Δευτέρα, 21 Ιουλίου 2014

Vintage Story: Όταν ο Ωνάσης παρήγγελνε στολές αεροσυνοδών στον Pierre Cardin, η Dalida τραγουδούσε ''Ντιρλαντά'', o Δάκης το ''Monsieur Canibal'' και ο Ζαμπέτας Capri c' est fini!!! (Φωτό & βίντεο)



Είναι σίγουρο ότι όσοι νοσταλγοί του γαλλικού τραγουδιού βρεθούν μεθαύριο στο Μέγαρο Μουσικής για να ακούσουν τον Ανταμό, θα συγκινηθούν ακούγοντας το «Ινς Αλάχ», αγνοώντας ίσως ότι αυτό το τραγούδι γράφτηκε με αφορμή μία επίσκεψή του στη Μέση Ανατολή και οι αμφιλεγόμενοι στίχοι του δεν είναι ερωτικοί, όπως νομίζαμε (τα γαλλικά στο σχολείο δεν επαρκούσαν) όταν το χορεύαμε στα εφηβικά μας πάρτι στη δεκαετία του '60. 
http://fromcocotololcats.fr/wp-content/uploads/2014/05/Wed18.jpg
Ο Ανταμό συγκινούσε τα κορίτσια ως καλός τραγουδιστής και ομορφόπαιδο, παρασύροντας κι εμάς για ευνόητους λόγους. Τα αγόρια αγαπούσαν την ξανθούλα Σιλβί Βαρτάν, πρότυπο γαλλικής ομορφιάς, με τη λεπτή μυτούλα, τη χάρη και τις μίνι φούστες, εντελώς αλλιώτικη από τον σύζυγό της Τζόνι Χάλιντεϊ που είχε κόλλημα με το ροκ εν ρολ, φορούσε μαύρα δερμάτινα, έκανε τον Ελβις επί σκηνής και απεχθανόταν τους μακρυμάλληδες που απειλούσαν τη βασιλεία του. 

Το τραγούδι του «Μακριά μαλλιά, κοντές ιδέες» ήταν απάντηση στον Αντουάν, τον μακρυμάλλη μπίτνικ που ειρωνευόταν τους «γιε-γιε» και τραγουδούσε «όλα πρέπει ν' αλλάζουν συνεχώς· ο κόσμος θα είναι πιο διασκεδαστικός, θα βλέπει αεροπλάνα στις γραμμές του μετρό και τον Τζόνι Χάλιντεϊ σε κλουβί στο τσίρκο Μεντρανό».
http://38.media.tumblr.com/tumblr_m2m5paV6j91r09z53o1_500.jpg
Toυ Στέλιου Ελληνιάδη - Ελευθεροτυπία

Ηταν ακόμα μία απάντηση στον Μισέλ Πολναρέφ με την χίπικη εμφάνιση (μεγάλη του επιτυχία το «La poupee qui fait non»), ο οποίος τραγούδησε «οι άγιοι, οι δολοφόνοι, οι κλέφτες και οι πουτάνες, ακόμα κι εγώ, όσοι πιστεύουν κι όσοι δεν πιστεύουν, θα πάνε όλοι στον παράδεισο» και πλήρωσε πρόστιμο 60 χιλιάδων φράγκων γιατί στην αφίσα της συναυλίας του στο «Ολυμπιά» πόζαρε με τα οπίσθιά του εντελώς γυμνά!




Γιε γιε αμερικέν

Οι γαλλικές εταιρείες δίσκων (Vogue, Barcley, Pathee κ.ά.) βοήθησαν στη διάδοση του ντόπιου τραγουδιού καθώς η ποπ το συμπίεζε. Οι «γιε-γιε», ελληνιστί γιεγιέδες, μιμούνταν ενορχηστρώσεις, ρυθμούς, στίχους, ύφος και εμφάνιση.

Εντι Μίτσελ, Σεϊλά, Ντικ Ρίβερς, Γάλλοι με αμερικάνικα ψευδώνυμα! Μερικοί «γαλλοποίησαν» την ποπ όπως η Φρανσουάζ Αρντί που λέει ότι «Ολα τα αγόρια και τα κορίτσια της ηλικίας μου περπατούν χέρι-χέρι, αλλά εγώ περπατώ μόνη» και ο Ζακ Ντιτρόν που τραγουδάει «Είναι η ώρα πέντε, το Παρίσι ξυπνάει» δίνοντας το στίγμα της καθημερινής ζωής στη γαλλική πρωτεύουσα, την εποχή που ο Γκι Ντεμπόρ και η παρέα του ακούγονται δυνατά στ' αμφιθέατρα, τον Μάη του '68.

Η επιρροή του γαλλικού τραγουδιού εδραιώνεται στην Ελλάδα με τους τραγουδοποιούς που δίνουν στιλ, ύφος και θέματα στο νέο κύμα που ανθεί στις «μπουάτ». Ο Σαββόπουλος τονίζει πάντα την επίδραση που είχε πάνω του η «αριστερή όχθη του Σηκουάνα» και κυρίως ο αντιεξουσιαστικός Ζορζ Μπρασένς.


http://media.melty.fr/article-1344722-ajust_930/sylvie-vartan-et-johnny-hallyday-jeunes-et.jpg

Η τύπισσα στο σκαμπό με την κιθάρα και ο τύπος που τραγουδάει παίζοντας πιάνο μπροστά σε κοινό φοιτητών, ποιητών και δημοσιογράφων, φέρνουν τον αέρα της γαλλικής πρωτοπορίας.

Οι «κλασικοί», Σαρλ Τρενέ, Κλοντ Νουγκαρό κ.ά., συνυπάρχουν με τα νέα ρεύματα στη δεκαετία του '60 και κάνουν διεθνείς επιτυχίες. Ενδεικτικά, η Εντίθ Πιάφ με το «Non, je ne regrette rien», ο Ζορζ Μπρασένς «Les copains d' abord», ο Σερζ Ρεζιανί «Σάρα» (του Μουστακί), η Ζιλιέτ Γκρεκό με το τζαζίστικο τρυφερά προκλητικό «Γδύσε με», ο Ζιλμπέρ Μπεκό με το «Et maintenant» (επανεκτελέσεις από Σινάτρα, Στρέιζαντ κι άλλους πολλούς), ο Ζακ Μπρελ με τα «Ne me quitte pa» (Νίνα Σιμόν) και «Αμστερντάμ» (Ντέιβιντ Μπάουι), ενώ ο Ιγκι Ποπ τραγουδάει στα γαλλικά το «Les feuilles mortes» του Ζακ Πρεβέρ!

«Μέτοικος» και «Ντιρλαντά»

Στα βήματά τους, οι νεότεροι κατακτούν τον κόσμο. Ο εξ Αλγερίας Ενρίκο Μασίας θριαμβεύει -αποκλεισμένος μόνο από τις αραβικές χώρες λόγω της φιλοϊσραηλινής του στάσης, ο Κλοντ Φρανσουά γράφει ένα τραγούδι που διασκευασμένο από τον Πολ Ανκα γίνεται παγκόσμιο σουξέ (Σινάτρα, «My way»), ενώ η Νταλιντά τραγουδάει και κάνει διεθνές το δικό μας «Ντιρλαντά»!



H Ζιλιέτ Γκρεκό, ενώ υπογράφει αυτόγραφα πάνω σε σινγκλάκια ανάμεσα στις φαν και με το Μαρτίνι στο φόντο. H Ζιλιέτ Γκρεκό, ενώ υπογράφει αυτόγραφα πάνω σε σινγκλάκια ανάμεσα στις φαν και με το Μαρτίνι στο φόντο. Και η έκπληξη γίνεται από «Τα παιδιά της Αφροδίτης» που στο εξεγερμένο Παρίσι το '68 γράφουν «Βροχή και δάκρυα»· αφετηρία του Ντέμη Ρούσσου που ενισχύει την ελληνική παρουσία στη Γαλλία με τη Νάνα Μούσχουρη και τον εξ Αιγύπτου Ζωρζ Μουστακί, ο οποίος με τον «Μέτοικο» γίνεται γνωστός και Ελλάδα.

Στην Αθήνα, οι ροκάδες ανακαλύπτουν τον βιολιστή Στέφαν Γκραπέλι, συνεργάτη του Τζάνγκο Ρέινχαρτ, του Μακ Κόι Τάινερ και άλλων βιρτουόζων στη δυναμική τζαζ σκηνή της Γαλλίας.

Τα πολιτικά κινήματα αντιμάχονται τη λογοκρισία στη χώρα της Γαλλικής Επανάστασης. «Ο λιποτάκτης» του πολυτάλαντου Μπορίς Βιάν, που ήταν κομμένος όταν οι γάλλοι αποικιοκράτες πολεμούσαν στην Ινδοκίνα και κατέπνιγαν τον αλγερινό αγώνα ανεξαρτησίας, βρήκε διεθνές ακροατήριο χάρη στους «Πίτερ, Πολ και Μαίρη», το '66.

Λογοκρισία στο καυστικό χιούμορ του Πιέρ Περέ, αλλά όχι του Μπουρβίλ που σατίριζε την ερωτική τραγουδιστική στιχομυθία «Je t' aime, mois non plus» του Σερζ Γκενσμπούρ με τη νεαρά Τζέιν Μπίρκιν.





Απ' τον Λεγκράν στον Δάκη

Οι ηθοποιοί συνήθιζαν να τραγουδούν και οι τραγουδιστές να παίζουν. Πατασού, Μπρελ, Ζορζ Γκεταρί, Μαρί Λαφορέ, η σκανδαλιστική ΒΒ με τη «Harley Davidson» και τόσοι άλλοι.

Σε μια εποχή που ο λαμπερός γαλλικός κινηματογράφος είχε και λαμπρούς μουσικούς/ενορχηστρωτές όπως ο Φρανκ Πουρσέλ με χιλιάδες διασκευές, ο Φράνσις Λε που έγραψε τη μουσική στην ταινία του Κλοντ Λελούς «Ενας άνδρας και μία γυναίκα» ή ο Μισέλ Λεγκράν στη μη γαλλική «Υπόθεση Τόμας Κράουν».




 Ομως η πολιτική στο σινεμά εκφράστηκε ρεαλιστικά στο ελληνογαλλικό «Ζ»: Βασίλης Βασιλικός, Κώστας Γαβράς, Χόρχε Σεμπρούν, Ζαν Λουί Τρεντινιάν, Υβ Μοντάν και Ειρήνη Παπά με τη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη, ο οποίος μετά την απελευθέρωσή του, με τη μεσολάβηση του Ζαν Ζακ Σερβάν Σρεμπέρ, γύρισε ολόκληρο τον κόσμο με βάση το Παρίσι.

Στην Ελλάδα, η γαλλική επιρροή στην κουλτούρα είναι μεγάλη, στη φιλοσοφία, την πολιτική, τη γλώσσα, τις τέχνες και τη μόδα. Βλέπουμε Μπελμοντό και Ντενέβ στο «Μετροπόλ» και το «Αελλώ» και τσόντες στο «Ροζικλέρ», ο Ωνάσης αναθέτει στον Πιέρ Καρντέν τις στολές των αεροσυνοδών της Ολυμπιακής και η ωραιότατη Πόπη Αστεριάδη φοράει παντελόνια στην Πλάκα κουρεμένη αλά γκαρσόν. Η δε Ρένα Βλαχοπούλου υποδύεται την «Παριζιάνα» στο σινεμά!

Στο λαϊκό τραγούδι, η επιρροή του γαλλικού μοντέλου είναι καθοριστική: οι συνθέτες μας μελοποιούν ποιήματα. Αυτή η παλιά πρακτική στη Γαλλία αναδιαμόρφωσε εκ βάθρων το ελληνικό τραγούδι. Μεταπολεμικά, ο Λεό Φερέ, ο Μπρασένς και άλλοι μελοποιούσαν ποιήματα των Ρεμπό, Μποντλέρ, Βιγιόν, Απολινέρ, Αραγκόν, Βερλέν κ.λπ. και οι νεότεροι συνέχισαν το σμίξιμο μουσικής-ποίησης (Γκι Μπεάρ, Αν Σιλβέστρ, Φελίξ Λεκλέρ, Ζακ Μπρελ, Ζαν-Ροζέ Κοσιμόν κ.ά.) που έφτασε και ενσωματώθηκε αρμονικά στην ελληνική κουλτούρα από Χατζιδάκι, Θεοδωράκη κ.ά.

Στο ελαφρό τραγούδι, η Γιοβάνα τολμάει να τραγουδήσει γαλλιστί «La vie en rose» και «Je reviens te chercher». Ο Βαγγέλης Παπαθανασίου ηχογραφεί τραγούδια στα γαλλικά με τη Βίλμα Λαδοπούλου, ενώ οι Αλέκα Κανελλίδου, Νέλλη Μάνου, Τζορντανέλι, Τέρρης Χρυσός και άλλοι προτιμούν διασκευές σε στίχους Νίκου Ελληναίου, Νότη Κύτταρη, Σέβης Τηλιακού και Θανάση Τσόγκα.

Οσοι μάθαιναν γαλλικά διάβαζαν το τετράχρωμο ιλουστρασιόν Salut les Copains. Πάντως, ο Δάκης έκανε διαχρονική (!) επιτυχία με τον «Κύριο Κανίβαλο» του Σασά Ντιστέλ.

Στη δεκαετία του '70, η μεταγλώττιση προωθείται από εταιρείες δίσκων με ελαφρολαϊκούς τραγουδιστές, π.χ. τον εκ Πάρου Γιάννη Βαρθακούρη Πάριο, μεταλλάσσοντας επί το ελαφρολαϊκότερον τον Αλέν Μπαριέρ και τον Ζακ Μπρελ!

Ο Ζαμπέτας διακωμωδεί την ξενομανία που μπασταρδεύει το ελληνικό τραγούδι, τραγουδώντας με αλλοπρόσαλλα λόγια την επιτυχία του Ερβέ Βιλάρ «Καπρί σε φινί»! Και η χούντα, για να προσδώσει κύρος στο Φεστιβάλ Τραγουδιού στο Καλλιμάρμαρο, μετακαλεί τον αρμενικής καταγωγής πατριάρχη του γαλλικού τραγουδιού («Λα μποέμ» και «Λα μάμα») Σαρλ Αζναβούρ!

Το τέλος του κύκλου

Στη μεταπολίτευση, γνωρίζει μεγάλη επιτυχία στην Ελλάδα ο γαλλοαμερικανός γιος του Ζυλ Ντασσέν, Τζο. Ξεπατικωμένος κατά κόρον από εντόπιους τραγουδιστές, έρχεται στην Ελλάδα, τραγουδάει το «L' ete indien» στη «Νεράιδα» και μετά τον πηγαίνουμε στον Τσιτσάνη! Ενας ευγενικός άνθρωπος που πέθανε στα σαράντα του χρόνια.

Και μαζί του, το 1980, κλείνει μία τριακονταετία που το γαλλικό τραγούδι ήταν μέρος της κουλτούρας μας απ' όποιο παράθυρο ή τρύπα κι αν έμπαινε! * 




newsn