Πέμπτη, 11 Νοεμβρίου 2010

Ο ΞΕΦΤΙΛΑΣ -Ο ΣΑΜΑΤΑΤΖΗΣ ( ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΠΙΑ..)

Ο Ξ Ε Φ Τ Ι Λ Α Σ

H λέξη προέρχεται από το ξεφτίζω και ξεφτώ, που σημαίνει κάνω ξέφτια ένα ύφασμα έτσι, που να ξεπλεχθεί το στημόνι από το υφάδι και να γίνει κλωστές. Το ξεφτιλίζω χρησιμοποιείται πιό πολύ γιά το φιτίλι του λυχναριού. Το εξευτελίζω, ξευτελίζομαι μεταφορικά σημαίνει, χάνω την υπόληψή μου χρεοκοπώ, έχω ευτελή αξία.

Ο ξεφτίλας λοιπόν ήταν ο μεροκαματιάρης άνθρωπος που είχε σε ένα σακούλι τα εργαλεία του και ξεκινούσε για βόλτα στις γειτονιές να βγάλει το μεροκάματο. Δεν ήταν τεμπέλης, ήταν χουζούρης, άνθρωπος δηλαδή με υπόληψη και αξιοπρέπεια. Ετσι λέγεται στα Iνδικά ο χουζούρης.

Επειδή το επάγγελμα του ξεφτίλα όπως και του λούστρου, ήταν ταπεινά, δεν ακούγονταν καλά στην Κοινωνία. Πάντα συνοδεύονταν από τη λέξη «παλιό» όπως παλιο-λούστρος και παλιο-ξεφτίλας. Ο ξεφτίλας δεν το έβαζε κάτω όπως και να τον έλεγαν. Έπαιρνε το χτένι του που ήταν σαν τη γνωστή μας τσατσάρα και ξέφτιζε ακόμη και τον μουσαμά. Οι κυράδες έπαιρναν τα ξέφτια για τη φασίνα τους, για να γεμίσουν τα μαξιλάρια τους και τα καθίσματά τους με ότι παλιό ρούχο είχαν. Πλήρωναν και έλεγαν και ευχαριστώ.

Οταν ο ίδιος είχε δικά του ξεφτισμένα ρούχα ή κουρέλια τα πωλούσε στα μηχανουργεία που ήταν απαραίτητα στους μηχανικούς. Παλαιότερα, τα έπαιρναν οι κυνηγοί να γεμίζουν τα φυσίγγια και πιό παλιά οι πολεμιστές να τα κάνουν στουπιά για τα ντουφέκια και τα κανόνια τους. Τότε δεν υπήρχαν βιομηχανικά στουπιά και οι άνθρωποι αυτοί πρόσφεραν μεγάλη υπηρεσία σε τέτοιες περιπτώσεις. Τα ρούχα των στρατιωτών που πάλιωναν τα έκαναν ράκη για τις ανάγκες του στρατού.

Τίποτα λοιπόν δεν πήγαινε χαμένο. Οι γιαγιάδες ξέφτιζαν τα παλιά μπλουζάκια του παπού για να κάνουν καινούρια για τον εγγονό.

Σήμερα φυσικά δεν υπάρχει το επάγγελμα γιατί είπαμε, η βιομηχανία τουςέκλεψε το ψωμί.


O Σ Α Μ Α Τ Α Τ Ζ Η Σ

Ο σαματατζής ήταν πληρωμένος ταραξίας δημοσίων συγκεντρώσεων. Ήταν πληρωμένος από κάποια πολιτική ή συντεχνιακή παράταξη ή μεμονωμένο υποψήφιο, έτσι που να είναι έτοιμος να δράσει σε κάποια δεδομένη στιγμή.

Όταν ο εκπρόσωπος κάποιας παράταξης δυσκολευτεί να συνεχίσει σε κάποια κόντρα, ο σαματατζής θα επέμβει με φωνές και ακατονόμαστες φράσεις που να διεγείρει το θυμό των άλλων, ώστε να διακοπεί η συνεδρίαση. Θα μπορούσε να ήταν και ομάδα σαματατζήδων και όχι ένας. Τέτοιες ομάδες δεν είχαν ιδεολογία αλλά ήταν ευκαιριακοί χειροκροτητές, τοιχοκολλητές, αβανταδόροι και παρατρεχάμενοι. Κινδύνευαν καμιά φορά να παρεξηγηθούν, να στριμωχτούν και να φάνε ακόμη και ξύλο. Μα και αυτό ήταν στο πρόγραμμα.

Βλέπεις τα αγαθά «κόποις κτώνται» που λέγανε και οι Αρχαίοι ημών πρόγονοι. Μα θα μου πείς είναι δουλειά αυτή βρέ φίλε. Προκειμένου να είσαι σαν τους άλλους που τρώνε ξύλο στα κέντρα διασκεδάσεως γιατί χαλάνε την παραγγελιά, είναι προτιμότερο να χαλάς μια συγκέντρωση που στο κάτω -κάτω μπορείς να φας ή και να δώσεις ξύλο.

Ο καρπαζοεισπράκτορας, ήταν αυτός που μάζευε καρπαζιές από υποτίθεται παλικαράδες. Έτρωγε τις καρπαζιές του και αργότερα πληρωνόταν.

Αν θα τους ρωτούσαν όλους αυτούς που περιγράψαμε, τί επάγγελμα κάνουν θα μας απαντούσανε με στόμφο.

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ.

Αυτό ακριβώς ήταν. Επιχειρούσαν και ότι βγεί.