Τετάρτη, 4 Απριλίου 2012

Άλωση της πόλης από τους Οθωμανούς (1430)


siege.jpg

Του Γιάννη Γκλαρνέτατζη
«Οι εχθροί μετέφεραν σκάλες σε πολλά μέρη του τείχους, αλλού όμως δεν έβρισκαν σε ποιο σημείο να τις στηρίξουν, καθώς τους απωθούσαμε από πάνω μέχρι που μας παρέλυσε ο φόβος, αλλού τις τοποθέτησαν και ανέβηκαν κάποια σκαλιά. Δεν κατόρθωσαν ωστόσο να φέρουν σε πέρας την αποστολή τους, επειδή κάποιοι δικοί μας που βρίσκονταν εκεί έδειξαν μεγαλύτερο θάρρος από τους υπόλοιπους και με κατάλληλες για χρήση με το χέρι πέτρες τους γκρέμισαν μαζί με τις σκάλες… Κατέστρωσαν, λοιπόν, ένα πιο προσεκτικό σχέδιο και τοποθέτησαν μια σκάλα κοντά στο Τριγώνιο, στο σημείο όπου ο πύργος έκανε γωνία και δεν υπήρχε κανείς να εμποδίσει όποιον σκαρφάλωνε εκεί. Εξάλλου το σημείο εκείνο ήταν έρημο από υπερασπιστές. Κάποιος στρατιώτης του εχθρικού πεζικού λοιπόν, δείχνοντας μεγαλύτερο ψυχικό θάρρος από τους υπόλοιπους, έθεσε το ξίφος του ανάμεσα στα δόντια του… ανέβηκε στο τείχος με πολύ μεγάλο θάρρος χωρίς κανείς από τους υπερασπιστές να το πάρει είδηση…. Ο Τούρκος βρήκε στις πολεμίστρες έναν τραυματισμένο Λατίνο που έπνεε τα λοίσθια, του έκοψε το κεφάλι και το έριξε προς τη μεριά των εχθρών. Ήθελε να δείξει με αυτό τον τρόπο ότι είχε καταλάβει εκείνο το σημείο και ότι οι υπερασπιστές έφυγαν ανεπιστρεπτί εγκαταλείποντας τα τείχη. Ήταν η εικοστή ενάτη Μαρτίου του έτους 6938».
Καθώς το βυζαντινό, όπως άλλωστε και το εβραϊκό, ημερολόγιο μετρά τα χρόνια από «κτίσεως κόσμου» (η οποία τοποθετείται στο 5508 π.Χ.) η χρονολογία αντιστοιχεί στο 1430 και το απόσπασμα αποτελεί μετάφραση από το κείμενο του Ιωάννη Αναγνώστη «Διήγηση της τελευταίας άλωσης της Θεσσαλονίκης που συντάχθηκε ύστερα από επίμονη αίτηση κάποιου αξιόλογου προσώπου, σε επιτομή».
Είναι η τρίτη φορά που τουρκικός στρατός καταλαμβάνει τη Θεσσαλονίκη. Την πρώτη φορά (1349) ήταν οι Σελτζούκοι σύμμαχοι του αυτοκράτορα Ιωάννη Στ΄ Καντακουζηνού που κατέπνιξαν την επανάσταση των Ζηλωτών. Τη δεύτερη (1387) ήταν πλέον οι Οθωμανοί, αν και προσωρινά, καθώς η πόλη αποτέλεσε και πάλι κομμάτι της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας το 1403 ως αποτέλεσμα της ήττας των Βαγιαζήτ Α΄ από τον Ταμερλάνο το 1402. Είκοσι χρόνια αργότερα ο Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγος την παραχώρησε, έναντι τιμήματος, στους Βενετούς. Οι σχέσεις όμως των νέων κυρίαρχων με τους κατοίκους της πόλης χαρακτηρίζονταν τουλάχιστον από αμοιβαία καχυποψία που ξεκινούσε από τη δογματική διαφορά και έφτανε μέχρι το γεγονός ότι τόσο «οι Λατίνοι… πολλές φορές έστειλαν πρέσβεις» στους Τούρκους επιδιώκοντας κάποια συμφωνία, ενώ και μεταξύ των Ρωμαίων υπήρχαν αυτοί που ήθελαν να παραδώσουν την πόλη στον σουλτάνο για να γλιτώσει την καταστροφή. Έτσι «όταν ανεβήκαμε στο τείχος», συνεχίζει ο Αναγνώστης, «μας ξεχώρισαν οι άρχοντες της πόλης σε Λατίνους και Ρωμαίους και ανάμεσά μας, επειδή δεν μας είχαν εμπιστοσύνη, τοποθέτησαν κάποιους ανθρώπους, επαγγελματίες κλέφτες, τους Τζεταρίους… και απειλούσαν με θάνατο όσους θα σχεδίαζαν να προδώσουν». Παρ’ όλα αυτά, λέγεται ότι οι καλόγεροι της Μονής Βλατάδων ενημέρωσαν τον Μουράτ για τον αγωγό που έφερνε νερό από τον Χορτιάτη στην πόλη (μια δεξαμενή βρίσκεται ακόμη κάτω από το μοναστήρι), γεγονός που οδήγησε στην παραχώρηση πολλών προνομίων στο επονομαζόμενο, κατόπιν, Τσαούς Μοναστίρ (δηλ. Μοναστήρι του Λοχία).
Υπ’ αυτές τις συνθήκες, λοιπόν, «μπήκαν στην πόλη οι οχτροί». «Όταν η Θεσσαλονίκη γέμισε και παντού υπήρχαν Τούρκοι, στους ιερούς ναούς, στα μοναστήρια, στους δρόμους και τις οικίες, εξελίχτηκε ένα δράμα που προκαλούσε δάκρυα και θρήνους. Αφού πλημμύρισαν την πόλη… και έπεσαν πάνω μας σαν άγριοι λύκοι, άρχισαν βιαστικά να αρπάζουν ό,τι έβρισκαν… Έσερναν λοιπόν μαζί άνδρες, γυναίκες, παιδιά, ανθρώπους κάθε ηλικίας δεμένους σαν άψυχα ζώα και τους οδηγούσαν στο στρατόπεδό τους, έξω από τα τείχη της πόλης».

Η πόλη σχεδόν ερήμωσε γι’ αυτό κι ο σουλτάνος επέτρεψε σ’ όσους χριστιανούς ξέφυγαν ή εξαγοράστηκαν από τη σκλαβιά να ξαναεγκατασταθούν, αλλά έφερε και μουσουλμάνους κατοίκους από τα Γιαννιτσά. «Τότε ο Μουράτ χάρισε στους οικείους και τους αξιωματούχους του τα μεγαλύτερα και τα πιο όμορφα μοναστήρια, καθώς και τα ωραιότερα και πιο μεγάλα οικήματα. Σ’ εμάς άφησε μόνο τέσσερις εκκλησίες». Τέλος, «κάποια από τα ιερά καθιδρύματα μετατράπηκαν σε κοινά καταγώγια… Κάποια άλλα διατηρούν απομεινάρια μόνο της παλιάς τους ομορφιάς και του τόπου όπου βρίσκονταν. Τα περισσότερα κατέρρευσαν τελείως… Τα οικοδομικά τους υλικά εκλάπησαν και ξαναχρησιμοποιήθηκαν σε καινούργιες οικοδομές και κυρίως στο λουτρό που φαίνεται σήμερα στο κέντρο της πόλης». Πρόκειται, βέβαια, για το Μπέη χαμάμ ή λουτρά «Ο Παράδεισος» που μπροστά του περνάει τώρα πλέον η Εγνατία.

Πηγή: Ιωάννης Αναγνώστης «Διήγηση της τελευταίας άλωσης της Θεσσαλονίκης που συντάχθηκε ύστερα από επίμονη αίτηση κάποιου αξιόλογου προσώπου, σε επιτομή», στο Χρονικά των αλώσεων της Θεσσαλονίκης, μτφρ. Χ. Μέσσης, εισ.-σχόλια P. Odorico, Άγρα, Αθήνα 2009, σ. 309-352.