Σάββατο, 5 Οκτωβρίου 2013

Τη γλώσσα μού έδωσαν ελληνική (Ένα οδοιπορικό των λέξεων Γραικός, Έλληνας, Ρωμιός)



Δρ. Αλεξάνδρας Ροζοκόκη, Διευθύνουσας του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής και Λατινικής Γραμματείας στην Ακαδημία Αθηνών, με θέμα:

Ο ομότιμος καθηγητής Α.Π.Θ. και τακτικός επιφυλλιδογράφος του “Βήματος της Κυριακής” κ. Δ. Ν. Μαρωνίτης στο άρθρο του «΄Οπερ έδει δείξαι» (18-08-13) θέλησε «φθίνοντος Αυγούστου και αύξουσας μοναξιάς» (οι λέξεις δικές του) ν’ αναφερθεί μεταξύ άλλων στην «αρχαιοελληνική γραικική καταγωγή και επωνυμία» της γλώσσας μας. Επειδή ο κ. Μαρωνίτης αναμιγνύει κάπως άτακτα κι αρκετά αποσπασματικά τους «πρώιμους Γραικούς», οι οποίοι ως λεκτικό αντιδάνειο έγιναν «στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και της Επανάστασης αυθεντικό σήμα της φυλής, αποτυπωμένοι στον γενναίο δεκαπεντάσυλλαβο: «εγώ γραικός γεννήθηκα, γραικός θε να πεθάνω», με τους Ρωμιούς που «ενδιαμέσως στα χρόνια των Ρωμαίων γίναμε και μείναμε», και τέλος με τους Έλληνες, μια λέξη που «έχει την αρχή της σ’ ένα περιορισμένο γεωγραφικό τμήμα ανάμεσα στον Παγασητικό και στον Μαλιακό», αποφάσισα να παρουσιάσω πιο συστηματικά την πορεία και χρήση των λέξεων Γραικός, Έλληνας, Ρωμιός μέσα στον χρόνο.
Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη (Μετεωρ. 1.352a-b) Γραικοί ονομάζονταν παλαιότατα οι Έλληνες που κατοικούσαν στη Δωδώνη και στον Αχελώο. Πριν από τον Αριστοτέλη δεν μαρτυρείται το Γραικός ως ονομασία των Ελλήνων· όμως, ο Ησίοδος αναφέρει έναν επώνυμο ήρωα Γραικόν, γιο του Δία και της Πανδώρας (απ. 5 M.-W.). Σύμφωνα με τον Στέφανο Βυζάντιο ο Γραικός ήταν γιος του Θεσσαλού (ως κύριο όνομα απαντούσε και Γραίκος).
Ο Έλλην (σύμφωνα με την πιο διαδομένη εκδοχή) ήταν γιος του Δευκαλίωνα και της Πύρρας, αδελφός του Αμφικτίωνα· γιοι του Έλληνα ήταν ο Αίολος, ο Δώρος, ο Ξούθος, ενώ εγγονοί του ο Αχαιός και ο Ίων. Αυτή η γενεαλογία καταδεικνύει τη συγγένεια των ελληνικών φυλών (Αιολέων, Δωριέων, Αχαιών και Ιώνων) και την αμφικτιονική σύνδεσή τους. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή ο Έλλην ήταν γιος του Δία και της Πύρρας· λόγω καταγωγής από τον Δία οι απόγονοι τού Έλληνα αποτελούσαν ένα ευγενές έθνος. Σύμφωνα με μία τρίτη εκδοχή ο Έλλην ήταν γιος του Προμηθέα.
Έλληνες ονομάστηκαν αρχικά οι κάτοικοι ενός τμήματος του βασιλείου του Αχιλλέα, στην περιοχή της Φθιώτιδας· μόνον αυτούς ο Όμηρος ονομάζει έτσι (Ιλ. Β 683-4), ενώ για τους υπόλοιπους Έλληνες ο ποιητής χρησιμοποιεί τα ονόματα Αχαιοί, Παναχαιοί, Δαναοί, Αργείοι και Πανέλληνες (Β 530). Πρώτος ο ιστορικός Θουκυδίδης (1.3.2) αντιλήφθηκε ότι η εξάπλωση του ονόματος προήλθε από την υπερίσχυση των Ελλήνων της Φθιώτιδας στην Κεντρική Ελλάδα: «Από την εποχή όμως που ο Έλληνας και οι γιοι του απόκτησαν δύναμη στη Φθιώτιδα, και οι άλλες πόλεις άρχισαν να τους ζητούν βοήθεια, όλο και πιο πολύ εξ αιτίας αυτής της επικοινωνίας λέγονταν πια Έλληνες μεταξύ τους· πέρασε ωστόσο πολύς καιρός ώσπου τ’ όνομα να επικρατήσει γενικά». Για πρώτη φορά σε μια επιγραφή του 586 π.Χ. εμφανίζεται τ’ όνομα Έλληνες για να χαρακτηρίσει όλους τους κατοίκους του νότιου Ολύμπου (βλ. Παυσ. 10.7.4-6). Από την άλλη όμως, ο Ησίοδος στα Έργα του (στ. 653) χρησιμοποιεί τη λέξη Ελλάς ήδη με τη σημερινή σημασία.
 Δεν θα παραλείψω κάποιους ωραίους θρύλους που έπλασαν οι Νεοέλληνες για τον «Έλληνα» και την «Ελλήνισσα», δηλ. τον ήρωα και την ηρωίδα που αποτελούσαν προσωποποίηση του αρχαίου ελληνικού λαού· ήταν τόσο πελώριοι και δυνατοί ώστε το μνήμα του πρώτου στην ασιατική ακτή του Βοσπόρου είχε «πέντε μέτρα μάκρος και δυόμισι πλάτος», ενώ η Ελλήνισσα της αρχαίας Μεσσήνης «εβαστούσε απάνου εις το κεφάλι της και ένεθε και τη ρόκα της» έναν μονόλιθο μήκους έξι μέτρων, τον οποίο «έφερνε από μακριά». Αυτός ο ογκόλιθος δεν είναι άλλος από τη σωζόμενη δεξιά παραστάδα της αρκαδικής πύλης των τειχών της αρχαίας Μεσσήνης (βλ. Ν. Πολίτη, Παραδόσεις τ. Α΄ αρ. 101, 106).
Με την εμφάνιση του χριστιανισμού και ιδίως από τότε που ο Άγιος Αθανάσιος έγραψε τον λόγο του κατά των Ελλήνων, τ’ όνομα αναθεματιζόταν από τους άμβωνες και χλευαζόταν σ’ εκκλησιαστικά συγγράμματα ως συνώνυμο του ‘ειδωλολάτρη’ ή ‘αιρετικού’. Κανείς από τους εκχριστιανισθέντες Έλληνες δεν τολμούσε ν’ αποκληθεί έτσι, με αποτέλεσμα να επανέλθουν τα παλαιά και λησμονημένα ονόματα· οι κάτοικοι της κυρίως Ελλάδας ονομάζονταν Ελλαδικοί (το επίθετο απαντά ήδη στον Ξενοφάνη τον 6ο αι. π.Χ.). Αλλά την πιο μεγάλη διάδοση έλαβε τότε το Γραικός· σ’ αυτό συνετέλεσαν και οι Ιταλοί καθώς αποκαλούσαν τους Έλληνες Graeci είτε από τους Γραικούς της Ηπείρου είτε από την περιοχή της Γραίας (σημερινή Τανάγρα και Ωρωπός), οι οποίοι μαζί με Κυμαίους και Χαλκιδείς από την Εύβοια αποίκισαν την Κύμη της Ν. Ιταλίας. Από το λατινικό Graeci προέκυψαν όλα τα δυτικοευρωπαϊκά Greek, Grec, Grieche, κ.λπ. Η προέλευση του βυζαντινού κράτους από τα σπλάχνα του ρωμαϊκού είχε ως αποτέλεσμα οι υπήκοοι του Βυζαντίου να προσαγορευθούν Ρωμαίοι (ή μετέπειτα Ρωμιοί).
Από τον 11ο αι. και εξής επανήλθε η χρήση τού Έλληνες, αφού λησμονήθηκε η αρνητική σημασία που του είχε προσδώσει η χριστιανική εκκλησία. Η άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους (1204) έκανε μισητό τ’ όνομα των Ρωμαίων και πολύ αγαπητό το Έλλην, καθώς μάλιστα αντιδιαστελλόταν προς οποιονδήποτε βάρβαρο (όπως γινόταν στην κλασική εποχή μετά τους περσικούς πολέμους). Όταν το γένος υποδουλώθηκε στους Τούρκους, τότε η εκκλησία έκρινε συμφέρουσα την ονομασία Ρωμαίοι και ο σουλτάνος αναγνώρισε τον πατριάρχη ως πατριάρχη των Ρωμαίων, δηλ. όλων των ορθόδοξων πληθυσμών της αλλοτινής βυζαντινής αυτοκρατορίας. Όσες φορές παρουσιαζόταν η ανάγκη να διακριθούν οι Έλληνες ορθόδοξοι από τους καθολικούς οπαδούς του πάπα, η Εκκλησία χρησιμοποιούσε τ’ όνομα Γραικός (= Έλληνας ορθόδοξος χριστιανός). Έτσι δεν είναι διόλου τυχαία η επιλογή Γραικός στην περήφανη απάντηση του Αθανάσιου Διάκου προς τους Τούρκους πριν από το μαρτύριό του, όταν του πρότειναν να προσκυνήσει και να συνεργαστεί μαζί τους. Με τη φράση «εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θε να πεθάνω» ο Διάκος δηλώνει κατηγορηματικά ότι γεννήθηκε και θέλει να παραμείνει Ελληνορθόδοξος και ότι δεν πρόκειται ν’ αλλαξοπιστήσει για να σώσει τη ζωή του. Ας αναφέρω ότι ο Κοραής και οι προεπαναστατικοί (Ρήγας, Χριστόπουλος, κ.ά.) μιλούσαν για το «γένος των Γραικών». Παρ’ όλ’ αυτά στα δημοτικά τραγούδια από τον 16ο αι. και μετά, ήταν προτιμότερο το Έλλην που υιοθέτησαν οι αγωνιστές της Επανάστασης και τελικά επικράτησε επισήμως μετά την απελευθέρωση. Υπενθυμίζω τον γνωστό στίχο από το τραγούδι του Μακρυγιάννη «Ο Ήλιος εβασίλεψε, Έλληνά μου, …», σχολιάζοντας ότι ο στρατηγός δεν επιλέγει να πει “Γραικέ μου”!
Σύμφωνα με τον κ. Μαρωνίτη «υπερβάλλει μάλλον ο Ελύτης όταν αποφαίνεται στο Άξιον Εστί: τη γλώσσα μού έδωσαν ελληνική· / το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου». Δεν ξέρω τι άλλο θα μπορούσε να πει ο Ελύτης ως νεοέλληνας ποιητής: «Τη γλώσσα μού έδωσαν γραικική»; Κάτι τέτοιο θα ήταν κουφό. Ή «Τη διάλεκτο μού έδωσαν αιολική»; Μα όταν γεννήθηκε και μεγάλωσε ο ποιητής δεν υπήρχαν πλέον οι αρχαίες διάλεκτοι. Εκτός αυτών, η επίμαχη φράση του Ελύτη εναρμονίζεται τόσο όμορφα με τον στίχο 1254 από τον Αγαμέμνονα του Αισχύλου (ομιλεί η Κασσάνδρα) «και μην άγαν γ’ Έλλην’ επίσταμαι φάτιν» (μτφρ. «ειλικρινά, κατέχω πολύ καλά την ελληνική γλώσσα»). Ας υπενθυμίσω ακόμη ότι στους κλασικούς Πίνδαρο, Ηρόδοτο, Πλάτωνα, κ.ά. εμφανίζονται κατά κόρον οι λέξεις Έλλην, ελληνικός για όσους είχαν κοινή ελληνική καταγωγή, γλώσσα, θρησκεία κι έθιμα.
Συμφωνώ με την άποψη του ανωτέρω επιφυλλιδογράφου ότι «η γλώσσα μας καθ’ οδόν συνεχώς εξελισσόμενη, υπήρξε και παραμένει πολυώνυμη, ίσως γιατί ο ενικός αριθμός της φαίνεται στενός κορσές». Επίσης, δίκαια ειρωνεύεται την απόλυτη ρήση: «Μόνον όσοι γνωρίζουν Αρχαία Ελληνικά μπορούν να χρησιμοποιούν σωστά την Νεοελληνική Δημοτική»! Αλλά το ειρωνικό του σχόλιο «Όπερ εδει βήξαι», θα ήταν πιο σωστό: «εφ’ ωιπερ έδει βήξαι».
Τέλος, όλ’ αυτά γράφονται για να μη νιώθει ο διαπρεπής ομηριστής μας μοναξιά…
 Δρ. Αλεξάνδρα Ροζοκόκη
Διευθύνουσα του Κέντρου Ερεύνης
της Ελληνικής και Λατινικής Γραμματείας
στην Ακαδημία Αθηνών
ΑΡΓΟΛΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ