Πέμπτη, 20 Φεβρουαρίου 2014

Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΜΑΣ ΤΟ ... ΜΕΛΛΟΝ ΜΑΣ ( ΠΝΕΥΣΤΑ ΟΡΓΑΝΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ )

Aulos_player_MAR_Palermo_NI22711

Ένα είδος μουσικών οργάνων που εμφανίζεται ήδη από τις αρχές της μουσικής ενασχόλησης των αρχαίων είναι τα πνευστά. Με τον όρο πνευστά αναφέρονται τα μουσικά όργανα στα οποία η παραγωγή ήχου είναι συνέπεια της δόνησης ενός σώματος ή μιας στήλης αέρα. Τα πνευστά ανήκουν στη κατηγορία των αερόφωνων οργάνων και κατατάσσονται  ανάλογα με τον τρόπο παραγωγής ήχου, το υλικό κατασκευής τους άλλα και  τη χρήση τους στη μουσική. Τα πιο κύρια πνευστά της αρχαίας Ελλάδας ήταν τα παρακάτω…

Αυλός

Είναι το πιο γνωστό πνευστό όργανο στην αρχαία Ελλάδα. Η ονομασία του άλλαζε ανάλογα με την κατασκευή του. Ο μονός αυλός ονομάζονταν μόναυλος, αυτός που παιζόταν πλάγια έτσι όπως ένα φλάουτο λέγονταν πλαγίαυλός και αυτός που ήταν διπλός είχε την ονομασία δίαυλος. Είχε συνδεθεί άμεσα με τον θεό Διόνυσο μιας και ήταν το βασικό όργανο σε όλους τους εορτασμούς στην και ιδιαίτερα σε τελετές προς τιμή του Διόνυσου. Σε παραστάσεις σε αγγεία συχνά φαίνεται ότι ο αυλός στερεωνόταν με μια δερμάτινη λωρίδα η οποία περνούσε γύρω από το κεφάλι και είχε άνοιγμα στην περιοχή των χειλιών. Οι αυλοί συχνά είχαν γλωττίδα. Κατασκευαζόταν σε διάφορα μεγέθη, σε αντιστοιχία περίπου με τις σημερινές περιοχές φωνών soprano, alto, tenore, basso και χρησιμοποιούνταν συνήθως σε ζευγάρι ως διπλός αυλός (δίαυλος, δίδυμοι αυλοί,
κ.τ.λ.). Οι δύο αυλοί του ζευγαριού μπορεί να είχαν το ίδιο ή διαφορετικό μήκος σωλήνα. Είχαν διάφορα μεγέθη (για παιδιά, εφήβους, γυναίκες ή άνδρες), ήταν κυλινδρικοί ή κωνικοί και κατασκευάζονταν από καλάμι, ξύλο ή διάφορα μέταλλα.
 

Δίαυλος 

33
Από την οικογένεια των αυλών, ο Δίαυλος ήταν και ο ποιο δημοφιλής. Αποτελούνταν από δύο αποκλίνοντες αυλούς, δεμένους στη βάση τους. Κάθε αυλός είχε ξεχωριστά επιστόμια και γλωσσίδες (απλές ή διπλές). Ο δίαυλος με τον πλούσιο, έντονα συναισθηματικό, ρυθμικό και διαπεραστικό ήχο του ήταν ικανός “να συνοδεύει μόνος του το χορό δεκάδων ανδρών“. Γραπτές μαρτυρίες και εικονογραφικά τεκμήρια ανακαλύπτουνε πως ήταν πνευστό με διπλή γλωττίδα, δηλαδή όργανο που ο μηχανισμός θύμιζε τον αντίστοιχο σύγχρονου όμποε ή και ζουρνά στην ελληνική δημοτική μουσική.

 

Πολυκάλαμος σύριγξ (Αυλός του Πανός ή φλογέρα του βοσκού)

34
Πολυκάλαμος σύριγξ
Όργανο τύπου φλάουτου, αποτελούμενο από παράλληλους κολλημένους μεταξύ τους καλαμένιους σωλήνες. Συνήθως ήταν 7, αλλά επίσης συναντούμε με 5 ή 9. Συρίζω (και συρίττω) σήμαινε παίζω τη σύριγγα όπως επίσης παράγω έναν συρίζοντα ήχο. Το όνομα της σύριγγας εμφανίζεται στην Ιλιάδα και στον Ύμνο στον Ερμή:

“αυλών συριγγών τ’ ένοπήν”

– Ο Αγαμέμνονας, κοιτάζοντας προς το στρατόπεδο των Τρώων, θαύμαζε τις πολλές φωτιές που έκαιγαν μπροστά στο Ίλιο και τον ήχο των αυλών και των συριγγών.
Η σύριγγα του Πάνα ήταν ένα όργανο ποιμενικό και δε χρησιμοποιούνταν ποτέ για καλλιτεχνικούς σκοπούς. Ο τραγόμορφος Πάνας ήταν ποιμενικός θεός, προστάτης των δασών, των κοπαδιών και των βοσκών και, όπως αναφέρεται σε πολλές πηγές, ήταν από τις πρώτες θεότητες που εμφανίστηκαν στην αρχαία Ελλάδα.

“νομήες τερπόμενοι σύριγξι”

(βοσκοί τερπόμενοι με τις σύριγγες)
- Ομήρου Ιλιάδα
Όσον αφορά τους ισομεγέθεις αυλούς, συνήθιζαν να γεμίζουν τμηματικά κάθε σωλήνα με κερί, μικραίνοντας έτσι βαθμιαία την αέρινη στήλη που παλλόταν. Όσον αφορά τώρα την προέλευσή του, έχουμε δυο διαφορετικές εκδοχές. Κατά τον Διόδωρο Σικελιώτη, η Κυβέλη εφηύρε την πολυκάλαμη σύριγγα:

“πολυκάλαμον σύριγγα πρώτην [Κυβέλην] επινοήσαι”

Ο Πολυδεύκης, όμως, λέει πως είχε κελτική προέλευση:

“η δε εκ καλάμων σύριγξ Κελτοίς προσήκει και τοις εν ωκεανώ νησιώταις”

(η πολυκάλαμη σύριγγα αρμόζει στους Κέλτες και σε όσους κατοικούν στα νησιά του ωκεανού).
Η λέξη σύριγξ χρησιμοποιούνταν και με τη σημασία του σφυρίγματος
 

Σάλπιγξ

35
Η σάλπιγξ (σάλπιγγα) ήταν κατασκευασμένη είτε από χαλκό και ήταν ίσια, είτε από κέρατο (ονομαζόταν Κέρας) και ήταν καμπυλωτή. Και οι δυο κατασκευές είχαν επιστόμιο. Η χρήση της δεν προοριζόταν για μουσικούς σκοπούς άλλα έπαιζε ρόλο πολεμικού σαλπίσματος συνήθως. Κάποιες φορές χρησιμοποιούνταν και για τελετουργικούς σκοπούς και σε εκείνη την περίπτωση λεγόταν σάλπιγξ η ιερά. Είχε τυρρηνική (ετρουσκική) προέλευση·

“Τυρρηνών δ’ εστίν εύρημα κέρατά τε και σάλπιγγες”

(και τα κέρατα και οι σάλπιγγες έχουν εφευρεθεί από τους Τυρρηνούς)
- Ευφορίων (Ο επικός ποιητής)

“και κερατι μεν αυλείν Τυρρηνοί νομίζουσι”

(και οι Τυρρηνοί συνηθίζουν να παίζουν τα κέρατα)
- Πολυδεύκης
Η λέξη σάλπιγξ πρωτοεμφανίζεται στον Όμηρο. Διάφορα είδη σαλπίγγων ήταν γνωστά, όπως η ελληνική (μακριά στο σχήμα), η αιγυπτιακή (στρογγυλή), η γαλατική (χυτή, “χωνευτή“), η ονομαζόμενη κάρνυξ από τους Κέλτες (οξύφωνη), η παφλαγονική (μεγαλύτερη από την ελληνική, βαρύφωνη), η μηδική (με καλαμένιο σωλήνα) και η τυρσηνική (πολύ οξύφωνη).
 

Κοχύλι

Το Κοχύλι είναι ένα ελικοειδές όργανο, χρησιμοποιούμενο ως σάλπιγγα. Οι αρχαίοι χρησιμοποιούσαν συνήθως τα όστρακα τρίτον (Charonia Tritonis), κάσση ή στρόμβο (Strombidae spp.).

“και στρόμβοις τινές των βαρβάρων βουκινίζοντες”

(και μερικοί βάρβαροι σαλπίζουν με κοχύλια [όστρακα]).
– Σέξτος Εμπειρικός
Πρόκειται για φυσική σάλπιγγα που δημιουργούνταν από ένα θαλάσσιο όστρακο (κοχύλι) στο οποίο είχε διανοιχθεί μια οπή αφαιρώντας τις τρεις πρώτες σπείρες του, ώστε να γίνεται εμφύσηση του αέρα. Ο ήχος παραγόταν με απευθείας φύσημα στο στόμιο και κατάλληλο κτύπημα των χειλιών. Στην μινωική λατρεία χρησιμοποιούνταν όστρακα τύπου τρίτωνος με πλάγια εμφύσηση.