Δευτέρα, 24 Μαρτίου 2014

ΣΥΝΤΟΜΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ ΤΟΥ 21 ( Α ΜΕΡΟΣ )


Γκούρας Ἰωάννης (Παρνασσίδα 1791 - Ἀθήνα 1826)

ΚΑΠΕΤΑΝ ΓΚΟΥΡΑΣ ΕΘΝΙΚΗ ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ
Ἀγωνιστὴς ποὺ διακρίθηκε γιὰ τὴ στρατηγικὴ ἱκανότητα καὶ τὴν ἀνδρεία του. Μὲ τὴν ἔκρηξη τῆς Ἐπανάστασης στρατολόγησε 700 περίπου ἄνδρες ἀπὸ τὴν περιοχὴ τῆς Παρνασσίδας καὶ στὶς 27 Μαρτίου κατέλαβαν τὰ Σάλωνα (Ἄμφισσα) μαζὶ μὲ τὸν Πανουργιὰ καὶ Γαλαξιδιῶτες ὁπλαρχηγούς. Στὶς 8 Μαΐου πολέμησε μὲ τὸν Ὀδ. Ἀνδροῦτσο στὸ Χάνι τῆς Γραβιᾶς· πῆρε μέρος τὸ Νοέμβριο τοῦ 1821 στὶς ἐργασίες τῆς συνέλευσης τῶν Σαλώνων, καρπὸς τῆς ὁποίας ἦταν ἡ «Νομικὴ Διάταξης τῆς Ἀνατολικῆς Χέρσου Ἑλλάδος» Τὴν περίοδο τοῦ ἐμφυλίου πολέμου τάχθηκε μὲ τὸ μέρος τοῦ Κωλέττη καὶ τοῦ Κουντουριώτη καὶ στράφηκε ἐναντίον τῶν παλαιῶν συναγωνιστῶν του. Μὲ ἐντολὴ τῆς κυβέρνησης Κουντουριώτη ὡς ἀρχηγὸς «τῶν στρατοπέδων τῆς Ἀνατολικῆς Ἑλλάδος» συνέλαβε τὸν Ὀδυσσέα Ἀνδροῦτσο καὶ πρωτοστάτησε στὰ γεγονότα ποὺ ὁδήγησαν στὴν ἐκτέλεσή του. Ὑπεύθυνος γιὰ τὴν ἄμυνα ὁλόκληρης τῆς Ἀττικῆς σκοτώθηκε τὸ 1826 κατὰ τὴν πολιορκία τῆς Ἀκρόπολης ἀπὸ τὸν Κιουταχῆ.

Δεληγιάννης Κανέλλος (Λαγκάδια Γορτυνίας 1780 - Ἀθήνα 1862)


ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΝΕΛΛΟΣ
Ἀγωνιστὴς τοῦ 1821, φιλικός, πολιτικὸς καὶ συγγραφέας «Ἀπομνημονευμάτων». Στὶς 23 Μαρτίου μαζὶ μὲ τοὺς ἀδελφούς του καὶ τοὺς Πλαπουταίους κήρυξε τὴν Ἐπανάσταση στὴ Γορτυνία καὶ πῆρε μέρος στὶς πολιορκίες τῆς Καρύταινας, τῆς Τριπολιτσᾶς καὶ τῆς Πάτρας. Ἀποσύρθηκε ἀπὸ τὴν ἐνεργὸ πολεμικὴ δράση μετὰ τὴν ἥττα τῶν κυβερνητικῶν, μὲ τοὺς ὁποίους συμπαρατάχθηκε καὶ ἐπανῆλθε ὅταν ὁ Ἰμπραὴμ ἀπείλησε τὴν Πελοπόννησο. Μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση ἐντάχθηκε στὸ «γαλλικὸ κόμμα» καὶ ἀναμίχθηκε στὴν πολιτικὴ ζωή. Ἐκλέχθηκε πρῶτος πρόεδρος τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς μετὰ τὴν ψήφιση τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844. Τὰ «Ἀπομνημονεύματά» του, παρόλο τὸ πάθος καὶ τὴν ὑπερβολὴ ποὺ τὰ διακρίνουν, εἶναι χρήσιμη πηγὴ γιὰ τὴν κατανόηση τοῦ ἐσωτερικοῦ ἀγώνα τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπανάστασης.


Διάκος Ἀθανάσιος (Μουσουνίτσα Παρνασσίδας 1786 - Λαμία 1821)

ΔΙΑΚΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ
Ἀγωνιστὴς τοῦ 1821. Ἡ ἡρωική του ἀντίσταση στὴν Ἀλαμάνα καὶ ὁ μαρτυρικός του θάνατος στὴ Λαμία ἔγιναν θρύλος στὴ συνείδηση τοῦ λαοῦ μας. Γιὸς τοῦ Νίκου Μασαβέτα, σὲ νεαρὴ ἡλικία μόνασε ὡς δόκιμος καὶ μετὰ διάκος στὴ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Προδρόμου τῆς Ἀρτοτίνας. Μερικὰ χρόνια πρὶν τὴν Ἐπανάσταση ὑπηρέτησε στὸ σῶμα τῶν «Τσοχανταρέων» (σωματοφυλάκων) τοῦ Ἀλῆ Πασᾶ. Μετὰ τὸ 1820 ἐκλέχθηκε ἀρχηγὸς στὸ ἀρματολίκι τῆς Ρούμελης, στὴ θέση τοῦ καταδιωκόμενου Ἀνδρούτσου, μὲ τὸν ὁποῖο εἶχε στενὸ σύνδεσμο. Τὴν ἐποχὴ αὐτὴ μυεῖται στὴ Φιλικὴ Ἑταιρεία. Τὸ 1821 ὕψωσε τὴ σημαία τῆς Ἐπανάστασης στὴ Λιβαδειά (30 Μαρτίου -1 Ἀπριλίου) καὶ ἐκκένωσε μαζὶ μὲ τοὺς Δουβουνιώτη καὶ Πανουργιὰ τὴν Ἀνατολικὴ Στερεὰ ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Στὴ γέφυρα τῆς Ἀλαμάνας στὶς 22 Ἀπριλίου 1821 προσπάθησε νὰ ἀνακόψει τὴν πορεία τοῦ Ὁμὲρ Βρυώνη καὶ τοῦ Κιοσὲ Μεχμὲτ πρὸς τὴν Πελοπόννησο. Τὸ βάρος τῆς σύγκρουσης ἔπεσε στὸν Ἀθανάσιο Διάκο ποὺ ἔλεγχε τὸ δρόμο ἀπὸ τὴ Δαμάστα. Μετὰ ἀπὸ πολύωρη μάχη, τραυματισμένος στὸ δεξὶ χέρι αἰχμαλωτίστηκε ἀπὸ τοὺς Τούρκους, μεταφέρθηκε στὴ Λαμία ὅπου θανατώθηκε μὲ ἀνασκολοπισμό. Ἡ θυσία του ἐνίσχυσε τὸ φρόνημα τῶν ἀγωνιζομένων καὶ ἡ δράση του ἐνέπνευσε πολλούς

Κανάρης Κωνσταντῖνος (Ψαρᾶ περίπου 1790 - Ἀθήνα 1877)

 Ἀγωνιστής, πολιτικός, ἀπὸ τὶς ἡρωικότερες μορφὲς τῆς Ἐπανάστασης. Ἡ καταγωγή του καὶ ὁ τόπος γέννησής του δὲν εἶναι ἀπόλυτα ἐξακριβωμένα ἀπὸ τοὺς ἱστορικούς, τὸ βέβαιο εἶναι ὅτι ἡ οἰκογένειά του κατοικοῦσε στὰ Ψαρὰ γύρω στὰ 1770. Μὲ τὴν κήρυξη τῆς Ἐπανάστασης ἐγκατέλειψε τὰ ἐμπορικὰ πλοῖα, ἐντάχθηκε στὸ ψαριανὸ στόλο καὶ εἰδικεύτηκε στὰ πυρπολικά. Τὴ νύχτα τῆς 6ης πρὸς τὴν 7η Ἰουνίου 1822 ἔκανε τὸ πρῶτο του κατόρθωμα πυρπολώντας τὴν τουρκικὴ ναυαρχίδα στὴ Χίο. Ὁ Ἀγγλος ἱστορικός της Ἐπανάστασης Τόμας Γκόρντον γράφει ὅτι ἡ πράξη αὐτὴ ἦταν ἕνα «ἀπὸ τὰ πιὸ καταπληκτικὰ στρατιωτικὰ κατορθώματα ποὺ ἀναφέρει ἡ ἱστορία». Τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1822, στὴν Τένεδο αὐτὴ τὴ φορά, πυρπόλησε ἕνα τεράστιο τουρκικὸ δίκροτο προκαλώντας τὸ θαυμασμὸ ὅλων. Ἀκολούθησαν κι ἄλλες ἡρωικὲς ἐπιχειρήσεις στὴ Σάμο καὶ τὴ Μυτιλήνη μὲ ἀποκορύφωμα τὴ δράση τοῦ Κανάρη κατὰ τοῦ αἰγυπτιακοῦ στόλου στὸ λιμάνι τῆς Ἀλεξάνδρειας. Μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση ὁ Καποδίστριας τοῦ ἀνέθεσε τὴν ἀρχηγία τοῦ στολίσκου τῶν πυρπολικῶν τιμώντας τὴ δράση καὶ τὸν ἡρωισμό του. Μετὰ τὴ δολοφονία τοῦ κυβερνήτη ὁ Κανάρης ἀποσύρθηκε στὴ Σύρο καὶ ἐπανῆλθε στὸ δημόσιο βίο τὴν περίοδο τοῦ Ὄθωνα μὲ τὸ βαθμὸ τοῦ ναυάρχου ποὺ τοῦ ἀπένειμε ὁ βασιλιάς. Μετὰ τὴν Ἐπανάσταση τῆς 3ης Σεπτεμβρίου 1843 ἀνέλαβε δυὸ φορὲς τὸ Ὑπουργεῖο Ναυτικῶν καὶ στὴν Ἐθνοσυνέλευση ποὺ ψήφισε τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 ὑπῆρξε ἡγέτης τῶν «Ὀρεινῶν». Ἔγινε τρεῖς φορὲς πρωθυπουργὸς σὲ κρίσιμες γιὰ τὴ χώρα στιγμὲς καὶ πέθανε ὡς πρωθυπουργὸς στὶς 2 Σεπτεμβρίου τοῦ 1877.

 

Καραϊσκάκης Γεώργιος (Μαυρομάτι Καρδίτσας 1780 - Φάληρο Ἀττικῆς 1827)

 

 Σπουδαῖος στρατιωτικός, ἡγέτης τῆς Ἐπανάστασης. Γεννήθηκε στὸ μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Γεωργίου στὸ χωριὸ Μαυρομάτι (κατ᾿ ἄλλους στὸ Μουζάκι) Καρδίτσας καὶ ἦταν γιὸς τοῦ ἀρματολοῦ Δημήτρη Καραΐσκου καὶ τῆς μετέπειτα καλόγριας Ζωῆς Ντιμισκῆ. Σὲ ἡλικία δεκαπέντε χρονῶν ἀκολούθησε τὸν δρόμο τῆς κλεφτουριᾶς καὶ ἀργότερα ὑπηρέτησε στὰ στρατιωτικὰ σώματα τοῦ Ἀλῆ Πασᾶ, ὁ ὁποῖος ἀναγνώρισε τὶς ἐξαιρετικές του στρατιωτικές του ἱκανότητες. Μὲ τὴν ἔκρηξη τῆς Ἐπανάστασης, τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1821 πῆρε μέρος στὴ σύσκεψη τῆς Λευκάδας μαζὶ μὲ ἄλλους ὁπλαρχηγοὺς ποὺ ἤθελαν νὰ προετοιμάσουν τὴν ἐξέγερση στὴ Στερεὰ Ἑλλάδα καὶ ὕψωσε τὴ σημαία τῆς Ἐπανάστασης στὰ χωριὰ τῶν Τζουμέρκων. Ἂν καὶ συγκρούστηκε μὲ τὸν Ἀλέξανδρο Μαυροκορδάτο γιὰ τὴν ἡγεσία τῶν στρατιωτικῶν ἐπιχειρήσεων στὴ Στερεά, συνεργάστηκε μαζί του κατὰ τὴν πρώτη πολιορκία τοῦ Μεσολογγίου, ὁπότε ὁ Καραϊσκάκης ἔστειλε τμῆμα τοῦ στρατιωτικοῦ του σώματος γιὰ νὰ ἐνισχύσει τὴν ἄμυνα τῆς πόλης. Στὴ διάρκεια τοῦ ἐμφυλίου πολέμου κατηγορήθηκε ἀπὸ τὸν Μαυροκορδάτο γιὰ συνεργασία μὲ τοὺς Τούρκους καὶ ἀποσύρθηκε προσωρινὰ ἀπὸ τὴν ἐνεργὸ δράση. Τὸ Μάιο τοῦ 1825 ἐπανῆλθε καὶ συνέδραμε τοὺς Μεσολογγίτες κατὰ τὴ δεύτερη πολιορκία τῆς πόλης παρενοχλώντας τοὺς Τούρκους στὴν περιοχή. Τὸ 1826 διορίστηκε ἀρχιστράτηγος τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδας καὶ ὀργάνωσε τὸ «Στρατόπεδο τῆς Ἐλευσίνας» μὲ στόχο νὰ ἀνακουφίσει τὴν Ἀθήνα ἀπὸ τὴν πολιορκία τῶν Τούρκων. Δεύτερος στόχος τοῦ Καραϊσκάκη ἦταν νὰ ἀναζωπυρώσει τὴν ἐπανάσταση στὴ Ρούμελη καὶ στὶς συγκρούσεις ποὺ ἀκολούθησαν νίκησε πολλὲς φορὲς τοὺς Τούρκους στὴ Δόμβραινα, τὸ Δίστομο καὶ τὴν Ἀράχωβα. Τὸ 1827 ἔσπευσε στὴν Ἐλευσίνα γιὰ νὰ βοηθήσει τὴν πολιορκούμενη Ἀθήνα. Διαφώνησε ὅμως μὲ τοὺς Κόχραν καὶ Τσωρτς γιὰ τὴν τακτικὴ ποὺ θὰ ἀκολουθοῦσαν κατὰ τῶν Τούρκων. Τραυματίστηκε σὲ ἁψιμαχία στὸ Νέο Φάληρο καὶ πέθανε στὶς 23 Ἀπριλίου 1827, ἀνήμερα τῆς γιορτῆς του.


Κολοκοτρώνης Θεόδωρος (Ραμαβούνι Μεσσηνίας 1770 - Ἀθήνα 1843)


Ἡ σημαντικότερη ἡγετικὴ φυσιογνωμία τῆς Ἐπανάστασης. Τὸ ὄνομα τοῦ Κολοκοτρώνη συνδέθηκε μὲ τὶς σημαντικότερες φάσεις τοῦ Ἀγώνα στὴν Πελοπόννησο. Ὁ πατέρας του Κωνσταντῆς Κολοκοτρώνης πῆρε μέρος στὴν ἔνοπλη ἐξέγερση τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ποὺ ὑποκινήθηκε ἀπὸ τὴν Αἰκατερίνη Β´ τῆς Ρωσίας τὸ 1770, καὶ σκοτώθηκε σὲ συγκρούσεις μαζὶ μὲ δυὸ ἀδελφούς του. Τὰ γεγονότα αὐτὰ ὑπῆρξαν καθοριστικὰ γιὰ τὴ διαμόρφωση τοῦ χαρακτήρα τοῦ Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Ἄρχισε τὴ δράση του τὸ 1805, ὅταν πῆρε μέρος στὶς ναυτικὲς ἐπιχειρήσεις τοῦ ρωσικοῦ στόλου τὴν περίοδο τοῦ ρωσοτουρκικοῦ πολέμου. Ἀργότερα ὑπηρέτησε στὸ ἑλληνικὸ στρατιωτικὸ σῶμα ποὺ ὀργάνωσαν οἱ Ἄγγλοι καὶ τιμήθηκε μὲ τὸ βαθμὸ τοῦ ταγματάρχη γιὰ τὴ δράση του ἐναντίον τῶν Γάλλων. Τὸ 1818 μυήθηκε στὴ Φιλικὴ Ἑταιρεία καὶ ἄρχισε μὲ πάθος νὰ προετοιμάζει τὸν Ἀγώνα στὴν Πελοπόννησο. Μὲ τὴν ἔναρξη τῆς Ἐπανάστασης ἀναδείχτηκε ἡ στρατιωτικὴ ἰδιοφυία τοῦ Κολοκοτρώνη. Ἡ παράδοση τῆς Καλαμάτας (23 Μαρτίου 1821), ἡ ἅλωση τῆς Τριπολιτσᾶς (23 Σεπτεμβρίου 1821), οἱ νίκες στὸ Βαλτέτσι, τὰ Βέρβενα καὶ τὰ Δολιανὰ ἑδραίωσαν τὸ κύρος του ὡς στρατιωτικοῦ ἡγέτη, παράλληλα ὅμως προκάλεσαν καὶ τὶς πρῶτες ἀντιδράσεις μερίδας τῶν τοπικῶν ἀρχόντων. Ἡ ἀντίδραση αὐτὴ κορυφώθηκε μὲ τὴν ἔλευση τοῦ Δ. Ὑψηλάντη ποὺ ἐπεδίωξε νὰ ὀργανώσει πολιτικὰ τὴν Ἐπανάσταση, καὶ πῆρε τὴ μορφὴ ἀνοικτῆς ρήξης μεταξὺ στρατιωτικῶν καὶ προκρίτων. Ὁ Κολοκοτρώνης προσπάθησε νὰ συνδιαλλάξει τὶς ἀντιμαχόμενες μερίδες καὶ νὰ ἀποτρέψει τὴν κατάρρευση τῆς νεαρῆς Ἐπανάστασης. Στὶς 26 Ἰουλίου 1822 ἡ ἱστορικὴ νίκη του στὰ Δερβενάκια ὁδήγησε στὸν ἀποδεκατισμὸ τῆς στρατιᾶς τοῦ Δράμαλη, διέσωσε τὸν Ἀγώνα στὴν Πελοπόννησο καὶ ἐπικύρωσε, γιὰ μία ἀκόμα φορά, τὶς ἐξαιρετικὲς στρατιωτικὲς ἱκανότητες τοῦ «Γέρου» τοῦ Μοριᾶ. Οἱ ἐπιτυχίες αὐτὲς δὲν ἀπέτρεψαν τὴ συνεχιζόμενη καὶ κλιμακούμενη ἀντιπαράθεση μεταξὺ στρατιωτικῶν καὶ κυβερνητικῶν, τῆς ὁποίας θύμα ὑπῆρξε καὶ ὁ Κολοκοτρώνης. Στὶς ἔνοπλες συγκρούσεις ὁ γιός του Πάνος καὶ ὁ ἴδιος συνελήφθησαν καὶ κρατήθηκαν στὸ Ναύπλιο. Ὁ Κολοκοτρώνης ἀμνηστεύθηκε ἀπὸ τὴν κυβέρνηση τὴν περίοδο ποὺ ὁ Ἰμπραὴμ ἀποβιβάστηκε στὴν Πελοπόννησο καὶ μαζὶ μὲ τὸν Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη προσπάθησε νὰ ἐμποδίσει τὴν ἀνακατάληψη τῆς Πελοποννήσου ἀπὸ τοὺς Τούρκους καὶ νὰ ἐμψυχώσει τὸ δοκιμαζόμενο πληθυσμό. Ὡς τὸ τέλος τῆς Ἐπανάστασης ὁ Κολοκοτρώνης συνέχισε νὰ διαδραματίζει ἐνεργὸ ρόλο στὰ στρατιωτικὰ καὶ πολιτικὰ πράγματα τῆς ἐποχῆς. Ὑποστήριξε θερμὰ τὸν Καποδίστρια καὶ δέχτηκε μὲ ἐνθουσιασμὸ τὴν ἐκλογὴ τοῦ Ὄθωνα. Ἡ διαφωνία του μὲ τὰ μέτρα καὶ τὴν πολιτικὴ
τῆς Ἀντιβασιλείας κατέληξε στὴ δίωξη καὶ τὴν πολύκροτη δίκη του μὲ τὴν κατηγορία τῆς ἐσχάτης προδοσίας. Καταδικάστηκε σὲ θάνατο μαζὶ μὲ τὸ Δημ. Πλαποῦτα παρὰ τὶς διαφωνίες τῶν Τερτσέτη καὶ Πολυζωίδη. Μὲ τὴν ἐνηλικίωση τοῦ Ὄθωνα πῆρε χάρη, ὀνομάστηκε στρατηγὸς καὶ ἔλαβε τὸ ἀξίωμα τοῦ συμβούλου τῆς Ἐπικρατείας. Στὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του ὁ Κολοκοτρώνης ὑπαγόρευσε στὸν Γεώργιο Τερτσέτη τὰ «Ἀπομνημονεύματά» του ποὺ κυκλοφόρησαν τὸ 1851 μὲ τὸν τίτλο «Διήγησις συμβάντων τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς ἀπὸ τὰ 1770 ἕως τὰ 1836». Τὰ «Ἀπομνημονεύματα» τοῦ Κολοκοτρώνη ἀποτέλεσαν καὶ ἀποτελοῦν πολύτιμη πηγὴ γιὰ τὴν Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση.


Κριεζώτης Νικόλαος (Βίρα Καρυστίας 1785 - Σμύρνη 1853)

 Ὁπλαρχηγὸς τοῦ 1821. Πῆρε τὸ βάπτισμα τοῦ πυρὸς στὰ Βρυσάκια, ὅπου διακρίθηκε γιὰ τὸν ἡρωισμό του καὶ λίγο ἀργότερα ὡς ὁπλαρχηγὸς ἀνέλαβε, μετὰ ἀπὸ ἀπαίτηση τῶν κατοίκων τῆς Καρυστίας, τὴν ἐκκαθάριση τῆς περιοχῆς ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Συνεργάστηκε μὲ τὸ Βάσο Μαυροβουνιώτη καὶ μαζὶ μὲ τὸν Μανιάτη Ἠλία Μαυρομιχάλη ἔδωσε ἡρωικὴ μάχη στὰ Στύρα. Ἀναγνωρισμένος ὡς ἀρχηγὸς ἀπὸ τοὺς ἀγωνιστὲς τῆς Εὔβοιας πῆρε, μετὰ τὴ νίκη του στὸ Κουντουρλομετόχι τῆς Χαλκίδας, καὶ ἐπίσημα τὸν τίτλο τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Καρυστίας. Κατὰ τὸν ἐμφύλιο ὁ Κριεζώτης τάχθηκε μὲ τὸ μέρος τῶν κυβερνητικῶν καὶ πῆρε μέρος στὶς ἐπιχειρήσεις ἐναντίον τῶν ἀντιπάλων του. Τὸ 1825 πολέμησε στὶς σημαντικότερες μάχες τῆς Ἀνατολικῆς Στερεᾶς ὑπὸ τὴν ἡγεσία τοῦ Καραϊσκάκη. Στὰ τέλη τοῦ 1825 μαζὶ μὲ ἄλλους ὁπλαρχηγοὺς ὀργάνωσαν ἐκστρατεία στὸ Λίβανο γιὰ νὰ βοηθήσουν τὸν Ἐμίρη Μπεσίρ. Μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Γκούρα, ὕστερα ἀπὸ πρόταση τοῦ Καραϊσκάκη, ὁ Κριεζώτης ἀνέλαβε μαζὶ μὲ 300 ἄνδρες νὰ εἰσχωρήσει στὴν Ἀκρόπολη χωρὶς νὰ γίνει ἀντιληπτός. Ὁ Κριεζώτης πῆρε μέρος στὶς διαμάχες ποὺ ξέσπασαν μετὰ τὴ δολοφονία τοῦ Κυβερνήτη καὶ ἀκολούθησε τὸν Ἰωάννη Κωλέττη καὶ τοὺς Ρουμελιῶτες ὀπλαργηχούς. Πῆρε ἐνεργὸ μέρος στὴν Ἐπανάσταση τῆς 3ης Σεπτεμβρίου τοῦ 1843. Τὸ 1844 ἐκλέχτηκε βουλευτὴς καὶ συνέχισε τὴν ἀντιδυναστικὴ πολιτική του.

 

Λογοθέτης Λυκούργος (Καρλόβασι Σάμου 1772 - Ἀθήνα 1850)

Πολιτικὸς καὶ στρατιωτικὸς ἡγέτης τῆς Σάμου κατὰ τὴν Ἐπανάσταση, ἀπὸ τὶς σημαντικότερες μορφὲς τοῦ Ἀγώνα. Τὸ πραγματικό του ὄνομα ἦταν Γεώργιος Παπλωματάς. Ὑπηρέτησε στὴν αὐλὴ τοῦ ἡγεμόνα τῆς Βλαχίας Ἀλέξανδρου Σούτσου καὶ πῆρε τὸ ἀξίωμα τοῦ «λογοθέτη». Μυήθηκε τὸ 1820 στὴ Φιλικὴ Ἑταιρεία καὶ πῆρε τὸ ψευδώνυμο Λογοθέτης. Ἀναγνωρίστηκε ὡς ἀρχηγὸς τοῦ ἀπελευθερωτικοῦ ἀγώνα τῆς Σάμου καὶ ὁδήγησε τὴν Ἐπανάσταση τοῦ νησιοῦ σὲ ἐπιτυχία. Δὲν εἶχε ὅμως τὴν ἴδια τύχη τὸ ἐγχείρημά του στὴ Χίο στὶς 10 Μαρτίου 1822. Κλήθηκε στὴν Πελοπόννησο γιὰ νὰ ἀπολογηθεῖ καὶ κρατήθηκε δέσμιος ὡς τὸ Δεκέμβριο. Ὁ Καποδίστριας ἀναγνώρισε τὸ Λογοθέτη ἀρχηγὸ τῆς Σάμου καὶ τὸν διόρισε μέλος τοῦ «Πανελληνίου». Ὅταν ἡ Σάμος τὸ 1832 ἔμεινε ἔξω ἀπὸ τὰ σύνορα τῆς Ἑλλάδας ἔφυγε ἀπὸ τὸ νησὶ καὶ ἐγκαταστάθηκε στὴν Ἀθήνα.

Μάρκος Μπότσαρης (Σούλι, 1790 - Κεφαλόβρυσο Καρπενησίου, 1823)

 

Μπότσαρης

Ἐπώνυμο μιᾶς ἀπὸ τὶς σημαντικότερες οἰκογένειες τοῦ Σουλίου ὅπου καὶ ἐγκαταστάθηκαν τὶς πρῶτες δεκαετίες τοῦ 17ου αἰώνα. Ὡς τόπος καταγωγῆς ἀναφέρεται τὸ χωριὸ Δράγανη τῆς Παραμυθιᾶς, ἐνῶ, σύμφωνα μὲ τὴν οἰκογενειακὴ παράδοση, ἡ φάρα κατάγεται ἀπὸ τὰ λείψανα τῆς στρατιᾶς τοῦ Γεωργίου Καστριώτη (Σκεντέρμπεη). Ἡ δράση τῆς οἰκογένειας εἶναι συνδεδεμένη μὲ τοὺς πολέμους τῶν Σουλιωτῶν ἐναντίον τοῦ Ἀλῆ Πασᾶ τῶν Ἰωαννίνων καὶ μὲ τὸν Ἀγώνα τῆς Ἑλληνικῆς Ἀνεξαρτησίας. Ὁρισμένες διαπραγματεύσεις ὅμως τοῦ Γιώργη καὶ τοῦ Κίτσου Μπότσαρη μὲ τὸν Ἀλὴ ἔβλαψαν τοὺς συμπατριῶτες τους καὶ μείωσαν τὸ γόητρο τῆς οἰκογενείας στὰ τέλη τοῦ 18ου καὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ 19ου αἰ.
Ἡρωικὲς σελίδες ἔγραψαν καὶ τὰ γυναικεῖα μέλη τῆς φάρας. Ἡ Λένω Μπότσαρη (1785-1804) ἀφοῦ ἀγωνίστηκε στὴ μονὴ Σέλτσου ρίχτηκε καὶ πνίγηκε στὰ νερὰ τοῦ Ἀχελώου γιὰ νὰ ἀποφύγει τὴν αἰχμαλωσία καὶ τὴν ταπείνωση.

Ὁ Μάρκος Μπότσαρης (Σούλι, 1790 - Κεφαλόβρυσο Καρπενησίου, 1823) 

ὑπῆρξε ἡγετικὴ μορφὴ τῆς Ἐπανάστασης. Στὰ τέλη τοῦ 1820 διαπραγματεύτηκε μὲ τὸν Ἀλὴ Πασᾶ τὴν ἀπελευθέρωση τοῦ Σουλίου, ὁρίστηκε ἀρχιστράτηγος καὶ ἔδωσε λαμπρὰ δείγματα ὀργανωτικῶν καὶ στρατηγικῶν ἱκανοτήτων. Στὶς 3 Ἰουλίου 1821 ἀντιμετώπισε νικηφόρα στὸ Κομπότι τῆς Ἄρτας ἰσχυρὴ τουρκικὴ δύναμη, ἀγωνίστηκε στὴ μάχη τοῦ Πέτα, ποὺ κατέληξε σὲ καταστροφή, καὶ βρέθηκε μεταξὺ τῶν ὑπερασπιστῶν τοῦ Μεσολογγίου στὴν πρώτη του πολιορκία (Ὀκτ. - Δεκ. 1822) ὅπου παρασύροντας τοὺς Τούρκους σὲ πλαστὲς συνομιλίες ἔδωσε χρόνο στοὺς πολιορκημένους νὰ ἐνισχύσουν τὶς ὀχυρώσεις. Τὸν Ἰούλιο τοῦ 1822 ξεκίνησε νὰ ἀντιμετωπίσει τοὺς Τουρκαλβανοὺς στὸ Καρπενήσι καὶ σχεδίασε νυχτερινὴ αἰφνιδιαστικὴ ἐπίθεση, οἱ Τοῦρκοι ἀντέδρασαν ἀποφασιστικὰ καὶ ὁ Μπότσαρης ἦταν ἀπὸ τοὺς πρώτους νεκρούς. Κηδεύτηκε στὸ Μεσολόγγι καὶ ὁ θάνατός του συγκλόνισε τὸ μαχόμενο Ἑλληνισμὸ καὶ τὴν εὐρωπαϊκὴ κοινὴ γνώμη.