Κυριακή, 31 Αυγούστου 2014

ΜΕΓΑΛΕΣ ΨΥΧΕΣ – ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΑΧΛΑΔΙΩΤΗ ( Η ΚΥΡΑ ΤΗΣ ΡΩ)



Δέσποινα Αχλαδιώτη - Η κυρά της Ρω
Προσθήκη λεζάντας
Η Ρω ή Ρώγη ή Ροπή, όπως την αναφέρουν διάφοροι χάρτες ή παλιά βιβλία, βρίσκεται 4 μίλια δυτικά από το Καστελλόριζο και σε απόσταση 12 μιλίων από τις τoυρκικές ακτές.
Είναι το πρώτο νησάκι που βλέπει ο επισκέπτης από το πλοίο λίγο πριν φτάσει στο νησί προερχόμενος από τη Ρόδο, με την ελληνική σημαία να ανεμίζει και το Κάστρο να δεσπόζει στη μέση και ψηλά, σαν μάρτυρας μιας μακράς Ιστορίας πολυκύμαντης αλλά όχι ξεχασμένης.
Όταν οι Τούρκοι κατέλαβαν το Καστελλόριζο, την ονόμασαν «Καρά αντά», από το μελανωπό χρώμα των βουνών της.
Η ονομασία «Άι Γιώργης» δόθηκε από το μικρό εκκλησάκι με τη λιτή αιγαιοπελαγίτικη, μοναστηριακού ρυθμού, αρχιτεκτονική που μέχρι σήμερα σώζεται ιερό και αμόλυντο στο μικρό και πεταλοειδές λιμανάκι της Ρω.
Κοντά του υπάρχει μια μικρή αγροτική έκταση, που καλλιεργεί ο εκάστοτε διαμένων κτηνοτρόφος.
Η Pω ανήκει «κατά κυριότητα» στο Δήμο Μεγίστης, ο οποίος κάθε τέσσερα χρόνια την εκμισθώνει σε κτηνοτρόφο κάτοικο Καστελλορίζου με τη διαδικασία πλειοδοτικού διαγωνισμού.
Σ΄ αυτό το άγονο νησί, έζησε μια Ελληνίδα νησιώτισσα. Η Δέσποινα Αχλαδιώτη.
Έγινε γνωστή στο πανελλήνιο ως «κυρά της Ρω» γιατί επί 40 χρόνια (από το 1943 ως το θάνατό της) ύψωνε την ελληνική σημαία στην ακριτική νησίδα της Ρω κάθε πρωί και τη κατέβαζε με τη δύση του ήλιου, για να πει σ’ όλους, πως τούτος ο τόπος που πατούσε, απέναντι από τα τουρκικά παράλια, ήταν Ελλάδα.
Στη Ρω είχε εγκατασταθεί με τον άντρα της, Κώστα και την τυφλή μητέρα της από το 1924. Μετά το θάνατο και του άντρα της και της μητέρας της, η κυρα-Δέσποινα ή η «Κόρη της Ρω» όπως την έλεγαν στο νησί, κατόρθωσε μόνη της να κατοικήσει και να κρατήσει ελληνικό το νησάκι της, καλλιεργώντας και βόσκοντας εκεί τα λιγοστά ζώα της.
Το σπουδαιότερο είναι πως συνεργάσθηκε με τον Ιερό Λόχο και με άλλους αντιστασιακούς.
Στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, πήγε στο Καστελόριζο και εκεί έδρασε με τις αποστολές στρατευμάτων για τη Μέση Ανατολή, κρύβοντας και φυγαδεύοντας αξιωματικούς και στρατιώτες. Τότε, όλοι σχεδόν οι κάτοικοι του Καστελόριζου, είχαν φύγει για τα γύρω νησιά, την Κύπρο, την Αίγυπτο.
Όταν με διαταγή των Άγγλων εγκαταλείφθηκε ομαδικά το Καστελλόριζο, εκείνη παρέμεινε μόνη στη Ρω. Και με θάρρος και ψυχραιμία αντιμετώπισε όλους τους κινδύνους. Εξαιτίας αυτής της ηρωίδας, το μικρό αυτό νησί παρέμεινε ελληνικό, στο οποίο ύψωνε τη σημαία ή χαιρετούσε με αυτήν τα διερχόμενα πλοία. Κι εκείνα ανταπέδιδαν το χαιρετισμό με τα σφυρίγματα τους. Για τον ηρωισμό της έγραψε αρχικά ο Μιχάλης Χονδρός στα «Καστελλοριζιακά Νέα» το 1960.
Μετά τα γνωστά γεγονότα του 1974, όπου Τούρκοι τοποθετούσαν κρυφά τη σημαία τους, η γυναίκα και το νησάκι της έγιναν γνωστά παντού. Την τίμησε η Ακαδημία Αθηνών, το Πολεμικό Ναυτικό, η Βουλή των Ελλήνων, η Εθνική Τράπεζα, Δήμοι, Σύλλογοι και άλλοι φορείς.
Η ίδια η Δέσποινα Αχλαδιώτη, είχε ζητήσει να ταφεί μ΄αυτή τη σημαία:
Δέσποινα ΑχλαδιώτηΤα ξερονήσια του Καστελόριζου και της Ρω τ’ αγαπώ.
Έμεινα μόνη μου το 1943 στο Καστελόριζο με την τυφλή μου μάνα, όταν έφευγαν όλοι οι κάτοικοι του νησιού στη Μέση Ανατολή και στην Κύπρο.
Με την Ελληνική σημαία υψωμένη και την αγάπη για την Ελλάδα βαθιά ριζωμένη μέσα μου πέρασα όλες τις κακουχίες…

Βέβαια η ζωή στη Ρω δεν είναι και τόσο ευχάριστη, αλλά νιώθεις πιο πολύ την Ελλάδα, χαμένος όπως είσαι στο πέλαγος, λίγες εκατοντάδες μέτρα από τις τουρκικές ακτές.
Την ελληνική σημαία θέλω να μου τη βάλουν μαζί μου στον τάφο.
Η «κυρά της Ρω» απεβίωσε σε ηλικία 94 ετών, σε νοσοκομείο της Ρόδου, στις 13 Μαΐου του 1982.
Στις 14 Μαΐου 1982, η Δέσποινα Αχλαδιώτη κηδεύτηκε με τιμές εθνικής ηρωίδας στο Καστελλόριζο και ετάφη κάτω από τον ιστό όπου ύψωνε τη σημαία.
Το φέρετρό της ήταν σκεπασμένο με την ελληνική σημαία.
Η μνήμη της, λειτουργεί σα γέφυρα που ενώνει την αρχαία Ελλάδα των αποίκων του 9ου-8ου αιώνα π.Χ., το Βυζάντιο, την παράδοση και τον πολιτισμό χαμένων πατρίδων…
Σήμερα στο νησί υπάρχει ο τάφος της, τα δύο μικρά σπιτάκια όπου διέμενε και το εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου, όλα δίπλα στο λιμανάκι.
Η προτομή της Δέσποινα Αχλαδιώτου στο Καστελλόριζο
Τον 1993, το έργο της προσπάθησε να συνεχίσει ο φυσικοθεραπευτής Κλήμης Ναυρίδης, που έμεινε γνωστός ως ο «κύρης της Ρω».
Αντεξε στο νησάκι τρία χρόνια. Οι προστριβές με άλλους δύο, που ήρθαν στο νησί, αλλά και τα επεισόδια με λαθρομετανάστες, τον ανάγκασαν να πάρει την απόφαση να φύγει.Τον «πρόδωσε» η καρδιά του το 1998 και πέθανε σε ηλικία 50 ετών.

 Στα 1976, ο Φρέντυ Γερμανός ετοίμασε για το “Πορτραίτο της Πέμπτης” μια εκπομπή αφιέρωμα στην Κυρά της Ρω. Πολύ μικρό απόσπασμα από αυτή την εκπομπή υπάρχει στο youtube
Ενώ ολόκληρη η εκπομπή – συνέντευξη -με καλύτερη ποιότητα εικόνας και ήχου- υπάρχει στο αρχείο της ΕΡΤ:


Από αυτή την εκπομπή δημοσιεύουμε παρακάτω μερικά απομαγνητοφωνημένα στιγμιότυπα:
Είσαι μια χαρά. Σε τρέφει ο βράχος, φαίνεται.
Από πότε ήσουν στη Ρω, για πες μου; Πόσα χρόνια;
Το 27 πήγαμε. Το 29 ήρθαν οι Τούρκοι και βάλαν μια σημαία τσίγκινη…
Α, βάλαν οι Τούρκοι μια τσίγκινη σημαία. Αλλά εσύ ήσουν εκεί πέρα.
Πώς! Αφού σου λέω, από το 27 ήμουνα. Ύστερα από δυο χρόνια ήρθαν οι Τούρκοι…
Ναι, πες μου την ιστορία αυτή, δεν το ‘ξερα, ότι βάλαν σημαία οι Τούρκοι, το 29.
Πάνω στο Κάστρο… Και φέραν τη σημαία με δυο ξύλα, τσίγκινη μάλιστα.
Τσίγκινη για να μην την παίρνει ο αέρας…
Ναι. Δύο ξύλα βάλαν. Και βάλαν στην από κάτω τσιμέντα. Για να είναι στερεά.
Γράφουν οι Εικόνες ότι είχαν έρθει οι Τούρκοι το 29 στη Ρω, αλλά επειδή έμενες, εσύ κι ο άντρας σου, πήραν πάλι τη σημαία τους και φύγαν.
Ναι, την πήραν. Αλλά τώρα, ύστερο πάλι που έλειπα…
Το έμαθα. Ότι βάλαν σημαία πάλι… Θα μου τα πεις μετά αυτά. Βάλαν τη σημαία, αλλά μετά τη βγάλαν πάλι.
Πες μου εκεί στη Ρω, έμενες περίπου 40 χρόνια, ολομόναχη… με τον άντρα σου;
Όχι, ο άντρας μου πέθανε στις αρχές του 40… και τον πήγαμε στο Καστελόριζο…
Και μετά έμεινες με τη μάνα σου…
Μετά έφερα τη μανίτσα μου, κάθονταν μαζί μου, αλλά δεν καλοέβλεπε. Μετά έγινε ο πόλεμος, έφυγε ο κόσμος… Άστα τα χάλια μου… Έχω…
Έχεις περάσεις πολλά, κυρα-Δέσποινα, αλλά είσαι Ελληνίδα. Κι αυτό είναι το πιο ωραίο. Τα έχεις αντέξει όλα και χαμογελάς…
(η κυρά της Ρω χαμογελάει)
…Μετά από όλα αυτά έχεις χαμόγελο. Αυτό είναι το πιο σπουδαίο. Πώς επικοινωνούσες με το Καστελόριζο; Είχες τρόπο να επικοινωνείς;
Έρχονταν βάρκες, ψαράδες, και όταν τους έπιανε η κακοσύνη, τους κοίταζα.
Α, τους φύλαγες εκεί πέρα.
Με λίγα λόγια η ζωή των Καστελοριζιών είναι αυτό το νησάκι. Εάν το παίρνασι, το Καστελόριζο δε…
 Δε θα υπήρχε. Αλλά ήσουν εκεί πέρα εσύ και δε μπορούσαν να το παίρνασι…
 (…..)
Δε μου λες, τι ήταν αυτό που σε έκανε για πρώτη φορά να σηκώσεις τη σημαία, κυρα-Δέσποινα;
Έτσι με φώτισε.
Πώς;
Αφού έφυγαν πια οι Ιταλοί, κι ήρθε η Ελλάδα, λέω να σηκώσουμε τη σημαία, τη δική μας, το σταυρό… γιατί αγαπούσα τόσο πολύ την Ελλάδα…
Και κάθε φορά που έβλεπες ένα καράβι, σήκωνες τη σημαία;
Όταν κατέβαινε δικό μας καράβι, σήκωνα τη σημαία και χαιρετούσα, διότι ήτο πλησίως στα δικά μας νερά. Τα τούρκικα πηγαίναν προς την ανατολή. Και όταν έβλεπα κανένα πολεμικό, από μακριά… σφυρούσανε… να τρέχω η κακομοίρα, να τρέχω, να τρέχω…
Στα κατσάβραχα!
Να πάω να σηκώσω τη σημαία!
Από συνέντευξη που έδωσε η Κυρά της Ρω στον Φρέντυ Γερμανό
http://www.ert-archives.gr/V3/public/pop-view.aspx?tid=73761&tsz=0&act=mMainView
Ο Νίκος Πάγιας μιλάει στον Φρέντυ Γερμανό για την κυρά της Ρω:
Εσείς ήσασταν ανθυπολοχαγός του ελληνικού στρατού…
Εγώ ήμουν έφεδρος ανθυπολοχαγός και οι επιχειρήσεις που κάναμε ήταν στα νησιά του Αιγαίου και της Δωδεκανήσου. Το Καστελόριζο το είχα δει το Σεπτέμβριο του 1943 από μακριά, περνώντας έξω από το Καστελόριζο, πηγαίνοντας για επιχειρήσεις στο Αιγαίο. Και την ημέρα που πέρναγα καιγόταν το Καστελόριζο… τότε που είχε υποστεί το μεγαλύτερο βομβαρδισμό.
Το Σεπτέμβριο του 44 φεύγαμε πάλι για επιχειρήσεις και το πρώτο λιμάνι που πιάσαμε ήταν το Καστελόριζο. Βέβαια, η εντύπωσή μου βλέποντάς το ήταν τραγική, διότι δεν υπήρχε ψυχή επάνω στο Καστελόριζο, ήτανε κατεστραμμένο, καμένο… ούτε γάτα δεν υπήρχε…
Είχαν φύγει οι κάτοικοι;
Είχαν φύγει οι κάτοικοι προ έτους, και μάθαμε ότι είχαν μείνει δύο άνθρωποι, δεν ξέραμε ποιοι ήταν. Όταν φτάσαμε στο Καστελόριζο, με φώναξε ο στρατηγός Τσιγάντες και μου έδωσε εντολή να πάω στη Ρω και να δω τι γίνεται σ’ αυτό το νησί πάνω. Πήραμε μια βενζινάκατο, με τρεις ανθρώπους και πήγα στη Ρω. Όταν βγήκα έξω, το πρώτο πράγμα που αντίκρισα ήταν μια αγελάδα ισχνή.
Τίποτε άλλο;
Τίποτε άλλο. Και ύστερα από λίγο είδα κατσίκια, πολλά. Γυρίζοντας το κεφάλι μου δεξιά, βλέπω μια γυναίκα, ντυμένη στα μαύρα, να φεύγει και να μπαίνει μέσα σε ένα σπίτι. Προχώρησα, κτύπησα την πόρτα και βγαίνει η Δέσποινα η Αχλαδιώτου, μια λεβεντογυναίκα, ηλιοκαμένη, με μεγάλα μάτια, ζωηρά, έξυπνα, διαπεραστικά και μου λέει «τι θέλεις;». Της λέω «κατ’ αρχήν μη φοβάσαι, είμαι Έλλην αξιωματικός, και είμαι και Καστελοριζιός. Λέγομαι Νίκος Πάγιας». Μου λέει «είσαι Καστελοριζιός;». Λέω ναι. Μου λέει «πέρασε» και με βάζει μέσα στο σπίτι της. Κάθομαι εγώ σε μια καρέκλα και τα παιδιά, οι δικοί μου μαζί. Φεύγει, έρχεται ύστερα από λίγο και συνοδεύει μια γρια γυναίκα, ίσαμε 80 χρόνων τυφλή.
Προσθέτει η Κυρά της Ρω: Η μανίτσα μου.
Την οποία τη φέρνει κοντά και της λέει «μάνα το παιδάκι από εδώ είναι Καστελοριζιός. Είναι ο Νίκος ο Πάγιας. Με χαιρέτησε η γιαγιά. Κάθισε δίπλα μου και μου υπέβαλε ερωτήσεις. (…) Όταν τελείωσε η «ανάκριση», σηκώνεται, παίρνει την κυρα-Δέσποινα από το χέρι και επιστρέφει με δύο κεφαλάκια τυρί. Καμωμένα με το γάλα των κατσικιών.
Της Ρω.
Μου το έδωσε για πεσκέσι. Της λέω, “γιαγιά, ευχαριστώ πολύ, είναι πολύ συγκινητικό αυτό το πράγμα, αλλά εγώ δεν μπορώ να το πάρω γιατί δεν μπορώ να τα κουβαλάω. Αλλά σου υπόσχομαι πως θα ξανάρθω, να σας ξαναδώ και τότε να δούμε τι θα κάνουμε. Έφυγα από το νησί, πήγα στο Καστελόριζο, τα ανέφερα στο διοικητή μου, τον αείμνηστο Τσιγάντε, την κατάσταση των γυναικών, οπότε φορτώσαμε μια βενζινάκατο τρόφιμα και τα στείλαμε πάνω στο νησί. Βεβαίως εμείς φεύγαμε μετά από μερικές ώρες. Εκείνο που μου έκανε μεγάλη εντύπωση και μου έχει μείνει είναι ότι φεύγοντας από το Καστελόριζο και ξεκινώντας για τις επιχειρήσεις, περάσαμε από τη Ρω και τη σημαία την είδα εγώ υψωμένη!
Ελληνική σημαία!
Ελληνική σημαία, που ύψωσε η κυρα-Δέσποινα στη Ρω, περνώντας το τμήμα του Ιερού Λόχου, πηγαίνοντας για επιχειρήσεις. 

από την εκπομπή του Φρέντυ Γερμανού “ΟΙ ΕΚΠΟΜΠΕΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΑ”
http://www.ert-archives.gr/V3/public/pop-view.aspx?tid=73761&tsz=0&act=mMainView