Δευτέρα, 11 Μαρτίου 2013

Ταχυδρόμοι


Φιγούρα Έλληνα ταχυδρόμου με σημαία και γραμματόσημο.
Μετά την απελευθέρωση από τους Τούρ­κους, συστάθηκε το 1828 η πρώτη ταχυδρομι­κή υπηρεσία. Με το ΙΖ’ ψήφισμα του Ιωάννη Καπο­δίστρια, ιδρύεται το «Ταχυδρομείον Γενικόν», με σκοπό τη μεταφορά της επίσημης και της ιδιωτικής αλληλογραφίας. Αλλά η νεοσύστατη ταχυδρομική υπηρεσία, τουλάχιστο στα πρώτα της χρόνια εξυπηρετούσε μόνο τις κρατικές ανάγκες. Συστάθηκαν τότε (1828) τα πρώτα πέ­ντε ταχυδρομικά γραφεία, στην Αίγινα, στη Σύ­ρο, στην Επίδαυρο, στο Άργος και στην Τρίπο­λη.
Το 1869 ψηφίστηκε νόμος περί γραμμα­τοσήμου, ο οποίος εφαρμόστηκε από τον Ο­κτώβριο του επόμενου έτους. Κυκλοφόρησε τό­τε η πρώτη σειρά γραμματοσήμων με το φτε­ρωτό κεφάλι του Ερμή, συνολικά επτά γραμ­ματόσημα του ενός, δύο, πέντε, δέκα, είκοσι, σαράντα και ογδόντα λεπτών. Για μία επιστο­λή εσωτερικού απαιτούνταν ταχυδρομικά τέλη 20 λεπτά, για μία εξωτερικού 140 λεπτά.
Η Ελλάδα το 1875 έγινε μέλος της Γενι­κής Ταχυδρομικής Ενότητας, η οποία είχε συσταθεί την προηγούμενη χρονιά στη Βέρνη της Ελβετίας με τη συμμετοχή 20 και πλέον χωρών και η οποία αργότερα μετονομάστηκε σε Πα­γκόσμια Ταχυδρομική Ένωση (Union Postale Universelle).
Αργότερα ιδρύθηκε με νόμο (Ν. 278/9-6-1914) το Υπουργείο Συγκοινωνίας, το οποίο περιέλαβε τις υπηρεσίες Δημοσίων Έργων, των Ταχυδρομείων και Τηλεγράφων. Ακολούθησαν πολλές αλλαγές στη σύσταση και στις αρμοδιό­τητες διαφόρων υπουργείων, αλλά αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ είναι ότι οι ταχυδρομικές, τη­λεφωνικές και τηλεγραφικές επικοινωνίες (τα τρία Τ) αποτελούσαν μία υπηρεσία μέχρι το 1949, οπότε τα τηλέφωνα και οι τηλέγραφοι εντάχθηκαν στον OTE (Ν. 1049/49). Προστάτης άγιος των ταχυδρόμων και των ΕΛ.ΤΑ. είναι ο όσιος Ζήνων, ταχυδρόμος ο ί­διος, η μνήμη του οποίου γιορτάζεται στις 10 Φεβρουαρίου.


Από τα πρώτα γραμματόσημα με το φτερωτό κεφάλι του Ερμή.

Πριν από κάποιες δεκαετίες η επικοινωνία δεν ήταν εύκολη. Τηλέφωνα δεν υπήρχαν ή υπήρχε μόνο ένα στο καφενείο του χω­ριού, που το λέγαμε κοινοτικό. Ο καφετζής αναλάμβανε να ειδοποιήσει τον συχωριανό του ότι ο τάδε τον κάλεσε στο τηλέφωνο και πως θα ξαναπάρει την τάδε ώρα. Ό­ταν ερχότανε, πάλι, κανένα τηλεγράφημα τηλεφωνικώς (!), ο καφετζής το έγραφε σ’ ένα χαρτί, για να το δώσει στον παραλή­πτη: «Ουρανία έτεκε θίλι» ή «σιχαριτίρια ισίχθις φιλοσοφικί σχολί Αθηνόν». Τώρα με την πληθώρα των σταθερών και των κι­νητών τηλεφώνων και τα e-mails επικοι­νωνούμε με τον άνθρωπό μας άμεσα, ό,τι ώρα θέλουμε, όπου κι αν βρισκόμαστε. Α­κόμα και ευχετήριες κάρτες πάψαμε να στέλνουμε, γιατί προτιμούμε το τηλέφωνο ή τα… SMS.
Κάποτε αλληλογραφούσαν και οι σπουδαίοι, οι επώνυμοι – ποιητές και λο­γοτέχνες, φιλόσοφοι και λογής διανοούμε­νοι και πολιτικοί ή απόστολοι του έθνους και της εκκλησίας και μας μείνανε οι επιστολές αυτές ως μνημεία λόγου με προβλη­ματισμούς ποικίλου περιεχομένου, επιστο­λές με φιλοσοφικό και φιλολογικό περιε­χόμενο, με ιστορικό ή θεολογικό, με πολι­τικό, ακόμα και ερωτικού περιεχομένου. Πολλές τέτοιες αλληλογραφίες γνώρισαν το φως της δημοσιότητας τα τελευταία χρό­νια. Άραγε, εξακολουθούν κάποιοι φωτει­νοί άνθρωποι να ανταλλάσσουν ανάλογες επιστολές ή εκσυγχρονίστηκαν και αυτοί, ικανοποιώντας τις πνευματικές τους ανη­συχίες με το τηλέφωνο;
Ταχυδρόμος
Παλιότερα λαχταρούσαμε να λάβου­με επιστολή από το παιδί μας, που υπηρε­τούσε φαντάρος στα σύνορα ή πολεμούσε στο αλβανικό μέτωπο. Λαχταρούσαμε να λάβουμε γράμμα από το ξενιτεμένο μας παιδί, από τον Καναδά ή την Αυστραλία, να βεβαιωθούμε πως ζει, πως είναι καλά και πως περνάει καλά. Τι συγκινήσεις ήταν εκείνες! «Αγαπημένη μου μανούλα…» και η μανούλα διάβαζε και ξαναδιάβαζε το γράμμα, το φιλούσε και το ξαναφιλούσε και τρέχανε τα μάτια της κι έπιανε τη γειτονιά, για να το δείξει, να δεχτεί ευχές και συγχαρητήρια…. Να και τα δολάρια που’ τανε μέσα!….
Κι όταν η μάνα δεν ήξερε γράμματα, όπως συνήθως, το διάβαζε καμιά φορά ο ίδιος ο ταχυδρόμος κι ύστερα κάποια άλλη γραμματιζούμενη γυναίκα, ή εγγονή ή η ανιψιά. Κι ύστερα, άντε να απαντήσουμε, παιδί μου, γράφε: «Αγαπημένο μου παιδί…».
Έχει άλλη ομορφιά και άλλη γεύση το χαρτί, πάνω στο οποίο ακούμπησαν τα χεράκια του παιδιού μας, για να ξεχειλίσει η συμπόνια κι η αγάπη του σε λίγες γραμμές. Η φωνή της επιστολής δε χάνεται και δε σβήνει, όπως εκείνη η μεταλλική του τηλεφώνου, όταν κατεβάσουμε το ακουστικό.  Η επιστολή διαβάζεται και ξαναδια­βάζεται και φυλάγεται στην κασέλα σαν κειμήλιο.
Ο ταχυδρόμος ήταν ο καλός μαντα­τοφόρος, ο άνθρωπος της χαράς και της συγκίνησης.­ Σηκωνότανε νύχτα να προλάβει κι έφτανε στο χωριό καταϊδρωμένος το κα­λοκαίρι, παγωμένος στο καταχείμωνο μ’ έ­να αδιάβροχο, άλλοτε με τα πόδια του, άλ­λοτε με το άλογό του. Πρώτη του δουλειά ήταν να σαλπίσει με την καραμούζα. Μα­ζευόταν ο κόσμος στο καφενείο ή όπου ή­τανε βολικό για την πιάτσα, συνήθως ηλι­κιωμένοι άνθρωποι, ν’ αλαφρώσουν τη βα­ριά δερμάτινη σάκα του καλού διανομέα: γράμματα, πολλά γράμματα, και κανα-δυο εφημερίδες για το δάσκαλο και την κοινό­τητα ή το καφενείο, πότε – πότε κανένα μικροδεματάκι και τη σύνταξη βέβαια!

Ταχυδρομική υπηρεσία εσωτερικού Κρήτης.

Αργότερα οι ταχυδρόμοι φρόντισαν να τρέχουν με ιδιόκτητο μηχανάκι και η δουλειά τους έγινε πιο άνετη. Προλάβαι­ναν τη διανομή και επέστρεφαν στο γρα­φείο ή στο σπίτι τους χωρίς ταλαιπωρία. Αλλά τώρα τα γράμματα σπανίζουν, κου­βαλάνε όμως τους λογαριασμούς της ΔΕΗ, του OTE και του νερού και … κάμποσα διαφημιστικά.
Διαφημιστική μικρή χρωμολιθόγραφη καρτολίνα με νεαρή κοπέλα που κρατάει Ελληνική σημαία & γραμματόσημο μεγάλης κεφαλής Ερμού.

ΠΗΓΗ

  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, «Στα χνάρια του χθες», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2010
Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη