κεφαλήν των διά ξηράς κολοκύνθης, ίνα μη αποκοιμώνται ενώ ομιλεί. Τοιούτον τι ανθυπνωτικόν φάρμακον εσκέφθην καγώ να μεταχειρισθώ κατά της απαθείας του Έλληνος αναγνώστου· εν ελλείψει δε κολοκύνθης επροσπάθησα να εξορκίσω τα χασμήματα καταφεύγων ανά πάσαν σελίδα εις απροσδοκήτους παρεκβάσεις, ιδιοτρόπους παρομοιώσεις ή αλλοκότους λέξεων συγκρούσεις· περιβάλλων εκάστην ιδέαν δι’ εικόνος, ούτως ειπείν, ψηλαφητής, και αυτά ακόμη τα σοβαρώτερα της θεολογίας ζητήματα στολίζων διά κροσσίων, θυσσάνων και κωδωνίσκων ως εις ποδιάν Ισπανής χορευτρίας.

Η Πάπισσα Ιωάννα, Τοις εντευξομένοις. 1866. Άπαντα, Α΄. Ερμής, 1978. 71-72.


Αι προς βαρβάρους χώρας σχέσεις έχουσι τούτο το ανεκτίμητον πλεονέκτημα, ότι οι κάτοικοι αυτών εισί μόνον καταναλωταί, ουχί δε και παραγωγείς των βιομηχανικών προϊόντων, ων υπάρχει περίσσεια εν Ευρώπη. Αληθές είναι ότι η σχεδόν αγρία κατάστασις, εις ην διατελούσι τινές των λαών τούτων, δύναται εν αρχή να δυσχεράνη τας συναλλαγάς· αλλ’ εύκολον φαίνεται να μεταδοθή και τούτοις, εν βραχεί χρόνω, ο ελάχιστος εκείνος όρος πολιτισμού, ο επαρκών όπως μεταβάλη αυτούς εις καταναλωτάς των ευρωπαϊκών υφασμάτων, ή τουλάχιστον των ευρωπαϊκών οινοπνευμάτων, κατόπτρων, μαχαιριδίων, κωδωνίσκων και υαλίνων περιδεραίων. Αν δε στερώνται χρημάτων προς τούτο, έχουσιν αφ’ ετέρου οι μεν παχυχλόους βοσκάς, οι δε πλούσια μεταλλεία, άλλοι παρθένα δάση, έτεροι χρυσόκονιν, ελεφαντόδοντας ή ιχθυοτροφεία, και πάντες ανεξαιρέτως βραχίονας δυναμένους να παράσχωσι τοις αποίκοις ευθηνήν εργασίαν.

«Επιθεώρησις του έτους 1884». Άπαντα, Γ΄. Ερμής, 1978. 194.


Ο ποιητής Βωδελαίρος, θέλων να εικονίση το ιδανικόν του σικχαμηρού, παρέστησε πτώμα χοίρου σηπόμενον υπό τας ακτίνας θερινού ηλίου. [...]

Την δύναμιν της εικόνος ταύτης δεν αμφισβητούμεν· νομίζομεν όμως ότι, αν εγνώριζεν ο ποιητής την Ελλάδα, ήθελε προτιμήσει του νεκρού χοίρου ζώντα και υγιαίνοντα αντιπρόσωπον της τάξεώς τινος των παρ’ ημίν δημοσιογράφων.

«Δημοσιογραφικόν δελτίον», Ασμοδαίος, 21.9.1875. Άπαντα, Β΄. Ερμής, 1978. 155.


Πάντες οι έχοντες ονύχια αγωνίζονται να σπαράξωσι τους έχοντας πτερά.

«Ανέκδοτοι σκέψεις». Άπαντα, Ε΄. Ερμής, 1978. 376.


Σέβομαι τους νεκρούς και όταν ακόμη είναι ζωντανοί.

«Ανέκδοτοι σκέψεις». Άπαντα, Ε΄. Ερμής, 1978. 375.


Πλατωνικός έρως = μαλακόν παξιμάδιον διά τους μη έχοντας οδόντας.

«Ανέκδοτοι σκέψεις». Άπαντα, Ε΄. Ερμής, 1978. 374.


Αι γλυκύτεραι ερωτικαί αναμνήσεις είναι πολλάκις αι των σχέσεων εκείνων, αίτινες έτυχε να διακοπώσιν υπό της τύχης προ οιασδήποτε λύσεως. Αύται ομοιάζουσι τα αποθανόντα νέα εκείνα παιδία, ων οι γονείς μόνον τα αθώα μειδιάματα εγνώρισαν και ενθυμούνται.

«Ανέκδοτοι σκέψεις». Άπαντα, Ε΄. Ερμής, 1978. 370.


Η μυθολογία ουδεμίαν αποδίδει ερωτικήν παρεκτροπήν εις τας Χάριτας, ίσως διότι ήσαν πάντοτε ομού και αι τρεις.

«Ανέκδοτοι σκέψεις». Άπαντα, Ε΄. Ερμής, 1978. 370.


Υπάρχουσιν εν τω κόσμω πλείστοι αξιότιμοι άνθρωποι τους οποίους αποστρέφεταί τις, χωρίς εν τούτοις να έχη να είπη κατ’ αυτών άλλο τι, ειμή μόνον ότι δεν δύναται να τους υποφέρη.

«Ανέκδοτοι σκέψεις». Άπαντα, Ε΄. Ερμής, 1978. 367.


Πολύ μάλλον παρά κατά τον όγκον του εγκεφάλου μειονεκτούσιν ημών αι γυναίκες κατά το μέγεθος της καρδίας. Πρόχειρον τούτου απόδειξιν νομίζομεν ότι παρέχει η μελέτη των έργων εις τα οποία κατώρθωσαν κατά το μάλλον και ήττον να ευδοκιμήσωσι και ιδίως των φιλολογικών. Τα άριστα τούτων διακρίνονται προ πάντων διά την οξύτητα της παρατηρήσεως, την ακρίβειαν της περιγραφής, την χάριν, και την ικανότητα ην έχουσιν αι γυναίκες να διακρίνωσι κάλλιον ημών τας λεπτότητας και τας λεπτομερείας, απαραλλάκτως ως αι μικραί πλάστιγγες ζυγίζουσι τα μικρά βάρη ακριβέστερον από τας μεγάλας, ουδέν όμως γνωρίζομεν το δυνάμενον να συγκριθή κατά την βαθύτητα του αισθήματος και την έντασιν του πάθους προς τα ανδρικά. Μόνον ούτω δύναται να εξηγηθή πώς συμβαίνει, ότι εις παν άλλο δύνανται μέχρι τινός να ευδοκιμήσωσι διά των ανωτέρω προσόντων αι γυναίκες πλην μόνης της μουσικής συνθέσεως, της απαιτούσης ανώτερον του ιδιάζοντος εις την γυναικείαν φύσιν ποσόν συγκινήσεως και πάθους.

«Ο Βάγνερ εν Βαϋρέιτ». 1895. Άπαντα, Ε΄. Ερμής, 1978. 59.


Μεταξύ των προσόντων του Έλληνος χωρικού πρέπει να συναριθμηθή και η παντελής αυτού αδιαφορία προς παν πράγμα εκ του οποίου ουδέν έχει να χάση ή να κερδίση.

«Ο νεοσύλλεκτος». 1896. Άπαντα, Ε΄. Ερμής, 1978. 188.


Αν υπήρχε λεξικόν της νεοελληνικής γλώσσης, νομίζομεν ότι ο ορισμός της λέξεως «κόμμα» ήθελεν είναι ο ακόλουθος: «Ομάς ανθρώπων ειδότων ν’ αναγινώσκωσι και ν’ ανορθογραφώσιν, εχόντων χείρας και πόδας υγιείς αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες, ενούμενοι υπό ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν’ αναβιβάσωσιν αυτόν διά παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παράσχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι».

«Πολιτικόν δελτίον», Ασμοδαίος, 8.6.1875. Άπαντα, Β΄. Ερμής, 1978. 138.


Οι σχολαστικοί μας ωνόμασαν, πιθανώς, το μανδύλιον «ρινόμακτρον», διότι μόνον η μύτη των συγκινείται και τρέχει, τους δε οφθαλμούς ουδέποτε ησθάνθησαν την ανάγκην ν’ απομάξωσιν.

«Σκαλαθύρματα». 1871. Άπαντα, Β΄. Ερμής, 1978. 26.


Πάσα ημών απόλαυσις, οσάκις επαναλαμβάνεται, αποβάλλει μέγα μέρος του προτέρου αυτής θελγήτρου. Η ηδονή ημών δύναται να ομοιωθή προς ποτήριον γενναίου οίνου, το οποίον πίνομεν κατά μικράς δόσεις, και μετά πάσαν ρόφησιν γεμίζομεν δι’ ύδατος το ποτήριον, μεχρις ού καταντήσωσιν ανούσιον απόπλυμα αι τελευταίαι.

«Τα εφήμερα». 1898. Άπαντα, Ε΄. Ερμής, 1978. 283.


Όσον ευκολώτερα πιστεύομεν και ταχύτερα λησμονούμεν, τόσον μεγαλειτέρα είναι η ασυνειδησία εκείνων που μας απατούν. Όσον πλέον κουτός, άκακος και απονήρευτος είναι ο λαός, τόσον περισσότερον έπρεπε να τον συμπαθούν και να τον λυπούνται, αντί να νομίζουν πως η κουταμάρα και η καλωσύνη του τους δίδει το δικαίωμα να τον γδέρνουν ώς το κόκκαλο, να τον καταδικάζουν εις την βρώμαν, την αρρώστιαν και την ατιμίαν, να φέρνωνται μαζί του καθώς οι άκαρδοι εκείνοι καρραγωγείς που σκοτώνουν τ’ άλογα από το πολύ φόρτωμα και το πολύ ξύλο για τον λόγο που δεν δαγκάνουν και δεν κλωτσούν. Αν έχης μέσα στο στήθος σου καρδιά και όχι πέτρα, μη λες πως φταίει ο λαός, αλλά φώναξε μαζί μου: «Ανάθεμα εις τους λαοπλάνους!».

«Το παράπονο του νεκροθάπτου». 1895. Άπαντα, Ε΄. Ερμής, 1978. 97.

.

Απαραίτητος όρος αρμονικής συμβιώσεως με γυναίκα φιλάρεσκον είναι ν’ αποκρύπτη τις επιμελώς δύο τινά: τα εννέα δέκατα της αγάπης του και το ήμισυ τουλάχιστον της περιουσίας του.

«Ψυχολογία Συριανού συζύγου». 1894. Άπαντα, Ε΄. Ερμής, 1978. 52.