Τρίτη, 24 Δεκεμβρίου 2013

Το Δωδεκαήμερο των Χριστουγέννων ( ΤΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑΣ )

 

Ο χρόνος του παραδοσιακού ανθρώπου


     Η έννοια της γιορτής βασίζεται στην αντίθεση ανάμεσα στον εορταστικό, τον ιερό χρόνο και στον καθημερινό. Κατά τον εορταστικό χρόνο οι καθημερινές ασχολίες των ανθρώπων σταματούν. Το χριστιανικό εορτολόγιο είναι ενιαίο για όλο τον ελληνισμό καθώς προέρχεται από το πολιτικό και θρησκευτικό κέντρο της βυζαντινής αυτοκρατορίας, την Κωνσταντινούπολη. Αποτυπώνει στον κυκλικό χρόνο του έτους την ιερά ιστορία, όπως την οργάνωσε η χριστιανική θεολογία και περιλαμβάνει γιορτές προσώπων από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη αλλά και πρόσωπα από την ιστορία της χριστιανικής Εκκλησίας. Οι γιορτές διακρίνονται σε κινητές και ακίνητες. Οι ακίνητες εορτάζονται μια σταθερή ημέρα μέσα στο έτος. Έτσι, τα Χριστούγεννα εορτάζονται στις 25 Δεκεμβρίου, στη χειμερινή τροπή του ήλιου. Εννέα μήνες πριν, στην ανοιξιάτικη ισημερία, είναι τοποθετημένος ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου. Στους αντίποδες των εορτών αυτών στη θερινή τροπή, δηλαδή στις 24 Ιουνίου, εορτάζεται η Γέννηση του Ιωάννου του Προδρόμου και αντίστοιχα στην φθινοπωρινή ισημερία, στις 23 Σεπτεμβρίου, η Σύλληψη. Κινητές είναι οι γιορτές που ανήκουν στον Κύκλο του Πάσχα. Η ημερομηνία της Ανάστασης του Χριστού προσδιορίζεται την πρώτη Κυριακή μετά την πανσέληνο της εαρινής Ισημερίας. Πριν από το Πάσχα για διάστημα επτά εβδομάδων, που αρχίζουν με την Καθαρά Δευτέρα, τηρείται νηστεία, ενώ εφτά εβδομάδες μετά από αυτό τοποθετείται η Πεντηκοστή, θεωρούμενη ως η γενέθλια ημέρα της χριστιανικής εκκλησίας. Την επόμενη Κυριακή ακολουθεί η γιορτή των Αγίων Πάντων και στη συνέχεια 34 Κυριακές με κάποιο συγκεκριμένο επεισόδιο της ζωής του Χριστού σύμφωνα με τις ευαγγελικές αφηγήσεις. Ο κύκλος του Πάσχα καλύπτει όλο το έτος.

     Παράλληλα με το χριστιανικό εορτολόγιο οι αγροτοποιμενικοί πληθυσμοί διατήρησαν πανάρχαια έθιμα που συνδέονται με τον φυσικό κόσμο και τις αντιλήψεις τους γι’ αυτόν, την γονιμότητα, τη ζωή και το θάνατο κ.λπ.

     Ο χρόνος για το λαϊκό άνθρωπο δεν είναι μια αφηρημένη έννοια. Στον παραδοσιακό πολιτισμό η εμπειρία του χρόνου βιώνεται με βάση τις εργασίες που πρέπει να γίνουν σε κάθε στιγμή του έτους στο πλαίσιο της σχέσης της κάθε τοπικής κοινωνίας με το φυσικό περιβάλλον και της ένταξής της στο γενικότερο οικονομικό σύστημα. Έτσι για παράδειγμα, ο Μάρτιος είναι για τους μαστόρους της Ηπείρου και της Δυτικής Μακεδονίας ο μήνας κατά τον οποίο, μετά το πέρας της Αποκριάς και των χειμερινών γιορτών αναχωρούν για το πρώτο ταξίδι προς ανεύρεση εργασίας. Το ταξίδι λεγόταν μαρτιάτικο αλλά και σαρακοστιανό, καθώς διαρκούσε μέχρι το Πάσχα στην περίπτωση που η περιοχή της εργασίας τους δεν ήταν πολύ απομακρυσμένη. Ο Μάρτης είναι επίσης «γδάρτης και παλουκοκάφτης», μια δύσκολη περίοδος στον ετήσιο κύκλο καθώς τέλειωναν τα εφόδια και τα καυσόξυλα και μια παρατεταμένη κακοκαιρία έβαζε σε κίνδυνο τις εύθραυστες ισορροπίες των αγροτικών κοινοτήτων. Για τους αγρότες ο Ιανουάριος είναι ο Γενάρης, ο μήνας που γεννιούνται τα αρνιά (και δεν θυμίζει τίποτε από την προέλευσή του από το λατινικό Janus, Ιανός, ο Θεός με τα δύο πρόσωπα), ο Ιούνιος είναι Θεριστής, ο μήνας του θερισμού και ο Ιούλιος Αλωνάρης, αυτός του αλωνισμού.  Καλή χρονιά για τον παραδοσιακό άνθρωπο είναι εκείνη η χρονιά κατά την οποία  έχει  καλή σοδειά.

  *********************

Προς τα Χριστούγεννα



     Με την εορτή του αγίου Φιλίππου (14 Νοεμβρίου), γεωργικού αγίου, και προστάτη των γεωργών, έχουμε το πέρασμα προς τον χειμωνιάτικο κύκλο των γιορτών με την έναρξη της νηστείας των Χριστουγέννων, της Μικρής Σαρακοστής ή Σαρανταημέρου. Είναι χαρακτηριστικό ότι η γιορτή του Αγίου Φιλίππου ονομάζεται Μικρή Αποκριά και δεν μπορεί να συγκριθεί με τη Μεγάλη Αποκριά που συνδέεται με τον κύκλο του Πάσχα.
Ο Δεκέμβριος είναι ο μήνας των τροπών του ήλιου, των μεγάλων και επικίνδυνων αλλαγών του καιρού που επηρεάζουν τη γεωργική καλλιέργεια, τον ποιμενικό βίο, και τον θαλασσινό. Είναι ο μήνας που πρέπει οι ναυτικοί να αποφεύγουν τα ταξίδια και να συγκεντρωθούν στα σπίτια τους. Ο λαός με τη διαρκή παρατήρηση είδε ότι ο χειμώνας θεριεύει αυτές τις μέρες. Έτσι λέει ότι το κρύο του αγίου Ανδρέα (30 Νοεμβρίου) αντρεύει και κατά τα Νικολοβάρβαρα (δηλ. τις εορτές της Αγίας Βαρβάρας, του Αγίου Σάββα και του Αγίου Νικολάου, 4-6 Δεκεμβρίου):

Η αγιά Βαρβάρα βαρβαρώνει, (δηλ. αγριεύει το κρύο),
ο άγιος Σάββας σαβανώνει (τυλίγει σε άσπρο σάβανο, το χιόνι)
και ο άγιος Νικόλας παραχώνει στο χιόνι, ή ασπρίζει τα γένια του.

Ο λαός λέει ακόμη:

Η αγιά Βαρβάρα το γέννησε  (ενν. το χιόνι),
ο άι Σάββας το δέχτηκε
κι ο άι Νικόλας έδραμε να πα να το βαφτίσει.

     Το Δωδεκαήμερο των Χριστουγέννων αντικατέστησε πιθανότατα αρχαιοελληνικές ή ρωμαϊκές γιορτές, συνδεδεμένες με τις χειμερινές τροπές του ήλιου (22 Δεκεμβρίου), όπως τα Σατουρνάλια, τα Κρόνια κ.ά. Περιλαμβάνει τις ημέρες από την παραμονή των Χριστουγέννων (24 Δεκεμβρίου) μέχρι την παραμονή των Θεοφανείων (5 Ιανουαρίου). Έτσι, είναι φυσικό, οι χριστιανικές γιορτές, όπως είναι η Γέννηση του Χριστού, η εορτή του Αγίου Βασιλείου, η Περιτομή και η Βάπτιση να έχουν συνδεθεί με ειδωλολατρικές συνήθειες που αποσκοπούσαν στον εξευμενισμό των δαιμονικών όντων και στην ευετηρία (καλοχρονιά). Κύριο χαρακτηριστικό των ημερών αυτών είναι οι αγερμοί (κάλαντα) από μικρούς και μεγάλους, οι μεταμφιέσεις, οι προληπτικές ενέργειες για το καλό της χρονιάς κ.ά.

************************************


Τα Χριστούγεννα και τα έθιμά τους

Τα χοιροσφάγια
     Μια χαρακτηριστική εκδήλωση των Χριστουγέννων είναι τα χοιροσφάγια. Τα χοιροσφάγια έχουν θυσιαστικό χαρακτήρα και απηχούν αρχαίες εξιλαστήριες και καθαρτήριες θυσίες που συνοδεύονται από μαγικές και δεισιδαιμονικές πράξεις, όπως τα μαντέματα.  Οι Ρωμαίοι στην εορτή των Βρουμαλίων στο τέλος του έτους θυσίαζαν χοίρους στον Κρόνο και τη Δήμητρα.  Ο χοίρος είναι πιθανότατα μία ενσάρκωση του βλαστικού και γονιμικού δαίμονα, είτε, επειδή με την αδηφαγία του καταστρέφει τη βλάστηση είτε και εξαιτίας της πολυτοκίας του.
 
     Στον παραδοσιακό πολιτισμό οι εκδηλώσεις της λαϊκής λατρείας είναι ενσωματωμένες στην αγροτική οικονομία. Η εκτροφή του χοίρου εξασφαλίζει στην οικογένεια κρέας και λίπος για ολόκληρη τη χρονιά.  Δεν ήταν δύσκολο να διατηρούν από έναν χοίρο σε κάθε σπίτι καθώς ασχολούνταν με τη γεωργία και την κτηνοτροφία και είχαν να τον ταΐσουν υπολείμματα από σιτηρά, τυρόγαλο, βελανίδια και αποφάγια..  Για τη σφαγή ακολουθούνταν ιδιαίτερη εθιμοτυπία. Για παράδειγμα το σφάξιμο γινόταν με ειδικό μαυρομάνικο μαχαίρι και θύτης ήταν ο αρχηγός της οικογένειας.  Με το αίμα του ζώου σχημάτιζαν σταυρό στο μέτωπο των μικρών παιδιών για τον πονοκέφαλο.  Κάρφωναν το ρύγχος του χοίρου στον τοίχο ή πάνω από την πόρτα για να διώχνει τους καλικαντζάρους.  Από τη σπλήνα και το συκώτι του μάντευαν το μέλλον της οικογένειας. 

     Σχηματίζονταν παρέες στα σπίτια και δοκίμαζαν τους χοιρινούς μεζέδες και παρασκεύαζαν τα λουκάνικα, τα απάκια και τα σύγλινα.  Τα οικογενειακά γλέντια κρατούσαν όλο το δωδεκαήμερο. Χαρακτήρα αλληλεγγύης προς τον συνάνθρωπο είχε η συνήθεια να στέλνουν «τα σκουτελικά για ψυχικό» δηλαδή καλάθια με δώρα, κυρίως φαγώσιμα στα φτωχότερα μέλη της κοινότητας.

     Συχνά ο λαός αιτιολογεί με το δικό του τρόπο τα χοιροσφάγια ενσωματώνοντας το θείο δράμα στη δικιά του εμπειρία.  Στη Θεσσαλία πιστεύουν ότι, σύμφωνα με μια μαρτυρία «τα Χριστούγεννα σφάζαμι τα γουρούνια, γιατί τα Χριστούγεννα πήγινι η Παναγιά μι τουν Ιουσήφ και του Χ’ στό στ’ ν Αίγυπτου, να μη τ’ σφάξ’ η Ηρώδ’ς. Μπρουστά πηγαίναν η Παναγία μι τουν Ιουσήφ και πίσου τα γ’ ρούνια χαλούσαν τα χνάρια».
     Ο χρόνος για τον παραδοσιακό άνθρωπο είναι, όπως ήδη αναφέρθηκε, το περιεχόμενό του, η εμπειρία του. Στη ζωή των Ελλήνων αγροτών αυτή την περίοδο κυριαρχούσε το κρύο, το τέλος της σποράς και η μείωση του φωτός. Το Δεκέμβριο έχουμε τις μικρότερες μέρες. Από τα Χριστούγεννα όμως και ύστερα αρχίζουν να μεγαλώνουν. «Του Δεκέμβρη η μέρα, καλημέρα-καλησπέρα», λέει μια παροιμία για το Δεκέμβρη.

     Με τον ήλιο και το φως σχετίζονται και τα Χριστούγεννα. Από τις 22 του Δεκέμβρη, δηλαδή από το χειμερινό ηλιοστάσιο, η απόκλιση του ήλιου αρχίζει να λιγοστεύει, οπότε το βόρειο ημισφαίριο, όπου βρίσκεται και η Ελλάδα, φωτίζεται περισσότερο και η μέρα μεγαλώνει.

     Η γιορτή των γενεθλίων του Χριστού θεσπίστηκε στις 25 Δεκεμβρίου από τους Χριστιανούς και ο εορτασμός της επεκτάθηκε σταδιακά σε όλο το ρωμαϊκό κράτος, ανατολικό και δυτικό.  Στόχος τους ήταν να παραμερίσουν τον περσικό θεό Μίθρα, θεό του ήλιου και του φωτός.  Η ημέρα των γενεθλίων του, «το Γενέθλιον του αήττητου Ήλιου», γιορταζόταν στις 25 του Δεκέμβρη.  Η γιορτή αυτή συνδυαζόταν με τα Σατουρνάλια, παλιά αγροτική γιορτή, που έγινε μία από τις σπουδαιότερες γιορτές των Ρωμαίων και γιορταζόταν από τις 17 έως τις 23 Δεκεμβρίου. Ο σύνδεσμος του Χριστού με τον ήλιο φανερώνεται και στην υμνογραφία των Χριστουγέννων: «Ανέτειλας, Χριστέ, εκ Παρθένου, νοητέ Ήλιε της Δικαιοσύνης». Η γέννηση του Χριστού γιορταζόταν αρχικά στις 6 Ιανουαρίου, μαζί με τη βάπτιση. Το 378 για πρώτη φορά γιορτάστηκαν στην Κωνσταντινούπολη τα Χριστούγεννα ως αυτοτελής γιορτή.

     Ο κύκλος των εθίμων του Δωδεκαημέρου ανοίγει την παραμονή των Χριστουγέννων και κλείνει τα Θεοφάνεια με τον αγιασμό των υδάτων.  Προάγγελος των Χριστουγέννων είναι οι ομάδες των παιδιών που τραγουδούν τα κάλαντα. Τα κάλαντα αρχίζουν με την εξιστόρηση της γέννησης του Χριστού, συνεχίζουν με παινέματα για το σπίτι και τους σπιτικούς και τελειώνουν με αίτημα για φιλοδώρημα.
Σε ορισμένους ελληνικούς τόπους τα κάλαντα εξιστορούν την γέννηση του Χριστού σαν να γιορτάζουν την γέννηση ενός παιδιού:

Χριστός γεννάται χαρά στον κόσμο.
Χαρά στον κόσμο στα παλικάρια.
Σαράντα μέρες, σαράντα νύχτες
κι η Παναγιά μας κοιλοπονούσε.
Κοιλοπονούσε, παρακαλούσε
όλους τους Aγιους, τους  Αϊ-Αποστόλους.
Οι  Αποστόλοι μαμμή γυρεύουν...
Ώστου να πάνε κι ώστου να έρθουν,
η Παναγιά μας ξελευτερώθη.
Μέσα στις δάφνες, μες στα λουλούδια,
κάνει τον ήλιο και το φεγγάρι.

     Έτσι στο Ζαγόρι της Ηπείρου για παράδειγμα, ξημερώνοντας Χριστούγεννα, κάνουν τα «σπάργανα», τηγανίτες με πολλά καρύδια, τα οποία συνηθίζουν να προσφέρουν σε όσους επισκέπτονται οποιαδήποτε λεχώνα. Το Δωδεκαημέρο που μεσολαβεί ανάμεσα στη γέννηση και τη βάπτιση του Χριστού είναι μια ιδιαίτερη χρονική περίοδος. Αν για τα μικρά αβάπτιστα παιδιά και τις λεχώνες λαμβάνονται ιδιαίτερες προφυλάξεις στην παραδοσιακή κοινωνία, για να τα προστατεύσουν καθώς είναι ευάλωτα στις επιβουλές και συνάμα επικίνδυνα, ο χρόνος που μεσολαβεί από τη γέννηση ως τη βάπτιση του Χριστού είναι χρόνος αταξίας που αφορά ολόκληρη την παραδοσιακή κοινωνία.

     Τα Χριστούγεννα αποτελούν οικογενειακή γιορτή, που συγκεντρώνει τα μέλη της οικογένειας γύρω από το κοινό τραπέζι, όπου θα κόψουν το χριστόψωμο, στολισμένο με καρύδια και σχέδια από ζυμάρι. Στη Μακεδονία και αλλού τα Χριστούγεννα μαγείρευαν ντολμαδάκια (σαρμάδες) με λάχανο και κρέας χοιρινό, συνοδευμένο με σέλινο, πράσο ή σπανάκι (τα έλεγαν και σπάργανα του Χριστού, έτσι που τυλίγονταν στο λάχανο) ενώ σε άλλες περιοχές έσφαζαν κότα και έφτιαχναν σούπα. Η γαλοπούλα είναι νεώτερη συνήθεια στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι


 Τα κάλαντα των Χριστουγέννων


    Τα κάλαντα είναι τραγούδια που λέγονται από ομάδες παιδιών ή ενηλίκων στους δρόμους ή τα σπίτια . Πήραν το όνομά τους από τη γιορτή των Καλενδών του ρωμαϊκού ημερολογίου.

Την παραμονή των Χριστουγέννων παιδιά ή άντρες γυρνούσαν από σπίτι σε σπίτι κι έλεγαν τα κάλαντα. Στη Χίο το βράδυ της παραμονής ομάδες παιδιών ή ανδρών γύριζαν στα σπίτια με τύμπανα και φλογέρες ή με μουσική και έψαλλαν τα Χριστουγεννιάτικα κάλαντα:

Καλήν εσπέραν άρχοντες,
Κι αν είναι ορισμός σας,
Χριστού την θείαν γέννησιν
Να πω στ’ αρχοντικό σας…

     Στην περιοχή Κοζάνης τα παιδιά έλεγαν τα κάλαντα κρατώντας ένα ξύλο μήκους μισού μέτρου και σχήματος Τ  (την τζομπανίκα) για να χτυπούν τις πόρτες και ένα τροβά (υφαντό σακούλι για τα δώρα). Οι νοικοκυρές τους «φιλεύουν» μήλα, σύκα, καρύδια, κάστανα, κουλουράκια (κολιαντίνες), αβγά, χρήματα κ.ά.
Στην Ήπειρο, την παραμονή των Χριστουγέννων τραγουδούσαν:

Κόλιαντα , μπάμπω, κόλιαντα,
και μένα κολιαντίνα.
Κι αν δεν μου δώσεις
κι αν δεν μου δώσεις κόλιαντα,,
δώσ’ μας την θυγατέρα σ’.
-Τι την θέλεις, τη δική μου θυγατέρα
-Να την φιλώ, να την τσιμπώ
να με ζεσταίνει το βράδυ.
Φέρτε μας τα κόλιαντα,
τι μας πήρ’ η μέρα.
Η μέρα μερουλίζει,
το πουλί τσουρίζει.
Η γάτα νιαουρίζει,
ο Χριστός γεννιέται.
Γεννιέται και βαφτίζεται
στους ουρανούς απάνω.
Οι άγγελοι χαίρουνται
και τα δαιμόνια σκάνουν (=σκάνε).
Σκάνουν και πλαντάζουν
τα σίδερα δαγκάνουν<

Το χριστόψωμο

     Τα Χριστούγεννα κάθε νοικοκυρά με ιδιαίτερη φροντίδα παρασκεύαζε το χριστόψωμο. Συνήθως το σχήμα του είναι στρογγυλό και στη μέση της επιφάνειάς του κολλούν ένα σταυρό από ζυμάρι.  Στο κέντρο και τις άκρες του σταυρού βάζουν καρύδια και αμύγδαλα, σύμβολο πλούσιας καρποφορίας.  Ο διάκοσμός του έχει και συμβολική σημασία και είναι ανάλογος με την ασχολία του νοικοκύρη: βόδια, αλέτρι και αλώνι για το γεωργό, πρόβατα, κατσίκια και στάνη για τον τσοπάνο.  Χαρακτηριστικό ήταν το χριστόψωμο των Σαρακατσάνων, του ποιμενικού και νομαδικού αυτού πληθυσμού με ολόκληρη στάνη πάνω του.  Οι Σαρακατσάνοι έφτιαχναν και ένα άλλο ακόμα ψωμί «την τρανή χριστοκουλούρα» για τα πρόβατά τους, για να τα ευλογήσει ο Χριστός.

     Στη δυτική Μακεδονία κάνουν και τις «κολιαντίνες», μικρά χριστόψωμα για τα παιδιά που λένε τα κάλαντα.


     Το χριστόψωμο έχει εξέχουσα θέση στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι το οποίο σε αρκετά μέρη στρώνεται από την παραμονή.  Λέγεται και τραπέζι της Παναγιάς.  Στη Θράκη και τη Μακεδονία το λένε και «τα εννέα φαγιά», επειδή σ’ αυτό πρέπει να υπάρχουν εννιά ειδών φαγητά.  Σε κάποιες περιοχές το τραπέζι που στρώνουν την παραμονή δεν το σηκώνουν, μόνο το σκεπάζουν και το αφήνουν για να φάει ο Χριστός.

Το χριστουγεννιάτικο δέντρο

     Το χριστουγεννιάτικο δέντρο φαίνεται ότι εμφανίστηκε στη νεώτερη Ελλάδα την εποχή του Όθωνα και έχει ήδη πάνω από ενάμισυ αιώνα ζωής στη χώρα μας.  Βέβαια μόνο ύστερα από τον τελευταίο πόλεμο εκλαϊκεύτηκε και αγαπήθηκε ως χριστουγεννιάτικο στολίδι.  Είναι γερμανικό και σκανδιναβικό έθιμο και από εκείνους τους λαούς το έμαθαν και οι άλλοι.  Η χρήση πράσινων κλαδιών αειθαλών δένδρων υπήρχε και στις αρχαίες γιορτές των «δεντροφοριών» και στις ρωμαϊκές και βυζαντινές καλένδες.  Το δέντρο με τα αναβλαστικά σχήματα και το πράσινο χρώμα ήταν πάντα ένα σύμβολο ζωής.  Όσον αφορά στο στολισμένο καραβάκι τα παιδιά των νησιών και των παραθαλασσίων περιοχών τραγουδούσαν τα κάλαντα κρατώντας φωτισμένα καράβια σαν φαναράκια.  Στην ηπειρωτική και ορεινή Ελλάδα κρατούσαν επίσης φανάρι, μια εκκλησία, ένα ομοίωμα της αγίας-Σοφιάς 



Οι καλικάντζαροι


     Οι καλικάντζαροι έρχονταν την παραμονή των Χριστουγέννων και έφευγαν τα Θεοφάνεια. Έχουν διάφορες ονομασίες: Λυκοκαντζαραίοι, σκαρικατζέρια, καρκατζέλια, πλανήταροι (Κύπρος), Κάηδες (Σύμη), καλλισπούδηδες, χρυσαφεντάδοι (Πόντος), κωλοβελόνηδες, παρωρίτες ή παραωρίτες (πριν από το λάλημα του πετεινού), παγανά. Με παρεμφερή ονόματα υπάρχουν οι καλικάντζαροι και στους βαλκανικούς λαούς. Και στους άλλους χριστιανικούς λαούς εμφανίζονται δοξασίες για δαιμονικά όντα κατά το Δωδεκαήμερο: Λυκάνθρωποι, Στρίγγλες, Μάγισσες, Νόρνες. Παγανά είναι γενικότερα τα εξωτικά και τα φαντάσματα. Paganus σημαίνει τον χωρικό, τον αστράτευτον (παγάνα, παγανιά) και κατόπιν τον εθνικό και μη χριστιανό. Στα αγγλικά pagan είναι ο ειδωλολάτρης. Και παγανή Κυριακή σημαίνει την Κυριακή που δεν έχει άλλη εορτή. Παγανό αποκαλείται το αβάπτιστο νήπιο. Πιστεύεται ότι τα βρέφη που πέθαναν αβάπτιστα γίνονται παγανά, τελώνια, καλικάντζαροι.

     Συμβολίζουν το σκοτάδι και ζουν όλο το χρόνο στα έγκατα της γης, προσπαθώντας να κόψουν το δέντρο που βαστάει τη γη. Όταν είναι πολύ κοντά να το πετύχουν, την παραμονή των Χριστουγέννων ανεβαίνουν στη γη δημιουργώντας προβλήματα στους ανθρώπους. Η πίστη για τους καλικαντζάρους ως δαιμονικών όντων που ζουν κάτω από τη γη στηρίζεται στην κοσμοθεωρία περί ακινησίας της γης (το γαιοκεντρικό σύστημα, σύμφωνα με το οποίο η γη είναι ακίνητη και γύρω της κινούνται τα άλλα ουράνια σώματα. Η γη είναι προσηλωμένη στον θόλο του ουρανού).

     Μένουν ανάμεσα στους ανθρώπους 12 μέρες ως την παραμονή των Φώτων αφήνοντας στην ησυχία του το δέντρο της Ζωής να αναβλαστήσει.  Ο λαός τους φαντάζεται μαύρους και άσχημους, κουτσούς, ψηλούς με μάτια κόκκινα, πόδια τραγίσια και σώμα τριχωτό.  Οι άνθρωποι προσπαθούσαν να τους εξουδετερώσουν με διάφορους τρόπους και κυριότερα με τη φωτιά, η οποία καίει συνεχώς στο τζάκι όλο το Δωδεκαήμερο.  Διάλεγαν ένα κούτσουρο («δωδεκαμερίτης», «χριστόξυλο») και μάλιστα από αγκαθωτό δέντρο.  Με τη στάχτη του ράντιζαν το σπίτι ξημερώματα παραμονής Θεοφανείων τρέποντας σε φυγή τα δαιμόνια. 

     Οι βυζαντινοί είχαν τον βαβουτζικάριον (εφιάλτην). Ο Μιχαήλ Ψελλός γράφει ότι ένας αγράμματος και αφελής έβλεπε και την ημέρα φανταστικά όντα, όπως ο Ορέστης τις Ευμενίδες.

     Σύμφωνα με μια παράδοση: «Οι Λυκοκαντζαραίοι έρχονται από τη γης αποκάτου. Ούλο το χρόνο πελεκάν με τα τσεκούρια να κόψουν το δέντρο που βαστάει τη γης. Κόβουν κόβουν όσο που μενέσκει λιγάκι ακόμα ως μια κλωνά άκοπο, και λεν «χάισε να πάμε, και θα πέση μοναχό του». Γυρίζουν πίσω της Βάφτισης, και βρίσκουν το δέντρον ολάκερον, ακέριον μπίτι. Και πάλε κόβουν, και πάλ’ έρχονται κι ούλο φτόνι τη δουλειά κάνουν. Κυρίως κάνουν κακό (πνίγουν) στα αβάφτιστα παιδιά. Και στα νησιά φτάνουν οι καλικάντζαροι. Με το καράβι τους. Κάνουν ζημιές: Χύνουν το νερό, τ’αλεύρι, κατουρούν τη στάχτη. Γι αυτό και βάζουν στη φωτιά ρείκια, αλάτι, που κάνουν κρότο, ή ρίχνουν κανένα πετσί να βρωμάει».

     Ο λαός πιστεύει ότι Καλικάντζαροι γίνονται όσοι γεννιούνται το Δωδεκαήμερο, γιατί έχουν συλληφθεί την ίδια μέρα με το Χριστό. Θέλουν να κάνουν κακό στους ανθρώπους. Είναι άσκημοι, κουτσοί, εριστικοί, ανόητοι γιατί δεν βοηθά ο ένας τον άλλον και για το λόγο αυτό είναι αναποτελεσματικοί στο να κάνουν κακό. Όσους περπατούσαν τη νύχτα έξω τους ανάγκαζαν να χορέψουν μαζί τους (είναι χαρακτηριστικό το παραμύθι με τη Μάρω που γύριζε από το μύλο τη νύχτα).
Οι μυλωνάδες που εργάζονταν στο μύλο, ο οποίος ήταν συνήθως χτισμένος σε μέρος μακριά από τον καθαγιασμένο χώρο του οικισμού, δίπλα σε ποτάμι, είχαν πάρε δώσε με καλικαντζάρους. Σε μια ευτράπελη διήγηση ο μυλωνάς ψήνει πέρδικα ή γουρουνάκι κι ο καλικάντζαρος βάτραχο. Ο μυλωνάς καίει τον καλικάντζαρο με τη σούβλα και του λέει ότι κάηκε ατός του (μόνος του), απάντηση που είχε δώσει ο Οδυσσέας στον κύκλωπα Πολύφημο.

Τα Φώτα όλα τα πονηρά πνεύματα φεύγουν με τον αγιασμό:

Φεύγετε να φεύγουμε, έρχετ’ ο τουρλόπαπας
Με την αγιαστούρα του και με τη βρεχτούρα του.

-

Το «Χριστόξυλο»

     Κλαδιά δέντρων, ανάλογα με την περίσταση, χρησιμοποιούνται κατά τη διάρκεια της χρονιάς για στολισμό, επίτευξη γονιμότητας, αποτροπή επιβλαβών ζωυφίων, προστασία από τη βασκανία  και γενικά για ευεργετική επίδραση σε ανθρώπους, ζώα και κτήματα. Έτσι η ελιά σύμβολο μακροβιότητας, γονιμότητας και ευτυχίας εξαιτίας του αειθαλλούς της φυλλώματος και του εξαιρετικά θρεπτικού και υγιεινού καρπού της, χρησιμοποιήθηκε και εξακολουθεί να έχει την μεγαλύτερη χρήση στα χαρακτηριστικά περάσματα του ανθρώπινου κύκλου της ζωής, από τη γέννηση ως το θάνατο, αλλά και στον κύκλο του χρόνου, τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά, την Πρωτομαγιά, και σε κάθε περίπτωση που ένα κλωνάρι της συμβολίζει την ευετηρία και τη μακροβιότητα. Αλλά και το πουρνάρι (δρυς, δέντρο), η καρυδιά, η κρανιά, η μηλιά κ.ά. χρησιμοποιούνται εθιμικά για το στολισμό των σπιτιών κατά τη διάρκεια του χρόνου.
-

Το πάντρεμα της φωτιάς – Το δέντρο της ζωής

     Την παραμονή των Χριστουγέννων, επειδή πιστεύουν ότι με την έναρξη του Δωδεκαημέρου, οι καλικάντζαροι ανεβαίνουν πάνω στη γη, αφήνοντας στην ησυχία του το δέντρο της ζωής να αναβλαστήσει, και επιδιώκουν να δημιουργήσουν προβλήματα στους ανθρώπους, οι ένοικοι του σπιτιού προσπαθούν να κρατούν αναμμένη τη φωτιά στην εστία. Επιλέγουν μάλιστα ξύλα δέντρων που αργούν να καούν, ακόμη και χλωρά, και τα «παντρεύουν». Και ο αριθμός των ξύλων ή το είδος του δέντρου συμβολίζει τον ιδιοκτήτη του σπιτιού ή το αντρόγυνο ή το αντρόγυνο και τον κουμπάρο.

     Στα Aγραφα «την παραμονή των Χριστουγέννων παντρεύουν τη φωτιά τους. Βάνουν ξύλο αγριοκερασιάς για στοίχειωμα της νοικοκυράς και κέδρου για στοίχειωμα του νοικοκύρη. Και τα βάνουν χλωρά στη φωτιά, για να καούν».  Στην Κέρκυρα βάζουν και τρίτο ξύλο, που συμβολίζει τον κουμπάρο, ενώ στη Λευκάδα ο νοικοκύρης, αφού τοποθετήσουν στη γωνιά δυο ξύλα, (ένα μεγάλο, ίσιο, αρσενικό, και ένα με παραφυάδες, θηλυκό) χύνουν επάνω σ’ αυτά λίγο λάδι και λίγο κρασί, ψάλλοντας δ’ αμέσως το «Ευλογητός ει, Κύριε», ανάβει τα ζευγαρωμένα ξύλα.  Έτσι γίνεται το πάντρεμα της γωνιάς.  Στη Θράκη «ο σπιτονοικοκύρης κόβει τρία ξύλα τριών λογιών ίσαμε ένα μέτρο, απού δέντρα π’ κάνουν καρπό, και τα βάζ’ στου τζάκι απού βραδύς του Χριστού θα καίουνται απού λίγου, ώς την παραμονή των Φώτων».

     Η φωτιά των Χριστουγέννων και του Δωδεκαημέρου συγκεντρώνει την οικογένεια γύρω από την εστία, όπου και μαντεύει με φύλλα χλωρά ελιάς ή καρυδιάς ή δάφνης ή σούρβα ή κουκούτσια από κρανιές ή φύλλα πρίνου την εξέλιξη της υγείας και ευτυχίας των μελών της και του σπιτιού (υγεία ή θάνατο, ευφορία ή αφορία). 

     Στην Καστοριά, το βράδυ της παραμονής ανάβουν στο τζάκι τη μεγαλύτερη φωτιά βάζουν τη μεγαλύτερη «κουρφάδα» (=χοντρό κορμό) δέντρου, «για να φασκιώσ’ η αρκούδα».  Στην Ήπειρο την Πρωτοχρονιά συνηθίζουν να ρίχνουν στη φωτιά κλαδί πρίνου, λέγοντας τα εξής:

Καλημέρα κι αϊ Βασίλης
με τον πέρναρο στα χέρια
με το διάφορο στο σπίτι
όσα φύλλα και κλαριά,
τόσα γρόσια και φλουριά.

     Στην Κερασούντα του Πόντου την ημέρα των Χριστουγέννων, τα ξημερώματα, τα κορίτσια κατέβαιναν στην παραλία, μάζευαν πετραδάκια και τα σκορπίζανε στο σπίτι. Επίσης έσχιζαν λεπτοκάρυα και τα περνούσαν στα φύλλα κλάδου ελιάς και τα κρεμούσαν στο εικονοστάσι καθώς και στις αυλόθυρες και τα εργαστήρια.

     Εκτός από την ελιά κατά τη διάρκεια των αγερμών τα παιδιά κρατούσαν κλαδιά κρανιάς, δένδρου με ιδιαίτερα γερό ξύλο. Στην περιφέρεια Αδριανουπόλεως το πρωί της Πρωτοχρονιάς τα παιδιά, ηλικίας 12-15 ετών, γύριζαν τα σπίτια μ’ ένα κλαδί κρανιάς (σουρβάκια) και σούρβιζαν, δηλ. κτυπούσαν τον νοικοκύρη και τους οικείους στη ράχη λέγοντας:

«Σούρβα, σούρβα, γερό κορμί,
γερό κορμί, γερό σταυρί
Σαν ασήμι, σα κρανιά
και την χρόν’ γούλ’ γεροί
και καλόκαρδοι!»
Αλλού περιτυλίσσουν το κλωνάρι της κρανιάς με χρωματιστές κλωστές και κορδέλλες. Στο Κωστί «κόφτανε ένα κλωνάρι πράσινο ακρανιά και τυλίζασι τη ζώνη την ασημένια, που φορούσαν οι μάννες τους. Έτσι το παιδί πήγαινε  στο σπίτι με τ’ ασήμι».



Οι εποχικές πυρές (φανοί)


     Εκτός από τη φωτιά που άναβε στο τζάκι κατά τη διάρκεια του Δωδεκαημέρου μεγάλες φωτιές άναβαν και ομαδικά στους δρόμους και στις πλατείες. Στο Καστανόφυτο της Καστοριάς, για παράδειγμα, ανάβουν κέδρα στην άκρη του χωριού, ενώ στη Σιάτιστα ανάβουν πυρές στην πλατεία της πόλης δημιουργώντας θόρυβο γύρω από αυτές με κουδούνια.  Το διώξιμο του κακού γίνεται έτσι πιο αποτελεσματικό χάρη στην αποτρεπτική δύναμη του ήχου των κουδουνιών.

Νίκαια Πειραιώς, Ομάδα παιδιών ψάλλει τα Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα (Φωτογραφικό Αρχείο του Κέντρου Λαογραφίας).
Αμφίκλεια, χριστουγεννιάτικη παιδική κουλούρα (Μουσείον Αρτου Αμφίκλειας).
 Αμφίκλεια, «Οικουρός Όφις» (προστάτης του σπιτιού), πρωτοχρονιάτικη κουλούρα, (Μουσείον Αρτου Αμφίκλειας).

 Αμφίκλεια, «Κοκόσια» ψωμάκια που δίνονται ως φιλοδώρημα στα παιδιά για τα Κάλαντα (Μουσείον Αρτου Αμφίκλειας).












 Κείμενο:
Αικατερίνη Πολυμέρου – Καμηλάκη, Διευθύντρια Κ.Ε.Ε.Λ.

Επιμέλεια:
Ευάγγελος Καραμανές, ερευνητής.

Συνεργάστηκαν:
Ζωή Αναγνωστοπούλου,
Παρασκευάς Ποτηρόπουλος,
Κλεοπάτρα Φατούρου