Πέμπτη, 9 Μαΐου 2013

Οι οικονομικές κρίσεις, ένα φαινόμενο με ιστορία

 
. Νέρων (54-68), Aureus (χρυσό νόμισμα), έκδοση 65-66 μ.Χ. μετά τη νομισματική μεταρρύθμιση. Αντί για 40 aurei από κάθε ρωμαϊκή λίβρα (ουγκιά) έκοβαν πλέον 45 και το νόμισμα είναι λιποβαρές σε σχέση με τα νομίσματα πριν και ζυγίζει 7,30 γραμμ. CNG, Triton XVI, 9.01.2013, 1046. Οι οικονομικές κρίσεις, ένα φαινόμενο με ιστορία (Μέρος Α΄)

Εισαγωγή

Αυτή την εποχή της οικονομικής κρίσης, νέες έννοιες μπήκαν στην καθημερινότητά μας και λέξεις που χρησιμοποιούσαν μόνο οι ειδικοί της οικονομίας πέρασαν στο λεξιλόγιο μας. Οι δύσκολες αυτές οικονομικές καταστάσεις δεν είναι κάτι καινούριο στην ιστορία.
Από την εποχή που αναπτύχθηκαν οι εγχρήματες κοινωνίες, οι οικονομικές κρίσεις υπήρξαν ένα επαναλαμβανόμενο φαινόμενο. Εμπόριο, ναυτιλία, ανεύρεση και εξόρυξη μετάλλων, νέες τεχνικές, αλλαγή εξουσίας, μεταβίβαση του κέντρου βάρους σε άλλη γεωγραφική περιοχή, οδηγούσαν σε κρίσεις που σήμαιναν πολέμους, αλλαγές νομισμάτων, μετάλλων, αλλαγές κατόχων του πλούτου, νέες εξουσίες, νέες εποχές και νέες νοοτροπίες. Αυτές οι αλλαγές, όπως ήταν φυσικό, είχαν μεγαλύτερες επιπτώσεις σε διαφορετικές κοινωνικές ομάδες. Οι πληροφορίες για την ύπαρξη αυτών των κρίσεων στο παρελθόν, η διαχείρισή τους, οι λόγοι που τις προκάλεσαν, οι ομάδες ανθρώπων που επηρεάστηκαν από αυτές, οι αλλαγές τις οποίες προκάλεσαν πιθανόν να βοηθήσουν τους ανθρώπους να βιώσουν τη σημερινή συγκυρία.
Ο φόρος υποτελείας, η φορολόγηση της γης, του εμπορίου, των μεταφορών, των φυσικών πόρων, η κοπή νέων νομισμάτων υπήρξαν τα μέσα για να αντιμετωπιστούν οι δύσκολες οικονομικές καταστάσεις. Η υποτίμηση, η απαξίωση του νομίσματος, δηλαδή μείωση της περιεκτικότητας του νομίσματος σε πολύτιμο μέταλλο, υπήρξαν λύσεις που αναγκάστηκαν να ακολουθήσουν η Αθηναϊκή Δημοκρατία με τα πονηρά χαλκία αλλά και η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία με τα δηνάρια και τους αντωνιανούς, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία με τους απαξιωμένους σόλιδους, και το σύγχρονο ελληνικό κράτος με την υποτίμηση της δραχμής.
Αυτά τα θέματα προσεγγίζουν οι ειδικοί νομισματολόγοι και ιστορικοί, από την αρχαιότητα ως σήμερα ώστε να αποκτήσουμε μια πιο διαχρονική εικόνα αυτών των καταστάσεων.

Δέσποινα Ευγενίδου
Επίτιμη Διευθύντρια Νομισματικού Μουσείου

Νόμισμα και οικονομία: Το ελληνικό παράδειγμα σε ιστορική προοπτική

Νομισματικά συστήματα στην Ευρώπη του 19ου αιώνα
Κατά το 19o αιώνα, η νομισματική κατάσταση στην Ευρώπη διέφερε από τη σημερινή στο βαθμό που τα νομίσματα ήταν συνδεδεμένα με την αξία των πολύτιμων μετάλλων, όμως –όπως και σήμερα– υπήρχαν διακρατικές νομισματικές ζώνες. Έτσι, από τις αρχές του 19ου αιώνα μέχρι την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1914), τα νομισματικά συστήματα των ευρωπαϊκών κρατών και των ΗΠΑ βασίζονταν είτε στον κανόνα χρυσού είτε στο διμεταλλισμό. Τούτο σημαίνει ότι στον κανόνα χρυσού η εκάστοτε κύρια νομισματική μονάδα βασιζόταν στη νομοθετικά καθορισμένη σταθερή ισοτιμία της με τον χρυσό. Στο διμεταλλισμό, η αργυρή κύρια νομισματική μονάδα και τα χρυσά πολλαπλάσια βασίζονταν στη σταθερή σχέση της τιμής (ratio) των δύο πολύτιμων μετάλλων, του χρυσού και του αργύρου. Η εφαρμογή τόσο του κανόνα χρυσού όσο και του διμεταλλισμού είχε ως απαραίτητη προϋπόθεση την ελεύθερη μετατρεψιμότητα των τραπεζογραμματίων σε αργυρά ή χρυσά νομίσματα.
Το νόμισμα είναι μεταλλικό χρήμα που εκδίδεται από το Κράτος με νομοθετικώς τυποποιημένα χαρακτηριστικά. Στο διμεταλλισμό, όπως και στον κανόνα χρυσού, καθορίζεται η πραγματική περιεκτικότητα του νομίσματος σε πολύτιμο μέταλλο. Στο πλαίσιο και των δύο αυτών συστημάτων, πραγματοποιούνται χάλκινες κοπές νομισμάτων μικρής ονομαστικής αξίας, τα οποία προορίζονται για την εξυπηρέτηση των μικροσυναλλαγών. Στο διμεταλλικό νομισματικό σύστημα, που ίσχυσε σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες έως τα τέλη του 19ου αιώνα, η κύρια νομισματική μονάδα ήταν το αργυρό νόμισμα των 5 φράγκων, ενώ κόβονταν και χρυσά πολλαπλάσια.
Κοπές αργυρών νομισμάτων μικρότερης ονομαστικής αξίας και χάλκινες κοπές συνιστούσαν το συμπληρωματικό νόμισμα: τα αργυρά νομίσματα είχαν μειωμένη περιεκτικότητα σε άργυρο (835‰, αντί για 900‰ που ίσχυε για την κύρια νομισματική μονάδα) και, όπως και τα χάλκινα, προορίζονταν για την εξυπηρέτηση των καθημερινών συναλλαγών, με ποσοτικούς περιορισμούς όσον αφορά την αποδοχή τους κατά τη διενέργεια πληρωμών.
Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη συνακόλουθη οικονομική ύφεση, έγιναν προσπάθειες ώστε τα νομισματικά συστήματα των ευρωπαϊκών χωρών να παραμείνουν συνδεδεμένα με το χρυσό, έστω και έμμεσα. Με το σύστημα του κανόνα συναλλάγματος-χρυσού (Gold-Exchange Standard) τα εθνικά νομίσματα συνδέθηκαν με εξωτερικό συνάλλαγμα μετατρέψιμο σε χρυσό με βάση μια σταθερή ισοτιμία. Περισσότερο διαδεδομένα ως νομίσματα διεθνών αποθεματικών ήταν η βρετανική στερλίνα και το δολάριο των ΗΠΑ. Οι προσπάθειες των ευρωπαϊκών κρατών για νομισματική κανονικότητα υπονομεύθηκαν και τελικά ακυρώθηκαν από τη διεθνή κρίση του 1929.
Από το κέντρο στην περιφέρεια
Από την ίδια τη λειτουργία των νομισματικών συστημάτων, όπως αυτή σχηματικά παρουσιάστηκε παραπάνω, προκύπτει ότι μια περιφερειακή οικονομία, όπως ήταν η ελληνική των τελών του 19ου αιώνα, δεν μπορεί να εξεταστεί μόνο υπό το πρίσμα των τοπικών οικονομικών φαινομένων αλλά πρέπει να ενταχθεί στο ευρύτερο οικονομικό πλαίσιο. Υπό αυτή την οπτική θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ανάλυση της ελληνικής περίπτωσης δύο παράγοντες: αφενός, στα τέλη του 19ου αιώνα μοιάζει να βρίσκεται στο απόγειό της για τις μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες η Βιομηχανική Επανάσταση, και μάλιστα η δεύτερη φάση της, με κύρια χαρακτηριστικά την ενσωμάτωση του γεωργικού τομέα στις ισχυρές δυτικοευρωπαϊκές εθνικές αγορές, την ανάπτυξη των μεταφορών, τη διεθνοποίηση της κυκλοφορίας του κεφαλαίου, την επενδυτική και επιχειρηματική δραστηριότητα που πλέον στοχεύει στην εξάπλωσή της στο εξωτερικό και φυσικά τη δημιουργία διεθνών χρηματοπιστωτικών κέντρων. Σημείο ισορροπίας του οικονομικού φιλελευθερισμού στάθηκε ο χρυσός κανόνας που προσπάθησε να εγγυηθεί τη νομισματική σταθερότητα και την ελευθερία κίνησης των κεφαλαίων.
Ένας δεύτερος παράγοντας που πρέπει να λάβουμε υπόψη είναι η συμμετοχή της χώρας σε έναν υπερεθνικό νομισματικό θεσμό, τη Λατινική Νομισματική Ένωση. Η ελληνική συμμετοχή –ως σημάδι ενσωμάτωσης της Ελλάδας στους μηχανισμούς μιας ευρύτερης αγοράς– δεν μπορεί άλλωστε να απομονωθεί από τη διαδικασία που τελικά οδήγησε στην πτώχευση του 1893. Η ίδρυση της ΛΝΕ το 1865 έγινε με πρωτοβουλία της Γαλλίας και του Ναπολέοντα Γ΄ με βάση το γαλλικό διμεταλλικό σύστημα, τη διατήρηση δηλαδή σταθερής ισοτιμίας μεταξύ χρυσού και αργύρου. Ως πολιτική πρωτοβουλία της Γαλλίας εξέφρασε την πρόθεση για οικονομική πρωτοκαθεδρία της χώρας, μέσω και της γαλλικής οικονομικής και πολιτικής επιρροής σε χώρες της Μεσογείου. Στη ΛΝΕ μετείχαν εκτός από την Ελλάδα (από το 1867) η Ιταλία, το Βέλγιο, η Ελβετία, ενώ το σύστημά της ακολούθησαν το Βατικανό, η Ισπανία κ.ά. Δεν υιοθετήθηκε κοινό νόμισμα, αλλά τα εθνικά νομίσματα, διατηρώντας την ονομασία τους, ήταν ισότιμα με το γαλλικό φράγκο. Η κρίση της τιμής του αργύρου στα τέλη της δεκαετίας του 1870, ως αποτέλεσμα της ανακάλυψης νέων κοιτασμάτων αλλά και της αποχρηματοποίησης των αργυρών νομισμάτων μετά τη γερμανική ενοποίηση, είχε ως συνέπεια τη διατάραξη του διμεταλλικού νομισματικού συστήματος, καθώς στο πλαίσιο της ΛΝΕ η ονομαστική αξία των νομισμάτων ήταν θεσμικά εγγυημένη και υπερέβαινε έτσι την εσωτερική αξία του περιεχόμενου αργύρου. Έγινε προσπάθεια να περιορισθούν οι συνέπειες στη λειτουργία του νομισματικού συστήματος μέσω των μερικών στην αρχή, καθολικών αργότερα, απαγορεύσεων κοπής αργυρού νομίσματος των πέντε φράγκων που συνιστούσε και την κύρια νομισματική μονάδα της ΛΝΕ. Παράλληλα, οι ανταγωνισμοί των κρατών και ο αρχόμενος οικονομικός εθνικισμός επηρέασαν τη λειτουργία ενός νομισματικού συστήματος βασισμένου στην ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων και κεφαλαίων. Αν και τυπικά η ΛΝΕ διαλύθηκε το 1928, στην πραγματικότητα είχε αδρανήσει πριν το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Στην Ελλάδα, το νέο νομισματικό σύστημα εισήχθη νομοθετικά το 1867, όμως με συνεχή διατάγματα η εφαρμογή του ανεστάλη ως το 1882. Άρα, στη χώρα η πλήρης εισαγωγή του νομισματικού συστήματος της ΛΝΕ έγινε όταν ήδη ο διμεταλλισμός είχε αρχίσει να αποσταθεροποιείται σοβαρά και να χάνει έδαφος σε σχέση με τον χρυσό κανόνα. Παρά την αργοπορημένη εφαρμογή του, πρέπει να σημειωθεί ότι ήδη από την ψήφιση του νόμου ΣΔ΄ το 1867 άρχισαν να κόβονται ελληνικά νομίσματα, όλα σε γαλλικά νομισματοκοπεία και με την ΕΤΕ ως εντολοδόχο του Ελληνικού Κράτους, σύμφωνα με το διμεταλλικό νομισματικό σύστημα που ο νόμος αυτός εισήγαγε. Έτσι, όπως το προσδιορίζει και σχετική γνωμοδοτική έκθεση προερχόμενη από την ΕΤΕ, το νομισματικό σύστημα της ΛΝΕ βρισκόταν σε ισχύ από την πρώιμη αυτή χρονολογία, καθώς τα ελληνικά νομίσματα των δεκαετιών ’60 και ’70 ήταν σύμφωνα με τις προδιαγραφές του.
Από τα μέσα της δεκαετίας του 1880 και μετά, το γενικό πλαίσιο απαγορεύσεων κοπής κύριων αργυρών νομισμάτων, συνέπεια και της πτώχευσης της Ιταλίας, αλλά και οι ταμειακές δυσχέρειες του ίδιου του Ελληνικού Κράτους οδήγησαν στη διενέργεια κοπών μόνο συμπληρωματικού νομίσματος, ως επί το πλείστον χάλκινων και χαλκονικέλινων. Πιο σημαντικό, όσον αφορά τις δημοσιονομικές επιπτώσεις, είναι το γεγονός ότι αν και η ισοτιμία της δραχμής είχε τυπικά διατηρηθεί, στην πραγματικότητα η υποτίμηση του ελληνικού νομίσματος σε σχέση με το γαλλικό είχε αρχίσει ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1880. Δέκα χρόνια μετά η δραχμή είχε χάσει 40% της αξίας της και επομένως η εντός της ΛΝΕ ισοτιμία είχε de facto αναιρεθεί.
Φυσικά, οι ελληνικοί νομισματικοί μηχανισμοί αντανακλούν τις ευρωπαϊκές νομισματικές διακυμάνσεις της περιόδου. Είναι προφανές ότι κανένα νομισματικό σύστημα δεν υφίσταται εκτός ενός διεθνούς οικονομικού πλαισίου. Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, η ανάπτυξη του μηχανισμού της αγοράς και το συνεπαγόμενο αίτημα για νομισματική σταθερότητα οδήγησαν στη δημιουργία και θεσμική κατοχύρωση νομισματικών ζωνών, χωρίς φυσικά η διαδικασία αυτή κατά την πρώτη περίοδο της παγκοσμιοποίησης να μπορεί να συγκριθεί με τα σημερινά εκλεπτυσμένα εργαλεία άσκησης νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής. Το ελληνικό παράδειγμα του νομισματικού συστήματος κατά το 19ο αιώνα, και ειδικά η μεταρρύθμισή του το 1867, είναι ενδεικτικό για την προεξόφληση αυτής της πολιτικής από τις λιγότερο αναπτυγμένες οικονομικά χώρες.

Κατερίνα Μπρέγιαννη
ΚΕΙΝΕ Ακαδημίας Αθηνών

* Το κείμενο αποτελεί απόδοση κάποιων από τους θεματικούς άξονες της μελέτης Κ. Μπρέγιαννη, Νεοελληνικό Νόμισμα. Κράτος και Ιδεολογία από την Ελληνική Επανάσταση στο Μεσοπόλεμο, Αθήνα, Ακαδημία Αθηνών, 2011. Για τη βιβλιογραφία και την αρχειακή τεκμηρίωση σχετικά με τα ζητήματα που θίγονται εδώ, παραπέμπουμε τον τυχόν ενδιαφερόμενο αναγνώστη στη συγκεκριμένη μελέτη.
---------------------

Οι οικονομικές κρίσεις, ένα φαινόμενο με ιστορία (Μέρος B΄)

Φαινόμενα οικονομίας. Δύο παραδείγματα από το Βυζάντιο

Mόνο σε μία επίπεδη ανάγνωση και ανάλυση του βυζαντινού μονομεταλλιστικού νομισματικού συστήματος δεν θα απαντήσουμε συχνές οικονομικές κρίσεις και μόνον έτσι θα μείνουμε έκθαμβοι με την εικόνα σταθερότητας του βυζαντινού χρυσού νομίσματος, του καλουμένου και «δολαρίου του Mεσαίωνα». Mια προσεκτική εξέταση και μια πολυεπίπεδη ανάλυση της οικονομικής ιστορίας της βυζαντινής αυτοκρατορίας θα μας επιτρέψουν να εντοπίσουμε πολύ ενδιαφέροντα, αλλά και πολύ ιδιαίτερα φαινόμενα στον χιλιόχρονο κορμό του βυζαντινού νομισματικού συστήματος. Θα σταθούμε σε δύο από αυτά, ως τα πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα, έχοντας υπ’ όψιν μας ότι οι οικονομικοί όροι του «πληθωρισμού» και της «απαξίωσης» χρησιμοποιούνται, τηρουμένων των ιστορικών αναλογιών, για μια πολύμορφη οικονομία, που ξεκινά στην ύστερη αρχαιότητα και ολοκληρώνει τον κύκλο της ζωής της στον πιο βαθύ Μεσαίωνα.

Πληθωρισμός

Tο μικρό χαλκό νόμισμα του κωνσταντίνειου νομισματικού συστήματος γνώρισε κατά τον 4ο και τον 5ο αιώνα συνεχείς μειώσεις του βάρους του και έπεσε θύμα του καλπάζοντος πληθωρισμού, που δοκίμασε η μεταλλασσόμενη ύστερη ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Oι πολλές προσπάθειες αποκατάστασης του με άτολμα ημίμετρα, μέσα στο χαώδες σκηνικό της μετάβασης από τον αρχαίο στον μεσαιωνικό κόσμο, δεν απέδωσαν. Kατά το δεύτερο μισό του 5ου αιώνα, τα μόνα νομίσματα καθημερινών συναλλαγών δεν ήταν άλλα από τα λεγόμενα nummi minimi (δηλ. τα μικρότερα νομίσματα). Kατεξοχήν πληθωριστικά νομίσματα, τα χάλκινα minimi, ήταν σχεδιασμένα και κτυπημένα με προχειρότητα. Tο βάρος τους (κάθε nummus ζύγιζε μόλις ένα γραμμάριο ή και λιγότερο) και η ισοτιμία τους προς τον σόλιδο, περί τις 14.000:1, τα καθιστούσαν εντελώς δύσχρηστα. Kατά τη δεύτερη βασιλεία του Zήνωνος (476-491), το χαλκό νόμισμα δοκίμασε μεγάλη κρίση. O Zήνων ήταν ο πρώτος αυτοκράτορας, ο οποίος προσπάθησε να αποκαταστήσει το υπερπληθωριστικό αυτό νόμισμα. Mεταξύ των ετών 476-491, και μόνο για αυτό το σύντομο διάστημα, τα νομισματοκοπεία της Pώμης και της Kαρχηδόνας εξέδωσαν μεγάλα και βαρύσταθμα χαλκά νομίσματα, τα οποία κάλυψαν τις ανάγκες των τοπικών αγορών, αλλά η χρήση τους ως αξιόπιστων υποδιαιρέσεων δεν διαδόθηκε στην υπόλοιπη αυτοκρατορία και δη στο ανατολικό της μέρος, που πλέον αποτελούσε τον κύριο κορμό της. O Aναστάσιος στάθηκε ο αυτοκράτορας εκείνος που επέφερε την καίριας σημασίας μεταρρύθμιση του έτους 498 στο, ακόμη ρωμαϊκό, νομισματικό σύστημα της ανατολικής αυτοκρατορίας με την αντικατάσταση των minimi από τον φόλλι, το νέο, μεγάλο και βαρύσταθμο χάλκινο νόμισμα. Στην οπίσθια όψη του φόλλι χαρασσόταν με ελληνικά αριθμητικά η ισοτιμία του σε νούμμια: δηλαδή ο φόλλις είχε αξία 40 νούμμια (M), ο μισός φόλλις ή εικοσανούμμιον 20 νούμμια (K), το δεκανούμμιον 10 (I) και το πεντανούμμιον 5 (E). H ισοτιμία του προς τον σόλιδο ήταν θεωρητικώς 180:1. Mε τη μεταρρύθμισή του αυτή ο Aναστάσιος, «προνοητικώτατος τε άμα καί οικονομικώτατος πάντων αυτοκρατόρων» κατά τον Προκόπιο (Aνέκδοτα, xix, 2), απεκατέστησε την αξιοπιστία του χαλκού νομίσματος και το σταθεροποίησε στη νομισματική αγορά ως την κύρια νομισματική μονάδα καθημερινών συναλλαγών. Για τον παραπάνω λόγο η βασιλεία του Aναστασίου (491-518) αποτελεί και το συμβατικό, χρονολογικό όριο έναρξης της βυζαντινής νομισματoκoπίας.

Απαξίωση

Ένας συνδυασμός αιτίων και ιστορικών παραγόντων επέφερε κατά τον 11ο αιώνα μια δραματική απαξίωση στο χρυσό βυζαντινό νόμισμα. H ασυνέπεια, η διασπάθιση του δημοσίου χρήματος και η αναποτελεσματική οικονομική και δημοσιονομική πολιτική των αυτοκρατόρων και των οικονομικών επιτελών τους είναι η συνήθης εξήγηση των ιστορικών και χρονογράφων της εποχής για το φαινόμενο. Ωστόσο μείζονα ρόλο θα έπαιξαν διοικητικές και πολιτικές αλλαγές, ιδιαίτερα μετά τη δεκαετία του 1070 και την καταστροφική για τους Bυζαντινούς ήττα στη μάχη του Mαντζικέρτ (1071), η οποία ουσιαστικά σηματοδότησε την απώλεια της Mικράς Aσίας για την αυτοκρατορία.
O κορυφαίος νομισματολόγος του Bυζαντίου Ph. Grierson ορθώς παρατηρεί ότι και σε άλλες χρονικές περιόδους οι βυζαντινοί αυτοκράτορες και τα οικονομικά τους επιτελεία είχαν βρεθεί σε δεινή θέση, χωρίς να καταφύγουν στη λύση της απαξίωσης του νομίσματος. Για την πλήρη εκτίμηση του φαινομένου πρέπει να συνυπολογισθούν όλοι οι επιμέρους παράγοντες, όπως και η δυσμενής διεθνής συγκυρία. Aξίζει να σημειωθεί ότι η ίδια χρονική περίοδος είναι εποχή μεγάλης οικονομικής κρίσης και για τα βασίλεια της Δυτικής Eυρώπης.
Tο χρυσό νόμισμα του Bυζαντίου, ο σόλιδος, παρέμεινε τόσο σε βάρος (4,5 γρ.) όσο και σε περιεκτικότητα χρυσού, στα 24 καράτια, μέχρι τις αρχές του 11ου αιώνα. Ωστόσο, από τη δεκαετία του 1030 άρχισε η σταδιακή και τελικώς καταστροφική του απαξίωση, η οποία είναι συνυφασμένη με τη γενικότερη παρακμή της αυτοκρατορίας. H απαξίωση του χρυσού βυζαντινού νομίσματος ήταν σταδιακή και αρχικώς ελεγχόμενη (1030-1070) και είχε σκοπό να ενισχύσει το λεηλατημένο κρατικό ταμείο. H απαρχή της μπορεί να τοποθετηθεί επί βασιλείας Mιχαήλ Δ’ (1034-1041), όταν το χρυσό ιστάμενο νόμισμα κοβόταν σε βάρος από 23 1/2 έως 19 1/2 καράτια. H ευκολία με την οποία ο αυτοκράτορας αυτός κατέφυγε στην υιοθέτηση του μέτρου της απαξίωσης συνδέθηκε από πολλούς συγχρόνους του με το επάγγελμα που εξασκούσε προτού ανέλθη στο θρόνο, αυτό του αργυραμοιβού. Kατά τον Kεδρηνό, ο Mιχαήλ Δ΄ και άλλα μέλη της οικογένειάς του (Kεδρηνός, II, 504.13-17) «… την αργυραμοιβικήν μετήεσαν επιστήμην καί τα αργύρια εκιβδήλευον». H καταστροφική απαξίωση του νομίσματος συνεχίστηκε επί Kωνσταντίνου Θ’ Mονομάχου (1042-1055). Aπό σύγχρονους μελετητές της οικονομικής ιστορίας του Bυζαντίου έχει υποστηριχθεί ότι αυτή η πρώτη περίοδος απαξίωσης του χρυσού νομίσματος, όταν ο μεταλλικός ευτελισμός του ισταμένου γινόταν με αργούς ρυθμούς και οι αλλαγές δεν ήταν δραματικές, πέρασε απαρατήρητη και δεν επέφερε αναστάτωση στην αγορά της εποχής. Eπί της βασιλείας του Pωμανού Δ’ (1067- 1071) η κατάσταση άρχισε να γίνεται πλέον ανεξέλεγκτη. Tο νόμισμα περιείχε πλέον μόνο 18 καράτια χρυσού. Tις επόμενες δεκαετίες η περιεκτικότητά του σε χρυσό θα φτάσει σχεδόν στο ναδίρ: επί βασιλείας Mιχαήλ Z’ (1071-1078), για τον οποίο ο δάσκαλος του Mιχαήλ Ψελλός (1018-1081;) σημειώνει ότι «… κατέχει επακριβώς όλους τους μηχανισμούς της οικονομίας … την κατεργασία του χρυσού και την αναλογία πολύτιμου μετάλλου που περιέχει κάθε νόμισμα…» (Mιχαήλ Ψελλού, Xρονογραφία, μεταγραφή στα νέα ελληνικά: Aλόη Σιδέρη, εκδ. Άγρα, Aθήνα 1993, κεφ. 2, σ. 405) θα πέσει στα 16, αρχικά, και αργότερα στα 12 1/2 καράτια και επί Nικηφόρου Γ’ Bοτανειάτου (1078-1081) στα οκτώ. Οι μελετητές της βυζαντινής νομισματοκοπίας συνέδεσαν με την απαξίωση του χρυσού νομίσματος κατά τον 11ο αιώνα και την αλλαγή στο σχήμα του κατά την ίδια περίοδο, το οποίο έγινε κοιλόκυρτο.
Πολλοί βέβαια είναι οι παράγοντες που οδηγούν σε μια τέτοιου είδους οικονομική καταστροφή μια οικονομικά κραταιά και κυρίαρχη σε όλο τον τότε γνωστό κόσμο, μόλις ένα τέταρτο του αιώνα πριν, αυτοκρατορία. O Mιχαήλ Ψελλός, ο οποίος έζησε ως αυλικός φιλόσοφος στο Iερό Παλάτιο για πολλά χρόνια και γνώρισε πολλούς από τους αυτοκράτορες, που ο ένας μετά τον άλλο ανέβαιναν για μικρό διάστημα ο καθένας στο θρόνο, θεωρεί ότι η ευθύνη βαρύνει προσωπικά τους ηγεμόνες αυτούς. Xαρακτηριστικά, ο Ψελλός σημειώνει ότι ο Bασίλειος B’ : «… ες γάρ μυριάδας ε­ίκοσι ταλάντων έμπλεω τά των ανακτόρων ταμεία πεποίηκε…» (M. Psellus, Chronographia, εκδ. Renauld, τόμ. I, σ. 19.6-7) όσοι, όμως, τον διαδέχτηκαν διαχειρίστηκαν το δημόσιο χρήμα με ασυδοσία και επιπολαιότητα «…τούς βασιλικούς θησαυρούς εις τάς οικείας απαντλούντων επιθυμίας, ταις τε δημοσίοις συνεισφοραάς ουκ εις στρατιωτικάς συντάξεις αποχρωμένων, αλλά εις πολιτικάς χάριτας καί λαμπρότητας…» (M. Psellus, ό.π., τόμ. II, σ. 119.2-5).
O Aλέξιος A’ Kομνηνός (1081- 1118) «… τό νόμισμα κεκιβδηλευμένον παρά των πρό αυτού ευρηκώς» (Zωναράς, Ep. xviii, 22), δεν κατάφερε να σταματήσει την καθοδική πορεία του χρυσού νομίσματος κατά τις πρώτες δεκαετίες της βασιλείας του, λόγω της ιδιαίτερα ταραγμένης πολιτικής κατάστασης, που επικρατούσε στην αυτοκρατορία, των τραγικών δημοσιονομικών ελλειμμάτων της χώρας και των πιεστικών κρατικών δαπανών. Mετά τη σταθεροποίησή του, όμως, στο θρόνο της Kωνσταντινούπολης, μπόρεσε να προχωρήσει σε μια γενναία νομισματική μεταρρύθμιση (1092). Eξέδωσε, έτσι, το χρυσό υπέρπυρον, το οποίο είχε μεν βάρος όσο και ο άλλοτε κραταιός σόλιδος, δηλ. περί τα 4,5 γρ., αλλά η περιεκτικότητά του σε χρυσό έφτανε τα 20 με 20 1/2 καράτια, και κατόρθωσε να αποκαταστήσει κατά ένα μέρος το βυζαντινό νόμισμα, ως διεθνή μονάδα συναλλαγών.

Γιόρκα Νικολάου
Ιστορικός-Νομισματολόγος στο Νομισματικό Μουσείο
------

Οι οικονομικές κρίσεις, ένα φαινόμενο με ιστορία (Μέρος Γ΄)

Οικονομικές κρίσεις της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας

Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία εκτεινόταν από τη Βρετανία μέχρι τον Ευφράτη ποταμό και από τον Δούναβη μέχρι τη Σαχάρα. Σε αυτή την τεράστια έκταση γης, με αμέτρητους φυσικούς και ανθρώπινους πόρους, το κράτος είχε μία ομοιογένεια, όπου επικρατούσε ειρήνη και ασφάλεια στη διακίνηση των ανθρώπων και των προϊόντων. Η ρωμαϊκή οικονομία ήταν συνάρτηση του θεσμικού πλαισίου και της κοινωνικής δομής της αυτοκρατορίας, καθώς και των πολέμων και ήταν κατά βάση αγροτική, ενώ το εμπόριο και η βιοτεχνία συντελούσαν στην ευημερία της.
Κατά τους αυτοκρατορικούς χρόνους η ρωμαϊκή οικονομία είχε υπέρογκα έξοδα λόγω του στρατού (τουλάχιστον 400.000 άνδρες), που μετατράπηκε από κατακτητικός σε προστάτη των συνόρων και επιστάτη της ασφάλειας στο εσωτερικό και υπολογίζεται ότι απορροφούσε τα 2/3 των συνολικών εξόδων του κράτους. Στα έξοδα καταλογίζονται επίσης πληρωμές μισθών του τεράστιου δημόσιου τομέα, δωρεών στο στρατό (donativa) μετά την ανάρρηση στο θρόνο κάθε αυτοκράτορα, δημόσια έργα, πολυδάπανη πολιτιστική ζωή (κτίσιμο και διατήρηση δημοσίων κτηρίων, διοργάνωση αγώνων, λατρειών κ.ά.), διανομή τροφής στους πληβείους (alimenta), καταστροφικά φυσικά φαινόμενα (σεισμοί, πλημμύρες, πυρκαγιές και επιδημίες) καθώς και ο συχνά έκλυτος βίος του κάθε αυτοκράτορα. Το ρωμαϊκό κράτος έχανε μάλιστα ανεπιστρεπτί πολύτιμο μέταλλο από τις εισαγωγές ειδών πολυτελείας από την Ανατολή (τις Ινδίες, την Κίνα, κ.λπ.), που κατανάλωναν οι ανώτερες τάξεις, διότι η αγορά των προϊόντων γινόταν με νομίσματα από ευγενή μέταλλα που δεν εξισώνονταν με εξαγωγές, αφού οι ανατολικοί λαοί δεν ενδιαφέρονταν για τα ρωμαϊκά προϊόντα.
Η εξισορρόπηση εσόδων-εξόδων γινόταν με την επιβολή άμεσων και έμμεσων φόρων. Πηγή εσόδων αποτελούσαν και τα ενοίκια γης, οι φόροι κληρονομίας και οι κλήσεις για παραπτώματα. Σε περίπτωση ανεπάρκειας επινοούνταν νέοι φόροι, όπως το aerarium militare, φόρος για τη συντήρηση του στρατού.
Η νομισματική πολιτική της Αυτοκρατορίας συνέχισε αυτήν της Δημοκρατίας. Έτσι το ασημένιο δηνάριο, που εισήχθη επί Δημοκρατίας στις αρχές του 2ου αι. π.Χ. παρέμεινε η βάση του νομισματικού συστήματος μέχρι και τον 3ο αι. μ.Χ. με μόνη διαφορά την αποτύπωση των προσωπογραφιών των αυτοκρατόρων ή/και των μελών των οικογενειών τους στην εμπρόσθια όψη. Οι ονομαστικές αξίες και ισοτιμίες μεταξύ των νομισμάτων του ρωμαϊκού νομισματικού συστήματος παρατίθενται στον Πίνακα 1.
Κατά την Ιουλιοκλαυδιανή περίοδο η ετήσια πληρωμή ενός μισθοφόρου ήταν περίπου 9 aurei. Το δηνάριο αντιπροσώπευε περίπου ένα ημερομίσθιο. Με ένα ασάριο μπορούσε κάποιος να αγοράσει το ψωμί της ημέρας ή ένα ποτήρι κρασί σε ταβέρνα, ενώ η είσοδος σε ένα δημόσιο λουτρό στοίχιζε ένα quadrans (η μικρότερη χάλκινη υποδιαίρεση).
Στην ερμηνεία των οικονομικών κρίσεων της αρχαιότητας συνεισφέρουν και τα νομίσματα. Η αξία του αρχαίου νομίσματος από ευγενή μέταλλα ήταν εγγενής (το βάρος του νομίσματος αντιπροσώπευε την αξία του προϊόντος). Συχνά η αντιμετώπιση των οικονομικών κρίσεων συντελείτο με την απλή μέθοδο της υποτίμησης του νομίσματος από ευγενή μέταλλα, δηλαδή με την κοπή λιποβαρών νομισμάτων ή/και με την πρόσμιξη των ευγενών μετάλλων με ευτελέστερα. Με τον τρόπο αυτό η εκάστοτε εκδίδουσα αρχή έκοβε και έθετε σε κυκλοφορία περισσότερα νομίσματα σε αριθμό για να αντεπεξέλθει σε μια οικονομική κρίση, τα οποία όμως ήταν υποτιμημένα. Έτσι και το ρωμαϊκό κράτος όποτε βρισκόταν σε δεινή οικονομική κατάσταση, με κυριότερο λόγο το τέλος των κατακτήσεων και την έλλειψη μετάλλου προς νομισματοκοπία, ως λύση αύξαινε τη φορολογία και/ή υποτιμούσε το νόμισμά του.
Από την εποχή του Αυγούστου μέχρι το 64 μ.Χ. το βάρος των χρυσών και αργυρών νομισμάτων ελαττώθηκε ελάχιστα. Ο Νέρων (54-68 μ.Χ.) προέβη σε μια δραστική νομισματική μεταρρύθμιση για να αντεπεξέλθει, σύμφωνα με τους περισσότερους ιστορικούς, στα τεράστια έξοδα για την ανοικοδόμηση της Ρώμης μετά τη μεγάλη πυρκαγιά του 64 και το κτίσιμο του νέου παλατιού, την περίφημη «Χρυσή Οικία», Domus Aurea. Η ανοικοδόμηση της Ρώμης ήταν αναμφισβήτητα μία από τις αιτίες της οικονομικής κρίσης, παράλληλα με την κατάπνιξη εξεγέρσεων, τον έκλυτο βίο του αυτοκράτορα, τη διανομή χρημάτων στους πληβείους και την ελάφρυνση της φορολογίας τους, την απαλλαγή φόρου στα εμπορικά πλοία που μετέφεραν σίτο στη Ρώμη, τις διανομές χρήματος στο στρατό, τα δημόσια έργα, και τους αθλητικούς και καλλιτεχνικούς αγώνες.
Η εξοικονόμηση χρημάτων προήλθε από την αύξηση φόρων στις επαρχίες και τα υπόδουλα βασίλεια, την επιβολή νέων φόρων σε λιμάνια, δρόμους, γέφυρες κ.λπ., την επιβολή φόρου 25% στα πολυτελή προϊόντα εισαγωγής, που υπολογίζεται ότι στοίχιζαν 600.000 aurei, μέταλλο που χανόταν από τη νομισματοκοπία.
Λόγω ανεπάρκειας των μέτρων και έλλειψης νομίσματος, ο Νέρων το 64 υποτίμησε τα χρυσά και αργυρά νομίσματα. Αντί για 40 aurei από κάθε ρωμαϊκή λίβρα (ουγκιά) έκοβαν πλέον 45, και αντί για 84 δηνάρια 96. Ο Νέρων κατέβασε επίσης την καθαρότητα αργύρου στο δηνάριο από 99,5% σε 93,5%, κόβοντας έτσι με την ίδια ποσότητα μετάλλου περί τα 15% περισσότερα νομίσματα. Η νόθευση του δηναρίου ήταν η πιο δραματική που έγινε κατά τη διάρκεια της αυτοκρατορίας μέχρι τον 3ο αιώνα (Πίνακας 2).
Η μεταρρύθμιση είχε και πολιτικό χαρακτήρα καθώς ο Νέρων, με διατάγματα, νόμους, ευεργεσίες και «δωρεές», θώπευε τις χαμηλότερες κοινωνικές τάξεις, ενώ προσπαθούσε να μειώσει την επιρροή της Συγκλήτου. Οι μεσαίες τάξεις με τη μεταρρύθμιση αύξησαν την περιουσία τους διότι αποθησαύριζαν κυρίως αργυρά νομίσματα των οποίων η αξία, λόγω του νέου κράματος, υπολογίζεται πως ήταν κατά 1/3 μεγαλύτερη από την πραγματική, αφού η καθαρότητα του αργύρου ελαττώθηκε κατά 6%. Αντίθετα οι αριστοκρατικές τάξεις είδαν την περιουσία τους να ελαττώνεται διότι κατείχαν κυρίως χρυσά νομίσματα, που είχαν περί τα 0,7 γραμμ. λιγότερο βάρος και η ανταλλαξιμότητα χρυσού/αργύρου ήταν εις βάρος των χρυσών (πριν τη μεταρρύθμιση 12 γραμμ. αργύρου αντιστοιχούσαν σε 1 γραμμάριο χρυσού, ενώ μετά σε 11 γραμμ. χρυσού). Με τον τρόπο αυτό εισήλθαν στη Σύγκλητο και σε άλλα αξιώματα άνθρωποι μεσαίων τάξεων και μεταβλήθηκε η κοινωνική σύνθεση της διοίκησης.
Η οικονομική κρίση την περίοδο των Σεβήρων είναι διαφορετική. Ως τις αρχές του 3ου αιώνα το δηνάριο ήταν τόσο ισχυρό νόμισμα –αναγνωρίσιμο και με μεγάλη κυκλοφορία– ώστε πολλές περιοχές της Βόρειας Ευρώπης έκοψαν απομιμήσεις των ρωμαϊκών νομισμάτων.
Από τα τέλη του 2ου αιώνα η Αυτοκρατορία κλονιζόταν από απειλές των συνόρων, εισβολές βαρβάρων και πολέμους διαδοχής. Όταν τελικά κατέλαβε την εξουσία ο Σεπτίμιος Σεβήρος το 193, το δημόσιο ταμείο είχε μόνον 1.000.000 σηστέρτιους από 2.700.000.000 επί Αντωνίνου Ευσεβούς (138-161). Οι συνεχείς επιχειρήσεις που αντιμετώπισαν οι Σεβήροι –εκστρατείες στη Βρετανία, διαφύλαξη των συνόρων από γερμανικά φύλα, Πάρθους και Πέρσες– συνέβαλαν στον τερματισμό της οικονομικής ευημερίας των αριστοκρατικών και μεσαίων τάξεων και στην υποβάθμιση της ποιότητας ζωής τους. Ανέκοψαν την οικονομική ανάπτυξη και το εμπόριο, ενώ συγχρόνως υπήρξαν απώλειες μετάλλου, απαραίτητου για τη νομισματοκοπία, από λαφυραγωγία. Σε όλα αυτά πρέπει να προσθέσει κανείς και τα μόνιμα έξοδα, μισθούς του δημόσιου τομέα, συντάξεις στρατιωτικών, δημόσια έργα κ.λπ.
Όλοι αυτοί οι λόγοι ανάγκασαν τον Σεπτίμιο Σεβήρο να αυξήσει τη φορολογία των πλουσίων και της μεσαίας τάξεως, με αποτέλεσμα τα προνομιούχα στρώματα να κλονιστούν οικονομικά τόσο ώστε να μην γίνονται πλέον ευεργεσίες, γεγονός που είχε με τη σειρά του αντίκτυπο στα κατώτερα στρώματα, τα οποία εξαθλιώθηκαν. Ωστόσο η αύξηση της φορολογίας δεν απέδωσε, αντιθέτως παρατηρείται μείωση της παραγωγικότητας με εγκατάλειψη της γης, ελάττωση του αριθμού των δούλων (με αποτέλεσμα αύξηση του κόστους εργασίας), μείωση της καλλιεργούμενης γης και της παραγωγής αγροτικών προϊόντων και ως εκ τούτου ελάττωση των εσόδων.
Ο Σεπτίμιος Σεβήρος για να αντεπεξέλθει στα έξοδα και να εκδώσει περισσότερα δηνάρια για τις πληρωμές, κυρίως των στρατιωτών που τους είχε αυξήσει το μισθό κατά 50%, αναγκάστηκε το 195, αφού δεν είχε ικανή ποσότητα μετάλλου προς νομισματοκοπία λόγω της εξάντλησης των αποθεμάτων αργύρου (δεν υπήρχαν νέες κατακτήσεις και έχαναν πάντα πολύτιμο μέταλλο από τις εισαγωγές πολυτελών ειδών), να υποτιμήσει το δηνάριο και να εκδώσει αργυρά νομίσματα με 50-60% καθαρότητα σε άργυρο.
Ο διάδοχός του Καρακάλλας συνέχισε τις υπέρογκες δαπάνες με νέες αυξήσεις μισθών, το 212, των διπλάσιων σε αριθμό στρατιωτών σε σχέση με το 197, που ανέβασαν το ετήσιο κόστος στα 70 εκατομμύρια δηνάρια. Οι συνεχείς πόλεμοι, η αύξηση των δημοσίων υπαλλήλων και οι δωρεές χρημάτων σε παρακείμενα βασίλεια για να διατηρούν την ειρήνη με τα σύνορα κόστιζαν.
Η έλλειψη νομισμάτων για πληρωμές οδήγησε σε άνοδο του πληθωρισμού και ο Καρακάλλας αναγκάστηκε να αυξήσει τη φορολογία των υπηκόων και να επιβάλει στις επαρχίες έκτακτους φόρους, aurum coronarium, ενώ με διάταγμα έδωσε το 212 τη ρωμαϊκή υπηκοότητα σε όλους τους ελεύθερους πολίτες ώστε να πληρώνουν κεφαλικό φόρο. Ωστόσο, το 215 αναγκάστηκε να προβεί σε μια πολύ πιο δραστική νομισματική μεταρρύθμιση.
Εισήγαγε ένα νέο ασημένιο νόμισμα, τον αντωνινιανό (η ονομασία του προέρχεται από το όνομά του διότι δεν γνωρίζουμε την αρχαία του ονομασία). Το νέο νόμισμα ζύγιζε λιγότερο, είχε ακόμη χαμηλότερη περιεκτικότητα σε άργυρο (κατά 1/6) και είχε την αξία 2 δηναρίων, εξ ου και η ακτινοστεφής απεικόνιση του αυτοκράτορα, όπως στα asses ο αυτοκράτορας απεικονιζόταν δαφνοστεφής, ενώ στο διπλάσιό του dupondius ακτινοστεφής. Στην πραγματικότητα όμως ο αντωνινιανός στοίχιζε 1,5 δηνάριο. Παρότι οι πολίτες δεν δέχθηκαν με ενθουσιασμό το καινούργιο υποτιμημένο νόμισμα, το κράτος πλήρωνε με αυτό τις υποχρεώσεις του –στρατό, δημόσιους υπαλλήλους, δημόσια έργα κ.λπ.– και ο αντωνινιανός έγινε το κύριο νόμισμα. Ο διάδοχος του Καρακάλλα Μακρίνος (217-218) προσπάθησε να εξισορροπήσει τα οικονομικά της Αυτοκρατορίας και σταμάτησε την έκδοσή του, αλλά ο διάδοχός του Ηλιογάβαλος (218-222) το επανέφερε αναγκαστικά ενώ ο Αλέξανδρος Σεβήρος (222-235) προσπάθησε ανεπιτυχώς να επαναφέρει το δηνάριο. Έτσι επί Γαλλιηνού, γύρω στο 260, ο αντωνιανιανός έφτασε να περιέχει μόνον 5% άργυρο.
Μια υποτίμηση θεωρητικώς αυξάνει τις εξαγωγές μιας χώρας (αυτό δεν ίσχυε για τη Ρώμη αφού κυρίως εισήγαγε προϊόντα) αλλά δημιουργεί πληθωρισμό και ανεβάζει τις τιμές στο εσωτερικό. Από τη στιγμή που το νόμισμα ήταν λιποβαρές ή/και η καθαρότητα του μετάλλου δεν ήταν σωστή, δεν είχε τη σωστή ονομαστική αξία. Έτσι εάν ένας έμπορος πουλούσε κάτι με 10 δηνάρια σωστού βάρους και περιεκτικότητας, θα μπορούσε να απαιτεί 15 υποτιμημένα. Συγχρόνως όταν το κράτος έβρισκε μέταλλο και προσπαθούσε την επαναφορά γνησιότερων νομισμάτων, αυτά εξαφανίζονταν από την αγορά λόγω αποθησαύρισης. Έτσι δημιουργήθηκε ένα φαύλος κύκλος, όπου τα πολύτιμα μέταλλα δεν επιστρέφονταν ποτέ στο κράτος μέσω των φόρων και η διοίκηση, με τα υποτιμημένα νομίσματα που συνέλλεγε από τη φορολογία, αδυνατούσε να καλύψει τις συνεχώς αυξανόμενες δαπάνες. Γι’ αυτό το λόγο από τις αρχές του 3ου αιώνα οι πολίτες υποχρεώθηκαν να καταβάλλουν ένα ποσό της φορολογίας σε είδος ή σε παροχή υπηρεσιών, λόγω ελλείψεως νομισμάτων.
Η έλλειψη χρήματος και η αύξηση της φορολογίας έπληξε τον αστικό πληθυσμό και τη μεσαία τάξη. Πολλοί Συγκλητικοί και έμποροι πτώχευσαν διότι τα χρήματά τους δεν είχαν αξία ενώ ξανάρχισε το ανταλλακτικό εμπόριο. Από τον 3ο αιώνα η ελάττωση του πληθυσμού των πόλεων επέφερε ελάττωση συλλογής φόρων και πολλοί επέστρεψαν αναγκαστικά στην ύπαιθρο ως μικρογαιοκτήμονες, ενώ άλλοι προσπαθούσαν να μπουν στο στρατό.
Η πολιτική και στρατιωτική κρίση του 3ου αιώνα έστρεψε τους αυτοκράτορες προς μία ισορροπημένη δημοσιονομική πολιτική μέσω νομισματικών μεταρρυθμίσεων με κυριότερες εκείνες του Αυρηλιανού (274) και του Διοκλητιανού (το 293 και το 301), με αποτέλεσμα την οριστική μεταβολή του νομισματικού συστήματος κατά τη βασιλεία του Διοκλητιανού. Παρ’ όλες τις μεταρρυθμίσεις, το ρωμαϊκό κράτος δεν κατάφερε να αναχαιτίσει τη δύσκολη οικονομική κατάσταση αλλά η Αυτοκρατορία διατηρήθηκε αλλάζοντας τη δομή της χάρη στον Κωνσταντίνο Α΄, ο οποίος τη διαίρεσε σε δύο τμήματα, τη δυτική με έδρα τη Ρώμη και την ανατολική με έδρα το Βυζάντιο, τη σημερινή Κωνσταντινούπολη.

Δρ Ελένη Παπαευθυμίου
Ιστορικός-νομισματολόγος, Πρόεδρος της Νομισματικής Εταιρείας

--------------------------
ΠΗΓΗ