Κυριακή, 2 Οκτωβρίου 2011

‘Ανάθιμάμι άμα έχτι ούλ σας γνώσ’ ίσια μι τουν πούτσουμ’


φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα
Η μαρτυρία που δημοσιεύω σήμερα είναι ένα
Απόσπασμα πρακτικού συνεδριάσεως της Εφοροδημογεροντίας Σουφλίου της 1ης Αυγούστου 1904
Είμαι βέβαιος ότι σε μερικά σημεία δε θα μπουρέστι να του καταλάβτι, ούτι γω μπουράω που γινίθκα ιδώ, σ’ αυτά τα μέρια. Να σας υπενθυμίσω ότι το Σουφλί, όπως όλη η βόρεια Ελλάδα, το 1904 ανήκει στην Τουρκία και είναι η μεγαλύτερη κωμόπολη του Έβρου, ένα πρώιμο βιοτεχνικό και αστικό κέντρο – τα αρχοντικά της εποχής αυτής σώζονται ακόμα. Την εποχή αυτή το Δυδιμότειχο είναι μια μικρή κωμόπολη, η  Αλεξανδρούπολη (Δεδεάγατς)  ένα μικρό  χωριό ενώ η Ορεστιάδα δεν έχει κτιστεί ακόμα. Διευκρινίζω ότι η Εφοροδημογεροντία  ήταν ό,τι είναι σήμερα το Δημοτικό Συμβούλιο.  Αντικείμενο της συνεδρίασης είναι η εξέταση του αιτήματος μια δασκάλας να της δοθεί αύξηση στο μισθό. Για την κατανόηση του κειμένου παραθέτω ένα (ελλιπές) γλωσσάρι. Τα σημεία στίξης μέσα στις παρενθέσεις είναι δικά μου.


ΑΝΑΣΤΑΣ Αφέντης. Γραμματέας. Αναγιγνώσκει τα πρακτικά της προηγούμενης συνεδριάσεως.
ΜΠΟΓΙΑΤΖΗΚ Υποβάλλει αναφορά της δασκάλας Μ. . . . ζητούσης αύξηση μισθού
ΣΤΑΜΑΤΑΚΣ Σκατά. Καλά είνι τόσα απ’ τσ’ δίνουμι.
ΠΑΝΑΓΙΟΥΤΑΚΣ Δεν πέριν τουν πούτσουμ σκατουβρώμα (;). Δεν σόν απ’  δε φκιάν τίπουτα, ουλ μέρα μι του μνιτς ψειρίζιτι, κόμα χαλέβ να τσ’ αρτίσουμι κι του μηνιάτκου τς (!)
ΧΑΡΑΜΠΑΡΑΣ Οχ. Μιταλίκ παραπάνου δε δίνουμι. Δε γαμώ τουν κώλου τς, δε γαμω τσίφα τς.
ΠΑΝ. ΤΣΙΑΚΙΡΣ Ούχα, τι τουκάνουμι ιδώ μπε τζιάνουμ, ούλ παραπάν χαλεβουν. Πούθει βγαίνουν αυτοί οι παράδις (;).

Γ. ΑΠΟΥΣΤΟΥΛΟΥΜΣ (Εγείρεται όρθιος κι τραβάει ταμπάλου) Καλά είνι μπε τζιάνουμ να τσ’ αρτίσουμι λίγου του μηνιάτκου τς.
ΑΠΟΥΣΤΟΛΑΣ Αντάσορατζίμα μουνάχα να φουνάζτι ξέρτι. Δίκιου έχ δασκάλα. Ξέρτι μουνάχα τι ήθιλα να πώ (;). Αλεύρι πούθι παίριν κι ζμών (;). Αυτό πρέπ να του εξιτάσουμι.
Γ. ΑΠΟΥΣΤΟΥΛΟΥΜΣ Πουστόλα κάτσι στουν κόλους κι μη συ νοιάζ’ πούθι παίριν  αλεύρι του κουρίτς. Να απ’ τη μένα παίριν. Κι γω μεσ τα σήμιρα  ένας τζιουρπατζής λουγίζουμι. Κι ένα άλλου. Καθένας μεσ’ τα σήμιρα οπ θα βρεί συμφέρουν ικεί παέν.
ΤΑΙΟΥΓΛΟΥΣ  Άντι όλαμ σέντα . . .παράδις. . . γκαβλί . . . να παράδις (δείχνει τη σακούλατ καμουμέν από γιράνιου μιρικάν τα λιόκατ) Ας μάθουν τα πιδιά γράμματα μουνάχα κι τς παράδις ας απουμέν του κουσούρ.
ΠΑΝΑΓΙΟΥΤΑΚΣ Αρχίδια θα μάθουν. . .  μι τέτοια μνιαλά πώχτι σείς.
ΤΣΙΑΚΙΡΣ Τουν πούτσουμ θα μάθουν έτσ’ απ’ τσ’ καλουμαθέντι κι τσ’ δασκάλ’ κι τσ’ δασκάλις. Τίπουτα δε θα μάθουν. Ναμή δώσουμι τίπουτα. Ας γαμθεί να βγαλ’ παραπάν.
ΣΤΑΜΑΤΑΚΣ Σκατά θα μάθουν.
ΧΑΡΑΜΠΑΡΑΣ Ουχ τι λόγια μπι τζιάνουμ είν’ αυτά που τι σας (;)
ΣΤ. ΜΟΥΤΛΙΑΣ Πρέπ’ πρέπ να τσ δώσουμι. Δίκιου έχ δασκάλα. Αλλά μ’ χρουστάι κι 140 γρόσια μπακάλ παρασί (αποτεινόμενος προς τον Αναστάς Αφέντ’) Αναστάς Αφέντη σημείουσι σι μια ακρούδα ικεί στου τιφτέρ σ για να μη αστουχίης να τσ’ κρατήης 140 γρόσια απ’ του μηνιάτκου τς.
ΑΠΟΥΣΤΟΥΛΟΥΜΣ Μπε τζιάνουμ τέτοιης κουπρές μη ανακατώντι στα τιφτέρια τ’ μπακάλ κι σκατά. Τότι δα κι γω θα τσ’ βαστάξου 50 γρόσια απ’ μου χρουστάει που τσ’ κόντσκις.
ΣΤΑΜΑΤΑΚΣ. Σκατά. Τίπουτα δε θα σημειώνς τέτοια πράματα, μπακάλκα, κόντσκις  κι σκατά δεν πιρνιώντι στα τιφτέρια μας.
ΣΤ.  ΜΟΥΤΛΙΑΣ. Συ κυρ Σταματάκ’ να μη ρουκώνισι  σα πούτσα ικεί που δε συ σπέρνουν.
ΣΤΑΜΑΤΑΚΣ (πολύ θυμουμένους). Σκατά, σκατά, να σμαζώντι του στόμα σας. Σκατά.
Γ. ΤΣΟΥΛΟΥΒΗΣ Σκατά να φας έναν νουντά   ααααα (!)
ΣΤΑΜΑΤΑΚΣ (Φκιάν πως θα φύγει) Ουτάν μαντάν αΐπ γιόκ.
ΠΑΝΑΓΙΟΥΤΑΚΣ.(Κινώντας να φυγ). Ανάθιμάμι άμα έχτι ουλ σας γνώσ΄ίσια μι τουν πούτσουμ.
ΓΛΩΣΣΑΡΙ
Μερικές λέξεις και εκφράσεις δεν μπορώ να τις κατανοήσω. Εάν κάποιος φίλος, κάποια φίλη μπορεί να μας βοηθήσει . . .

δεν σόν:  δε σώνει, δε φτάνει που. . .
κόμα:  ακόμη
χαλέβ: θέλει
αρτίσουμι: αυξήσουμε (αρτίζω: παρέχω τροφή, μεγαλώνω, αυξάνω)
μιταλίκ: μεταλλικό (χρήμα)
δε γαμώ τσίφα τς: ;
τζιάνουμ: τζάνεμ : καλέ μου, αγαπητέ μου (τουρκ.)
ταμπάλου:;
αντάσορατζίμα:  ;
ζμών: ζυμώνει
τζιουρμπατζής:  πλούσιος, άρχοντας (τουρκ.)
ικεί παέν: εκεί πηγαίνει
άντι όλαμ: τουρκική έκφραση, παρεμφερής με την ελληνική, α στο καλό,
άντι όλαμ σέντα: ;
γιράνιου μιρικάν τα λιόκατ: ;
κι τς παράδις ας απουμέν του κουσούρ: δυσνόητο. Το απουμέν είναι απομένει, παριμένει, εκκρεμεί. Το κουσούρ είναι το ελάττωμα (τουρκ.). Μήπως εννοεί ‘και τα χρήματα ας τα περιμένει η δασκάλα’; Δεν μπορώ να κατανοήσω τα συμφράζόμενα.
που τι σας: από σας
μπακάλ παρασί: χρήμα, χρέος προς το μπακάλη, έμπορο, παντοπώλη.
σι μια ακρούδα: σε μια άκρη, στο περιθώριο
τιφτέρ: βιβλίο (τουρκ. από το ελλ. διφθέρα, δερμάτινη περγαμηνή)
αστουχίης: αστοχήσεις, λησμονήσεις
βαστάξου: κρατήσω
κόντσικς: κόμτσις ( η κόμτσα είναι το μικρό μεταλλικό θηλυκωτήρι που έραβαν οι γυναίκες στα φορέματα αντί των κουμπιών)
ρουκώνισι: χώνεσαι
να σμαζώντι του στόμα: να συμμαζώνετε, να συμμαζεύετε, να περιορίζετε το στόμα σας
νουντά: οντάς, δωμάτιο (τουρκ.)
φκιάν: φτιάχνει, κάνει, προσποιείται
ουτάν μαντάν αΐπ γιοκ: πρόκειται για τούρκικη παροιμία αλλά δεν γνωρίζω τι σημαίνει – θα μάθω όμως (ΑΝΩΤΑΤΗ ΣΧΟΛΗ ΚΑΚΩΝ ΤΕΧΝΩΝ)