Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2013

Τα θεραπευτικά όνειρα της Επιδαύρου


 Ασκληπιός, Αρχαιολογικό Μουσείο Επιδαύρου.
Εκτός από την ησιόδεια Θεογονία (212 κ.ε.), που θέλει τα όνειρα τέκνα της ερεβώδους Νύκτας, υπάρχει και η παράδοση που αναφέρει ο Ευριπίδης (Εκάβη, 7 κ.ε.), σύμφωνα με την οποία τα όνειρα είναι φύτρα της Γης. Όχι της Γης η οποία είναι «πάντων έδος ασφαλές αιεί» (Ησιόδου Θεογονία, 117) αλλά της τρομερής Χθονός, που κλείνει στον κόρφο της όλους τους νεκρούς. Η εκδοχή ετούτη δεν αντιτίθεται στη νυκτερινή καταγωγή της φυλής των ονείρων. Και οι δυο αναπαρα­στάσεις σηματοδοτούν ένα όριο πέραν του οποίου είναι η ανυπαρξία, το σκοτάδι.

Η χθόνια προέλευση των ονείρων είναι το μυθικό αίτιο της εγκοίμησης. Την εγκοίμηση γνώριζαν οι Ασσυριοβαβυλώνιοι και οι Αιγύπτιοι· στον ελλαδικό χώρο συναντά­ται ήδη από την εποχή των Ομηρικών Επών. Είναι η τελετουργική κατάκλιση κατά γης σε έναν καθορισμένο ιερό χώρο, εν αναμονή ονει­ρικής συνάντησης και επικοινωνίας με προγόνους, ηρωποιημένους νεκρούς και γενικά με χθόνιες θεότητες. Αποσκοπεί στη γνώση του μέλλοντος ή ενέχει ιατρομαντικό αίτημα. Διότι η γη είναι πρωτεύουσας σημασίας και στο πε­δίο της ιατρικής. Βλασταίνει τα θεραπευτικά βότανα· από τα σπλάχνα της βγαίνουν τα μέταλλα και τα πετρώματα που εκπέμπουν ζωτι­κές δυνάμεις.
Έτσι, ίσως, συνδέονται εν μέρει τα όνειρα με την ιατρική. Όσο για τη συγγένεια μεταξύ ιατρικής και μαντικής, τα ιπποκρατικά κείμενα επισημαίνουν ότι είναι ομοαίματες αδελφές, κόρες και οι δυο του Απόλλωνα. Ο Απόλλωνας όμως κινείται στον ευρύτερο χώρο των επιδημιών, αφήνοντας κάθε κλινική παρέμ­βαση στον χθόνιο γιο του, τον Ασκληπιό, ο οποίος «τους λύτρωνε όλους κι απ’ το κακό τους γιάτρευε· ή με ξόρκια ή ξαρρωστικό τους έδινε να πιούνε· άλλους με αλοιφές τους τύλιγε τα μέλη ή τους αναστήλωνε με το νυστέρι» (Πινδάρου Πυθιονίκων  III, 47 κ.ε).


Υπέρτατος ιατρός, ο Ασκληπιός είναι κι αυ­τός γνωστός από τα ομηρικά χρόνια, όταν τόσο οι αρρώστιες όσο και η ίασή τους είχαν αυτόνο­μη υπόσταση, όταν το θεϊκό στοιχείο εμφανιζόταν μοιραία επί σκηνής. Από τον 5ο π.Χ. αιώνα κι ύστερα, δανείζει το όνομά του στα θεραπευτικά ιερά. Λίγο αργότερα θα αρχίσει να αναπτύσσε­ται η ορθολογική ιατρική, που δεν αναζητά τις αιτίες των δυσλειτουργιών του σώματος στη σφαίρα του υπερφυσικού. «Όλες (οι αρρώστιες) είναι θεϊκές και όλες τους είναι ανθρώπινες. Η κάθε αρρώστια έχει τη δική της φύση και τη δική της δύναμη και απέναντι σε καμία δεν μένουμε αμήχανοι και ανίκανοι να βρούμε μια διέξοδο» (Ιπποκρ. Περί ιερής νούσου, 21).
Αρέσκονται όμως οι ιπποκρατικοί να τους απο­καλούν ασκληπιάδες, και τονίζουν ότι « έργο της ιατρικής είναι: να διώχνει τελείως από τους αρ­ρώστους ό,τι τους κάνει να υποφέρουν, να αμβλύνει τη σφοδρότητα των ασθενειών τους και, ακόμη, με πλήρη συνείδηση πως η ιατρική δεν έχει τη δύναμη να κάνει το παν, να μην επεμβαί­νει στις περιπτώσεις που οι άρρωστοι έχουν πια τελείως νικηθεί από την αρρώστια τους» (Ιπποκρ. Περί τέχνης, 3). Τότε η κοσμική ιατρι­κή διεκδικούσε σαφώς τη γνώση ως διάγνωση, αλλά δεν αξίωνε να έχει το μονοπώλιο της θερα­πείας. Ένας ολόκληρος χώρος έμενε ελεύθε­ρος, όπου λειτουργούσε, οριοθετημένη, η ιατρι­κή των ναών.
Από την κλασική έως τη μεταχριστιανική αρ­χαιότητα άνθισαν πάνω από τριακόσια θεραπευτικά ιερά, αφιερωμένα στον Ασκληπιό ή σε δευ­τερεύουσες χθόνιες θεότητες. Εκεί προσέτρεχαν ασθενείς ανεξαρτήτως κοινωνικής υπόστα­σης. Άλλοι άρρωστοι, εγκαταλελειμμένοι από τους κοσμικούς γιατρούς, εναπέθεταν την ύστατη ελπίδα τους, έστω και με κάποια αδιό­ρατη επιφύλαξη, στο θαύμα. Οι περισσότεροι προσδοκούσαν τη θεϊκή παρέμβαση με φλογε­ρή και ακράδαντη πίστη. Η σχέση με τη θερα­πευτική θεότητα ήταν στενά προσωπική. Η ίαση είχε όλα τα χαρακτηριστικά μιας θρησκευτικής εμπειρίας. Όμως τα κατά τόπους ευρήματα (ια­τρικά εργαλεία, σκεύη κ.ά.) και το επιγραφικό υλικό ωθούν στην υπόθεση ότι το ιερατικό προ­σωπικό δεν ήταν άμοιρο ιατρικών και φαρμακο­λογικών γνώσεων. Πρέπει μάλιστα να γίνονταν και κάποιες, απλές ίσως, χειρουργικές επεμβά­σεις.
Το πλαίσιο της όποιας δραστηριότητας όμως παρέμενε πάντα το τελετουργικό της εγκοίμησης ώσπου, με την πάροδο των αιώνων, τα σεπτά θεραπευτήρια εξελίχθηκαν βαθμιαία σε ιαματικά θέρετρα, σε τόπους συνάντησης φι­λάσθενων λογίων και ρητόρων, χωρίς όμως να αποβάλουν εντελώς την αλλοτινή θρησκευτική τους ατμόσφαιρα.

Ανάγλυφο αφιέρωμα του Αρχίνου στον Αμφιάραο. Ο άρρωστος κοιμάται, ενώ ένα φίδι τον γλείφει. Στο πρώτο πλάνο ο Αμφιάραος του γιατρεύει τον ώμο. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.
Οι ιεροί χώροι του αρχαίου κόσμου έκλεισαν οριστικά το 426 μ.Χ., με το διά­ταγμα του Θεοδοσίου Β’. Οι θεραπευτικές όμως ιδιότητες του Ασκληπιού ενσωματώθηκαν στη νέα θρησκεία σε πρόσωπα Αγίων. Μεταξύ των ασκληπιείων, η Επίδαυρος έχαιρε ξεχωριστής αίγλης. Προφανώς λόγω του πανελλήνιου χαρακτήρα του ιερού και της κο­σμοσυρροής, οι προκαταρκτικές πράξεις (θυ­σίες, προσφορές, καθαρμοί) που απαιτούσε η εγκοίμηση ήταν απλουστευμένες.
Η στοά του Αβάτου αναστηλωμένη (άποψη από τα ανατολικά). Φωτογραφία, Υπουργείο Πολιτισμού.

Στο Άβατο, το στωικό οικοδόμημα που μια από τις πλευρές του άνοιγε στο τέμενος του Ασκληπιού, μπο­ρούσαν να κατακλιθούν περισσότεροι από ογδόντα πάσχοντες. Το διώροφο Καταγώγειο αριθμούσε εκατόν εξήντα δωμάτια, όπου έβρι­σκαν κατάλυμα πανηγυριστές ή άλλοι ικέτες, οι οποίοι περίμεναν τη σειρά τους να κοιμηθούν στην ονειρογόνο γειτνίαση του ναού. Στον ιερό περίβολο έβλεπε κανείς κάθε λογής αναθήματα, δηλαδή γλυπτά, σμιλεμένα ανάγλυφα και πινά­κια. Από αυτά πολλά ήταν ενεπίγραφα και απει­κόνιζαν την πάθηση που είχε οδηγήσει τους ασθενείς στην Αργολίδα˙ τα αφιέρωναν στο θεό, αποχωρώντας θεραπευμένοι και ευγνωμονούντες. Ήταν τα λεγόμενα τυπία, παρόμοια με τα σημερινά, τάματα που αφήνουν οι προσκυνη­τές στην Παναγία της Τήνου, σε αναγνώριση κά­ποιου θαύματός της. Μπορούσαν να προμηθευτούν τα τυπία στα μικρομάγαζα που υπήρχαν για το σκοπό αυτό γύρω από το ιερό.
Οι ανασκαφές στην Επίδαυρο άρχισαν τη δεκαετία του 1880 και γρήγορα έφεραν στο φως, πίσω από το ιερό φρέαρ του Ασκληπιού, τοποθε­τημένες στον τοίχο προς την ανατολική πλευρά της στοάς, λίθινες πλάκες στις οποίες αναγρά­φονταν περιστατικά εγκοίμησης. Ο Παυσανίας είδε έξι τέτοιες πλάκες στημένες στο ύπαιθρο, κοντά στο Άβατο. Σήμερα σώζονται τέσσερις, εκ των οποίων οι δυο είναι ακέραιες, ενώ οι άλλες δυο σώζονται σε θραύσματα και δεν μπορούν να διαβαστούν διακρίνονται μόνο κάποια ονόματα ασθενών και παθήσεων.
Ο Αμυνος και μια κνήμη με κιρσό. Αναθηματικό ανάγλυφο (αρχές του 4ου αιώνα π.χ.) του Λυσιμαχίδη. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.
Οι δυο λίθινες πλάκες βρίσκονται σήμερα στο τοπικό μουσείο. Χρονο­λογούνται στο δεύτερο μισό του 4ου π.Χ. αιώνα και αναφέρουν είκοσι και είκοσι τρία ιάματα αντί­στοιχα. Η γραφή είναι αρχαϊκή και η διάλεκτος δωρική κοινή. Το ύφος είναι λακωνικό: «Ο τάδε ήλθε με την τάδε πάθηση, κοιμήθηκε στο Άβατο, είδε το εξής όνειρο, κατέβαλε τα ίατρα και απήλ­θε υγιής».
Κατά την εκτίμηση των αρχαιολόγων, η επιλογή των ιαμάτων γινόταν από τους ιερείς. Συχνά η επιλογή αυτή είχε ως κριτήριο την ψυχι­κή και πνευματική ανάταση των εγκοιμωμένων, τη γενικότερη υποβλητική ατμόσφαιρα, ή ακόμη και την προπαγάνδα του ιερού. Παρόμοια εντύπωση αφήνει η ανάγνωση των αρχείων που κρα­τούνται στο καθολικό ιερό της Λούρδης, και τα οποία καταγράφουν τα περιστατικά που η Εκκλησία και η ιατρική επιστήμη αναγνωρίζουν επίσημα ως θαύματα. Στην πλειονότητά τους, τα ιάματα μνημο­νεύουν το όνομα του ασθενούς. Είναι πιθανό ότι το ιερατικό προσωπικό αντλούσε υλικό από τις ευχαριστήριες επιγραφές των πινακίων που αφιέρωναν οι ικέτες φεύγοντας. Σε μια περίπτωση αναφέρεται αυτολεξεί η επιγραφή που συνόδευε το ανάθημα: «Δεν είναι θαυμαστό το μέγεθος της πινακίδας, αλλά ο θεός επειδή η Κλειώ κουβαλούσε το βάρος στην κοιλιά της πέντε χρόνια, ώσπου κοιμήθηκε στο ναό και ο θεός της έδωσε την υγεία της» (μ. 87,1).
Όσον αφορά στα ανώνυμα ιάματα, μπορεί να προέρχονται από την προφορική παράδοση, δηλαδή να πρόκειται για παλαιότερες ιστορίες που διαδίδονταν από στόμα σε στόμα. Στις λίθινες πλάκες διαβάζουμε και ένα επώνυμο περι­στατικό, που πρέπει να ανάγεται στους περσικούς πολέμους:
«Η Αρισταγόρη από την Τροιζήνα. Αυτή είχε σκουλήκι στην κοιλιά της, και κοιμήθηκε στο ναό του Ασκληπιού στην Τροιζήνα και είδε ένα όνειρο. Της φάνηκε ότι οι γιοι του θεού, ενώ ο ίδιος δεν ήταν παρών, αλλά βρισκόταν στην Επίδαυρο, της έκοψαν το κεφά­λι, αλλά, επειδή δεν μπορούσαν να το ξαναβά­λουν στη θέση του, έστειλαν κάποιον στον Ασκληπιό για να τον καλέσει να έλθει. Στο μετα­ξύ ξημέρωσε και ο ιερέας είδε καθαρά το κεφά­λι της κομμένο απ’ το σώμα. Όταν ήλθε η νύχτα, η Αρισταγόρη είδε ένα όραμα. Της φάνηκε ότι ο θεός ήλθε από την Επίδαυρο και στερέωσε το κεφάλι της στον τράχηλο της. Ύστερα άνοιξε την κοιλιά της, έβγαλε το σκουλήκι και την ξανάραψε. Έπειτα από αυτό η γυναίκα έγινε καλά». (μ. 87, 23).
Το περιστατικό αυτό το αναφέρει σχεδόν αυτούσιο ο Ίππων από το Ρήγιο, τον οποίο μνημονεύει ο Αιλιανός στο τέλος του 2ου μ.Χ. αιώ­να. Εκ πρώτης όψεως, η καταγραφή δεν μοιά­ζει να υπακούει σε κάποιο σύστημα. Ίσως συ­γκεντρώνονται στην πρώτη λίθινη πλάκα τα πιο εντυπωσιακά ιάματα πρώτα – ενώ η ίδια η πά­θηση εντυπωσιάζει, σαν να προήλθε από θαύμα. Στη συνέχεια όμως η ακολουθία των περιστατι­κών ποικίλλει, πιθανώς για να αποφευχθεί η μο­νοτονία. Οι λίθινες πλάκες αποτελούν πολύτιμη μαρ­τυρία για τους μελετητές. Δίνουν τοπογραφικές, αρχιτεκτονικές, δημογραφικές, νοσογραφικές και ιατροφαρμακολογικές πληροφορίες, λεπτο­μέρειες για το καθαυτό δρώμενο και για τη λει­τουργία των ονείρων κατά την εγκοίμηση.
Η πε­ριοχή του Άβατου ήταν δενδροφυτεμένη (μ. 87, II), ενώ ήταν χαμηλόσκεπη η είσοδος στους ιε­ρούς χώρους της εγκοίμησης. Ο ικέτης μπορού­σε να κοιμηθεί και αλλού, όχι αποκλειστικά στο Άβατο (μ. 87, 17), και να ονειρευτεί ο ίδιος ή δι’ αντιπροσώπου (μ. 87, 7’21’ ’24). Από τα σαράντα τρία ιάματα, είκοσι οκτώ αφορούν άνδρες, ένδε­κα γυναίκες, τρία παιδιά. Να υποθέσουμε ότι η υγεία των γυναικών ήταν άνευ σημασίας; Οι γυ­ναίκες απευθύνονταν στον Ασκληπιό κυρίως για ανωμαλίες κατά την κύηση ή για προβλήματα στειρότητας. Και σαν από σύμπτωση, όλες εκτός από μια (μ. 87, 2) γεννούν αγόρι, το κατ’ εξοχήν παιδί. Εκτός από μερικές εξαιρέσεις, οι ικέτες του θεού δεν φαίνονται να πάσχουν από οξείας μορφής ασθένειες.
Παρουσιάζουν λει­τουργικές παθήσεις, ψυχοσωματικές όπως θα λέγαμε σήμερα: στομαχικές διαταραχές, δερμα­τικά νοσήματα, ρευματικούς πόνους, πονοκεφά­λους, αϋπνίες, αλαλίες, ψυχοκινητικά προβλήμα­τα. Για να θεραπευθούν από αυτές έρχονται να ονειρευτούν τον Ασκληπιό. Τα όνειρά τους σκια­γραφούν με γλαφυρό τρόπο την προσωπικότητά του, τις μεταπτώσεις του χαρακτήρα του. Οικείος, χαριεντίζεται, συνήθως είναι ήπιος, αλ­λά του συμβαίνει και να θυμώνει, μπορεί να συγ­χωρεί τους απίστους, ξέρει να διεκδικεί την αμοιβή του, τον αφοπλίζει ο αυθορμητισμός των παιδιών, ώστε δεν τους ζητάει ίατρα. Και, κυ­ρίως, τους θεραπεύει την ώρα που κοιμούνται και ονειρεύονται στο Άβατο.
Πώς λειτουργούν τα όνειρα που διηγούνται οι λίθινες πλάκες της Επιδαύρου; Κατ’ αρχήν, είναι όνειρα επιθυμίας. Κάθε πιστός θέλει να ονειρευτεί το θεό του αυτοπροσώπως. Και είναι πολύ φυσικό να τον ονειρεύεται. Το ότι ο πά­σχων πιστός θέλει να τον γιατρέψει ο θεός είναι επίσης φυσικό το να γιατρεύεται όμως πράγ­ματι καθ’ ύπνον είναι υπερφυσικό, αποκτά υφή «θαύματος», δηλαδή αφήνει τους πάντες κατά­πληκτους, θα μπορούσαμε να τα ονομάσουμε και μεταβιβαστικά (με την ψυχαναλυτική έννοια του όρου) όνειρα. Ο Ασκληπιός γίνεται έτσι θε­ραπευτικό αντικείμενο μεταβίβασης, και το ίδιο το όνειρο δρα ως θεραπευτικό αντικείμενο, αφού η ίαση τελείται στο χωροχρόνο του.

Αναθηματικό ανάγλυφο. Ο Ασκληπιός και η Υγεία επισκέπτονται μια πάσχουσα γυναίκα(4ος αιώνας π.χ.). Αρχαιολογικό Μουσείο Πειραιά.
 
Τα επιδαύρια όνειρα, κατ’ εντολήν του δη­μιουργού τους, είναι προμελετημένα. Τον 19ο αιώνα, ο Hervey De Saint Denys περιέγραφε τους ποικίλους τρόπους για να παραγάγει κα­νείς ένα όνειρο, έως και να προκαλέσει επακρι­βώς το περιεχόμενό του. Πέραν της πίστης των ασθενών και της άκρατης επιθυμίας τους να γιατρευτούν, μέσα υποβολής για να δουν τα συγκεκριμένα όνειρα ήταν βεβαίως οι προπα­ρασκευαστικές τελετές, η θέα των αναθημά­των, αλλά και η «ψυχική μόλυνση», φαινόμενο γνωστό στη συλλογική ψυχολογία.
Τα επιδαύ­ρια όνειρα είναι σωματικά όνειρα. Σχηματίζονται από ένα άκρως συνειδητό ημερήσιο κατά­λοιπο: την αισθητηριακή αντίληψη της πάθη­σης. Εν προκειμένω, πρέπει να παρατηρήσουμε ότι η θεωρία των αρχαίων, σύμφωνα με την οποία τα όνειρα διαμορφώνονται από σωματικά ερεθίσματα, επικράτησε επί αιώνες, έως το 1900 που ο Φρόυντ εισήγαγε την τομή.
Τηρουμένων των αναλογιών, ως σωματικά όνει­ρα, μοιάζουν με τα τραυματικά όνειρα, για τα οποία η ψυχαναλυτική θεωρία λέει ότι επαναλαμβάνουν την οδυνηρή πραγματικότητα του ψυχικού τραύματος, με τελικό σκοπό να την αποκαταστήσουν, να την αλλάξουν μέσω της μεθύστερης επεξεργασίας τους κατά τη διάρ­κεια της ψυχαναλυτικής αγωγής. Έτσι και τα επιδαύρια όνειρα, επαναφέροντας αυτούσια τη συνθήκη της πάθησης, στοχεύουν στην ανάρρωση, την αποκατάσταση της προηγούμενης υγιούς κατάστασης του ικέτη, μέσω της θεϊκής παρέμβασης, στο πλαίσιο του τελετουργικού της εγκοίμησης.
Τα επιδαύρια όνειρα είναι εναργή ενύπνια, καθαρά. Δεν χρήζουν ερμηνείας. Δεν φαίνεται άλλωστε να υπήρχαν ονειροκρίτες στο ιερό. Χρέη ερμηνείας τελεί καθαυτή η όψη τους. Είναι όνειρα-εικόνες. Στην αφύπνιση πιστοποι­είται αμέσως η απόβαση του ονείρου και, ακα­ριαία, η σωματική μεταλλαγή: «Ο Αλκέτας ο Αλικός. Αυτός ήταν τυφλός και είδε ένα όνειρο. Του φάνηκε πως ο θεός τον πλησίασε και με τα δάχτυλα του άνοιξε τα μάτια και το πρώτο που είδε ήταν τα δένδρα στο ιερό. Σαν ξημέρωσε έφυγε υγιής» (μ. 87, 18). Συχνά, όπως εδώ, είναι βουβά όνειρα. Ο θεός εκτελεί χωρίς λόγια.
Άλλοτε πάλι γίνεται απ’ ευθείας διάλογος με τον Ασκληπιό: «Η Ιθμονίκη από την Πελλήνη πήγε στο ιερό για να γεννήσει παιδί. Της φάνηκε ότι ζητούσε από το θεό να μείνει έγκυος με κό­ρη και πώς ο Ασκληπιός είπε ότι ήταν έγκυος κι ότι αν ζητούσε κάτι άλλο θα της το έκανε κι αυ­τό. Εκείνη όμως απάντησε ότι δεν χρειαζόταν τίποτε άλλο. Όταν έμεινε έγκυος κυοφορούσε τρία χρόνια, ώσπου πήγε στο θεό ικέτις για να γεννήσει. Όταν κοιμήθηκε είδε ένα όραμα. Της φάνηκε ότι ο θεός τη ρώτησε αν δεν είχε λάβει όσα είχε ζητήσει κι αν δεν ήταν έγκυος για το­κετό δεν είχε πει τίποτα κι ας την είχε ρωτήσει αν χρειαζόταν τίποτε άλλο για να της το δώσει κι εκείνο. Αφού όμως τώρα είχε έλθει ως ικέτις σ’ αυτόν για τον τοκετό, θα της έκανε κι αυτή τη χάρη. Αμέσως μετά αυτή βγήκε από το Άβα­το και μόλις βρέθηκε έξω από ιερό γέννησε μια κόρη», (μ. 87, 2).
Ο Ασκληπιός εκτελεί αυστη­ρά, κατά γράμμα, την ονειρική επιθυμία στον ενεστώτα χρόνο της, στο παρόν. Απέχει από οποιαδήποτε προβολή στο μέλλον. Δεν ερμη­νεύει το αίτημα. Τα περισσότερα όνειρα είναι δίχως σύμβολα. Κάποιες φορές όμως, αντί του Ασκληπιού ή μαζί του, εμφανίζεται ένα ιερό του σύμβολο, το φίδι, ή ένα ωραίο παλικάρι και, σιωπηλά, επεμβαίνουν θεραπευτικά στη θέση του. Δεν είναι τυχαία αυτά τα όνειρα. Είναι όνει­ρα στείρων γυναικών (μ. 87, 31’ 39’ 42) και ενός άνδρα που έχει πρόβλημα στα γεννητικά του όργανα (μ. 87, 14) – βρισκόμαστε δηλαδή στο χώρο της σεξουαλικότητας: «Η Νικασιβούλη από τη Μεσσήνη για να αποκτήσει παιδιά. Εγκοιμώμενη είδε ένα όνειρο. Της φάνηκε ότι ο θεός πλησίασε με ένα φίδι που σερνόταν πίσω του και αυτή συνουσιάστηκε με εκείνο το φίδι. Μέσα σε ένα χρόνο απέκτησε δυο αγόρια» (μ. 87, 42). «Ένας άνδρας, με πέτρα στο γεννητικό του όργανο, είδε ένα όνειρο. Του φάνηκε ότι συνουσιαζόταν με ένα όμορφο παιδί, και έπαθε ονείρωξη, με αποτέλεσμα να βγάλει την πέτρα. Την πήρε και έφυγε, κρατώντας την στα χέρια του» (μ. 87, 14).
Ο Πάνδαρος, ξυπνώντας, κρατάει τον κε­φαλόδεσμο του ονείρου του με τα στίγματα που είχε στο πρόσωπο του πηγαίνοντας στο ιε­ρό (μ. 87,6). Ο Εύιππος βγαίνει από τον περίβο­λο με την αιχμή της λόγχης που έμενε έξι χρό­νια καρφωμένη στο σαγόνι του (μ. 87,12). Άλλος κρατάει στα χέρια του τις βδέλλες που έβγαλε ο θεός από το στέρνο του στο όνειρό του, ενώ κοιμόταν (μ. 87,13). Άλλος πάλι φεύγει υγιής, ενώ πίσω του το δάπεδο του Αβάτου εί­ναι γεμάτο αίματα από το απόστημα που του αφαίρεσε ο θεός (μ. 87, 27). Ο Γοργίας αποχωρεί με την αιχμή του βέλους που του είχε σφη­νωθεί στον πνεύμονα (μ. 87, 30). Και το πρωί, της Ερασίππης το φόρεμα ήταν γεμάτο εμετό με τα σκουλίκια που βάραιναν ως τότε το στο­μάχι της (μ. 87,41).
Το πρωί, αποχωρούν θερα­πευμένοι, με χειροπιαστές αποδείξεις, κραδαί­νοντας το σύμπτωμα στο χέρι τους. Τα επιδαύρια όνειρα υπερβαίνουν το όριο της νύκτας, «ξεχειλίζουν» στην ημέρα, της αφήνουν ένα νυ­κτερινό κατάλοιπο, κατά μια παράδοξη (εδώ έγκειται το θαύμα) αναλογία με τη δημιουργία τους, εφόσον, όπως κάθε όνειρο, προκαθορίζο­νται από τα κατάλοιπα της ημέρας. Τα όνειρα των επιγραφών «βγαίνουν», θα πει τον 2ο μ.Χ. αιώνα ο Αρτεμίδωρος. Αυτό πιστεύει ανέκαθεν και η λαϊκή σοφία, ενώ η ψυχαναλυτική θεώρη­ση θα επεξεργαστεί την έξοδο του ονείρου ως εκπλήρωση μιας ασυνείδητης επιθυμίας.
Το επιδαύριο ιερό γίνεται τόπος συνάντη­σης, κυριολεκτικά τόπος σύμπτωσης. Οι ικέτες έφθαναν εγκυμονώντας κάποιο σύμπτωμα στο σώμα τους. Και χάρη σε ένα άλλο σύμπτωμα, το όνειρο, απέβαλλαν, έβγαζαν την παρείσακτη πάθηση από μέσα τους. Είναι φυσικά η οντολο­γική σύλληψη της ασθένειας: η ασθένεια ως άλ­λος, ως παράσιτο ον, απόβλητο, που πρέπει να βγει, από το οποίο πρέπει να απαλλαγεί ο πά­σχων.
Η εγκοίμηση λειτουργεί στο μήκος της «καθαρτικής» ιατρικής. Το ίδιο το όνειρο γίνεται καθάρσιο. Ένα ολόκληρο παιχνίδι εντός/εκτός προσδιορίζει έτσι επί αιώνες την ιατρική, αλλά και την ερμηνεία των ονείρων. Το όνειρο στους Ιπποκρατικούς χάνει το μυ­στηριακό χαρακτήρα της συνάντησης με τη θε­ότητα. Δεν είναι πια φορέας ίασης. Στο τέταρ­το βιβλίο του Περί Διαίτης, αναδεικνύεται επί­λεκτο μέσο διάγνωσης, μια χρήση που βασίζεται σε μια πραγματική θεωρία των σχέσεων σώμα­τος και ψυχής. Η προσέγγιση της ονειρικής πα­ραγωγής είναι ορθολογική. Δεν υπεισέρχονται στοιχεία ξένα προς το όνειρο, όπως, λόγου χά­ρη, η θεϊκή παρέμβαση, πρωταρχικό κίνητρο των επιδαύριων ονείρων. Εδώ το όνειρο νοείται ως σύμπτωμα, του οποίου η παρατήρηση οδη­γεί στη διάγνωση και, περαιτέρω, στη θεραπευτική αγωγή.
Κλινικό στοιχείο διάγνωσης λοι­πόν, αλλά σε τελείως ανύποπτο χρόνο: το όνει­ρο έχει την ικανότητα να επισημαίνει μια διατα­ραχή πρώιμα, προτού καν αρχίσουν να φαίνο­νται τα ψυχικά ή σωματικά συμπτώματα, ή όταν αυτά είναι τόσο ανεπαίσθητα, που δεν υποπί­πτουν στην εν εγρηγόρσει συνείδηση. «Αν τα ουράνια σώματα πλανώνται άλλοτε προς τη μια κατεύθυνση κι άλλοτε προς την άλλη, χωρίς να τα αναγκάζει κάτι, σημαίνει κάποια διαταραχή της ψυχής από έγνοιες. Χρήσιμο είναι τότε να αναπαυτεί κανείς και να στραφεί η ψυχή προς τα θεάματα, και μάλιστα σε αυτά που προκα­λούν γέλιο διαφορετικά, σε ό,τι παρακολουθεί κανείς με τη μεγαλύτερη ευχαρίστηση, επί δυο ή τρεις ημέρες, και θα αποκατασταθεί. Αλλιώς υπάρχει κίνδυνος να πέσει άρρωστος» (Περί Δι­αίτης, IV, 89).
Το ενδιαφέρον με τους Ιπποκρατικούς είναι ότι αναπτύσσουν μια ενδε­λεχή συμβολική αντιστοιχία μικρόκοσμου και μακρόκοσμου, του οργανισμού με τα ουράνια σώματα, τα στοιχεία της φύσης, τις γεωλογικές ιδιομορφίες. Η ιπποκρατική συμβολική ακολου­θεί την ονειροκριτική μέθοδο της αναλογίας, όπως αργότερα και ο Αρτεμίδωρος. Είτε όμως πρόκειται για τα επιδαύρια είτε για τα ιπποκρα­τικά όνειρα, είναι όνειρα μονοσήμαντα. Δεν έχουν την πολυσημία της αρτεμιδώρειας ερμη­νείας, όπου το καθετί σημαίνει αναλόγως με την κοινωνική θέση ή άλλα προσωπικά δεδομένα του κάθε ονειρευόμενου.
Τους λείπει η ρητορι­κή, τα τεχνάσματα της γλώσσας: «Κάποιος που ήταν άρρωστος στο στομάχι και ζητούσε (με όνειρο) συνταγή από τον Ασκληπιό, είδε ότι μπήκε στο ιερό του θεού και ότι ο θεός, αφού άπλωσε το δεξί του χέρι, του πρόσφερε τα δά­χτυλα του να τα φάει. Τρώγοντας πέντε χουρ­μάδες θεραπεύτηκε γιατί και οι καλής ποιότη­τας χουρμάδες λέγονται δάχτυλα» (Αρτεμι­δώρου Ονειροκριτικά, Ε, 89).
Τον 2ο μ.Χ. αιώνα, ο Ασκληπιός του Αρτεμίδωρου και του Αίλιου Αριστείδη δρα ονειρικά, όπως οι κοσμικοί γιατροί. Δεν γιατρεύει αυτοστιγμεί. Συμβουλεύει, δίνει συνταγές, προτρέπει σε μια τέχνη του ζην.
Και αλλάζει η δομή των θε­ραπευτικών ονείρων: το έκδηλο περιεχόμενό τους απομακρύνεται σιγά σιγά από το λανθά­νον, και ενδέχεται να απαιτούν ερμηνεία. Ονειροκρίτες, ιερείς ή νεωκόροι είναι στη διάθε­ση των ασθενών, τους βοηθούν να βρουν το νόημα των ονείρων τους και τα συστατικά των φαρμάκων που ορίζει ο θεός. Το ίδιο συμβαίνει και στην Επίδαυρο. Διατηρείται όμως ανέπαφο το τυπικό της εγκοίμησης. Όσο για τα όνειρα, αποτελούν ίσως αντικείμενο συζήτησης μεταξύ ασθενών, όπως συνήθιζε ο Αίλιος Αριστείδης να συζητάει για τα όνειρα με τους φίλους του στο ιερό του Ασκληπιού στην Πέργαμο. Κρατούν το δημόσιο χαρακτήρα τους. Ξετυλίγονται στη θέα όλου του κόσμου, λειτουργώντας πλέον και ως κοινωνικός δεσμός.

Ελισάβετ Κούκη
Ψυχαναλύτρια

Βιβλιογραφία


  • Αραβαντινός, Αρ., Ασκληπιός και Ασκληπιεία, εκδ. Λέων, Αθήνα 1975 (1907).
  • Αρτεμιδώρου, Ονειροκριτικά Βιβλία Α’-Ε’, εκδ. Κάκτος, Αθήνα 2000.
  • Brelich, Α., “Le rôle des rêves dans la conception religieuse du monde en Grèce”, στο Le rêve et les sociétés humaines. Gallimard. Paris, σ.σ.  282 – 289.
  • Edelstein. E. &L., «Ο Ασκληπιός και η ιατρική του ναού». Εισαγωγή στο, Ο Ασκληπιός και οι απαρχές της  ιατρικής, εκδ. Εξάντας, Αθήνα 1996 (1945). Στο  ίδιο και τα σαράντα τρία εττιδαύρια ιάματα (μ. 87,1-43).
  • Ευριπίδου, Εκάβη.
  • Hervey de Saint Denys, Les rêves et  les moyens de les dinger,  Editions d’ aujourd’ hui, Les introuvables, Var 1977 (1853).
  • Ησίοδου, Θεογονία.
  • Ιπποκρατική Συλλογή Περί ιερής νούσου. Περί τέχνης  (εισ., μτφ., σχολ: Δ. Λαπουρλή), Βικελαία Βιβλιοθήκη, Ηράκλειον 1991.
  • Κούκη, Ε., «Τα όνειρα του Αίλιου Αριστείδη» στο, Τα  εσόμενα, Δ. Κυρτάτας (επιμ), εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1996, σ.σ 143-163.
  • Παυσανίου, Ελλάδος Περιήγησις, (αποκατάσταση κειμένου, μτφ., σημειώσεις Ν. Παπαχατζή),  Εκδοτική Αθη­νών, Αθήνα 1974-1981.
  • Πινδάρου, Πυθιόνικοι  (μτφ. θ. Σταύ­ρου),  Θεσσαλονίκη 1980.
  • Freud, S., Η ερμηνεία των ονείρων,  Επίκουρος, Αθήνα 1993 (1900).

Πηγή

Περιοδικό, «Αρχαιολογία & Τέχνες»,τεύχος 78, Μάρτιος 2001./ΑΡΓΟΛΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ