Πέμπτη, 17 Φεβρουαρίου 2011

ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΙ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΟΤΗΤΑ ΣΤΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΣΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ


Στα τέλη του 19ου αιώνα η γυναικεία σεξουαλικότητα περνάει στην αρμοδιότητα της ψυχολογίας και της ψυχανάλυσης. Ο Φρόιντ χαρακτήρισε το 1926 την ενήλικη γυναικεία σεξουαλικότητα μια «σκοτεινή ήπειρο για την ψυχολογία»…  Ο σεξολόγος Havelock Ellis στα έργα του, από τα τέλη του 19ου αιώνα, αναγνώρισε τη γυναικεία επιθυμία και το δικαίωμα της γυναίκας στη σεξουαλική απόλαυση, πράγμα που λίγο αργότερα διεκδίκησαν ορισμένες φεμινίστριες Έρευνα της διδάσκουσας στο ελληνικό ανοικτό πανεπιστήμιο, Μαρίας Νικολοπούλου, που παρουσιάστηκε χθες στη Θεσσαλονίκη

ΟΙ ΕΡΩΤΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΚΑΘΟΡΙΖΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΔΕΣΜΕΥΣΕΙΣ

Στις αρχές του αιώνα, στα λογοτεχνικά κείμενα με ερωτική θεματική που γράφονται από γυναίκες, οι ερωτικές σχέσεις καθορίζονται από τις κοινωνικές δεσμεύσεις. Στις λίγες περιπτώσεις που η σεξουαλικότητα παρουσιάζεται γίνεται υπαινικτικά και συνήθως οδηγεί στην ανατροπή του παραδοσιακού γυναικείου ρόλου, με καταστροφικά αποτελέσματα για τη γυναίκα.

Ενδεικτικά, στο συντηρητικό γυναικείο περιοδικό «Βοσπορίς» της Κωνσταντινούπολης (1899-1906), το οποίο όμως εκφράζει κάποιες γυναικείες διεκδικήσεις, σε μια σειρά διηγημάτων οι γυναίκες παρουσιάζονται ως θύματα των ανδρών όσον αφορά τις σεξουαλικές σχέσεις. Ταυτόχρονα, όμως, σε όλα τα κείμενα αυτά και το οικογενειακό περιβάλλον υπερβαίνει τις κοινωνικές επιταγές, συγχωρώντας τις παραστρατημένες.

Η συνάρτηση έρωτα και θανάτου είναι ένα πάγιο μοτίβο της εποχής, με τις ρίζες του στο ρομαντισμό. Ο έρωτας ως μια δύναμη απόλυτη που δε συμβιβάζεται με τις κοινωνικές επιταγές που οριοθετούν τη σεξουαλικότητα βρίσκει διέξοδο και κορύφωση στο θάνατο.
Στις αρχές του αιώνα, αρχίζει να εκφράζεται σε κείμενα γυναικών, π.χ. Ειρήνη η Αθηναία, μαζί με την ένταση των συναισθημάτων η σωματικότητα του έρωτα, ενώ παράλληλα τονίζεται ότι ο έρωτας εξαγνίζεται από την ένταση του συναισθήματος. Αμφισβητείται έτσι το δίπολο πόρνη-παρθένος, αλλά θεωρείται ότι μια τέτοια σχέση δεν μπορεί να υπάρξει εντός της κοινωνίας.



«Σεξουαλικότητα και γραφή στα περιοδικά λόγου και τέχνης 1900-1940» ήταν το θέμα της διάλεξης που έδωσε χθες η διδάσκουσα του Ελληνικού Ανοιχτού Πανεπιστημίου, Μαρία Νικολοπούλου, στο πλαίσιο του μεταπτυχιακού προγράμματος του Τομέα Μεσαιωνικών και νέων ελληνικών σπουδών του τμήματος φιλολογίας του Α.Π.Θ.

Η έρευνά της διερευνά πώς παρουσιάζεται η γυναικεία σεξουαλικότητα σε λογοτεχνικά κείμενα γυναικών που δημοσιεύονται σε ελληνικά περιοδικά λόγου και τέχνης της περιόδου 1900-1920. Στην κρίσιμη αυτή εικοσαετία για τη γυναικεία χειραφέτηση, οι γυναίκες, μέσω της γραφής, προβάλλουν δυναμικά τη γυναικεία ταυτότητα και διεκδικούν το δημόσιο λόγο.
Η λογοτεχνία και τα περιοδικά λόγου και τέχνης γίνονται ένα πεδίο που συνδέεται έμμεσα με τις γυναικείες διεκδικήσεις, καθώς αμφισβητεί τους παραδοσιακούς ρόλους του φύλου, οι οποίοι οριοθετούν τη σεξουαλικότητα σε κοινωνικά αποδεκτά πλαίσια. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, το 19ο αιώνα στη Δυτική Ευρώπη, η έκφραση της γυναικείας σεξουαλικότητας συνδέεται με την υστερία και τη νυμφομανία, παρουσιάζοντας ως ασθένεια κάθε έντονη έκφραση σεξουαλικότητας. Στο δημόσιο λόγο της βικτωριανής εποχής στην Αγγλία, έντονα ίχνη του οποίου βρίσκουμε και σε ελληνικά συντηρητικά γυναικεία περιοδικά όπως η «Βοσπορίς» (Κωνσταντινούπολη 1899-1906), η γυναίκα έχει λιγότερο έντονο ερωτισμό από τον άνδρα, και γι’ αυτό θεωρείται μια δύναμη εκπολιτισμού. Ακόμη, η σεξουαλικότητά της παρουσιάζεται ως ανταπόκριση προς την ανδρική και συνδέεται με το συναίσθημα. Στα τέλη του 19ου αιώνα η γυναικεία σεξουαλικότητα περνάει στην αρμοδιότητα της ψυχολογίας και της ψυχανάλυσης. Ο Φρόιντ χαρακτήρισε το 1926 την ενήλικη γυναικεία σεξουαλικότητα μια «σκοτεινή ήπειρο για τη ψυχολογία». Ταυτόχρονα όμως ο σεξολόγος Havelock Ellis στα έργα του, από τα τέλη του 19ου αιώνα, αναγνώρισε τη γυναικεία επιθυμία και το δικαίωμα της γυναίκας στη σεξουαλική απόλαυση, πράγμα που λίγο αργότερα διεκδίκησαν ορισμένες φεμινίστριες. Αυτές οι φωνές όμως παρέμειναν περιθωριακές, καθώς το φεμινιστικό κίνημα προτίμησε να εστιάσει στη διεκδίκηση της ψήφου.   



Στην Ελλάδα, στις αρχές του 20ού αιώνα, από νομικής άποψης η γυναίκα δε μπορούσε να ελέγξει την περιουσία της, ενώ η σημασία της παρθενίας ήταν καθοριστική για το γάμο. Ακόμη, μέχρι το 1922, οι γυναίκες που συνήπταν ελεύθερες σεξουαλικές σχέσεις μπορούσαν να οδηγηθούν από την αστυνομία σε πορνείο. Έτσι, στο δημόσιο λόγο, στις αρχές του 20ού αιώνα, υπάρχουν δύο κυρίαρχες αναπαραστάσεις της γυναίκας: η παρθένα ή μητέρα (που εξαγνίζεται από τη μητρότητα) και από την άλλη η πόρνη/μοιραία γυναίκα/υστερική γυναίκα που απειλεί την κοινωνία με τη σεξουαλικότητά της. Τα λογοτεχνικά κείμενα που δημοσιεύονται στα περιοδικά καθορίζονται από αυτές τις αντιλήψεις για τη γυναικεία σεξουαλικότητα και ταυτόχρονα αμφισβητούν, τις περισσότερες φορές, αυτές τις αναπαραστάσεις. Η φυσιογνωμία των περιοδικών καθορίζει το είδος των κειμένων που δημοσιεύονται και κατά κανόνα τα περιοδικά ποικίλης ύλης είναι πιο συντηρητικά όσον αφορά στο θέμα της γυναικείας σεξουαλικότητας, από τα περιοδικά λόγου και τέχνης.

Η ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΟΤΗΤΑ ΑΠΟΣΥΝΔΕΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ

Σταδιακά και ιδιαίτερα από τη δεκαετία του 1910, δημοσιεύονται κείμενα από άνδρες και γυναίκες, τα οποία αμφισβητούν ευθέως τους κοινωνικούς ρόλους και αποδίδουν κάπως πιο ξεκάθαρα τη γυναικεία σεξουαλικότητα, η οποία αποσυνδέεται σταδιακά από το συναίσθημα. Τέτοια κείμενα δημοσιεύονται σε αμιγώς λογοτεχνικά αθηναϊκά και αλεξανδρινά έντυπα, όπως Ο Νουμάς (1903-1931) και τα Γράμματα Αλεξάνδρειας (1911-1921). Στην περίοδο αυτή, τα πεζά κείμενα αμφισβητούν τους θεσμούς που συνδέονται με τη σεξουαλικότητα, κυρίως το γάμο, ενώ τα ποιήματα διερευνούν την υποκειμενική εμπειρία της σεξουαλικότητας. Στην ποίηση, οι γυναίκες αναφέρονται στις ερωτικές εμπειρίες τους έχοντας επίγνωση ότι παραβιάζουν τα κοινωνικά όρια. Η σεξουαλικότητα αποσυνδέεται από το συναίσθημα και τονίζεται η ένταση της εμπειρίας και η αναζήτηση του απόλυτου μέσω του πάθους.


Ενδεικτικά, στο ποίημα «Έκφυλη;» η Λιλίκα Μπέτσικα (περιοδικό Ο Νουμάς, 1910) εκφράζει πολύ μαχητικά και σε προσωπικό τόνο τη σεξουαλικότητά της και την καθαρή ρήξη της με τα κοινωνικώς αποδεκτά, προβάλλοντας τη σχετικότητα της ηθικής: “Έκφυλη, μεγάλη κι έκφυλη / το σταυρό σου κάμε κόσμε / κι όλα τα ιερά στα πάτησα / κι όλα σου τα παραμύθια”. Από την άλλη τονίζει ότι μια ηθική που βασίζεται «στο Όμορφο και την Αλήθεια» είναι ανώτερη από την κοινωνική υποκρισία. Πολλά ποιήματα γυναικών της εποχής υιοθετούν την αναπαράσταση της μοιραίας γυναίκας, που με τη σεξουαλικότητα της υποτάσσει τους άνδρες, αλλά την παρουσιάζουν θετικά (ενδ. Γαλάτεια Καζαντζάκη, “Σαλώμη” Ο Νουμάς 1909, Λιλίκα Βολίδη, “Γυναικείες καρδιές”, Χαραυγή, 1914, Μυρτιώτισσα, “Voluptas”, Γράμματα 1916). Η γυναίκα είναι ερωτικά ισότιμη με τον άνδρα, όχι θύμα του, όπως φαινόταν στα κείμενα της «Βοσπορίδας» μια δεκαετία νωρίτερα, και κάποτε μυεί αυτή τον άνδρα στον έρωτα. Προς το τέλος της δεκαετίας του 1910, αρχίζουν να δημοσιεύουν ποιήματα στο περιοδικό «Νουμάς», μια ομάδα νέων γυναικών. Στα ποιήματά τους, που έχουν προσωπικό τόνο, αναφέρονται σε κάποιες ερωτικές εμπειρίες που σπάνε τα κοινωνικώς παραδεδεγμένα (την σεξουαλική επαφή εκτός γάμου, εξωσυζυγικές σχέσεις, τη σεξουαλική επιθυμία και τον αυτοερωτισμό). Υιοθετούν τον όρο αμαρτία για να τον ανατρέψουν και προβάλλουν τον εξαγνισμό μέσω του συναισθήματος. Τα κείμενα αυτά δείχνουν ότι, με το τέλος του Α΄ παγκοσμίου πολέμου και τη διάδοση του φεμινισμού, οι γυναίκες διεκδικούν πιο δυναμικά το δικαίωμα στον έρωτα και προβάλουν μια νέα ταυτότητα, από την οποία δεν απουσιάζει η σεξουαλικότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι τα κείμενα δημοσιεύονται στο «Νουμά», που με την έμφαση που δίνει στο φεμινισμό τους δίνει το βήμα να πραγματευτούν το θέμα πιο τολμηρά. Πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν ότι οι περισσότερες ζουν στη Σμύρνη, όπου, όπως και στην Αίγυπτο, η ανάπτυξη της αστικής τάξης και η επαφή με ξένα ρεύματα συμβάλλουν στην απόκτηση της γυναικείας συνείδησης.

Κατά τις δύο πρώτες δεκαετίες του αιώνα, μέσα από τα λογοτεχνικά κείμενα που δημοσιεύονται στα περιοδικά αναδύεται μια νέα γυναικεία ταυτότητα, στην οποία η σεξουαλικότητα παίζει έναν κομβικό ρόλο.

Από την αίσθηση ότι οι γυναίκες πέφτουν θύματα της σεξουαλικότητάς τους και της μειονεκτικής κοινωνικής τους θέσης, τα κείμενα περνούν στην αμφισβήτηση των κοινωνικών ρόλων που οριοθετούν τη σεξουαλικότητα και στη διεκδίκηση του δικαιώματος όχι μόνο στον έρωτα αλλά και στη σεξουαλική απόλαυση.

Η Μαρία Νικολοπούλου είναι διδάκτορας νεοελληνικής φιλολογίας του King’s College London (Πανεπιστήμιο Λονδίνου) και διδάσκει στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο