Παρασκευή, 14 Ιουνίου 2013

ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ ( ΜΙΑ ΤΕΚΜΗΡΙΩΜΕΝΗ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΑ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΘΕΜΑ )

Τα νομίσματα, προϊόντα μαζικής παραγωγής, παρέχουν ένα πλήθος πληροφοριών για την εποχή στην οποία ανήκουν, την οικονομική κατάσταση του κράτους που τα εξέδωσε, τη νομισματική του πολιτική, τις εκάστοτε πολιτειακές αλλαγές, τις εμπορικές επαφές, τις μετακινήσεις των στρατευμάτων κ.τ.λ. Παράλληλα, μας πληροφορούν για διάφορα χαμένα αριστουργήματα της τέχνης, αλλά και για αρχιτεκτονήματα που δεν έχουν σωθεί με τα χρόνια. 
''Νομίσματα και Νομισματική'', Υπουργείο Πολιτισμού- Νομισματικό Μουσείο,68, Αθήνα 2001
Σάμος, στατήρ από ήλεκτρο.


Οι συναλλαγές με αντιπραγματισμό κυριάρχησαν στο αρχαίο εμπόριο επί αιώνες, με το μειονέκτημα ότι ο αγοραστής έπρεπε να διαθέτει αγαθά ίσης αξίας με εκείνα που θα αγόραζε. Μέχρι την εγκατάσταση των νομάδων σε μόνιμες κατοικίες, οι εμπορικές δοσοληψίες βασίζονταν στο σύστημα των ανταλλαγών, με πλεονάζοντα αγαθά. Στα χρόνια αυτά και κυρίως στην Αίγυπτο και τη Μεσοποταμία, ο πλούτος υπολογίζονταν σε κεφάλια βοδιών και προβάτων. Από την 3η χιλιετία π.Χ. όμως τα μέταλλα άρχισαν να αντικαθιστούν τα ζώα στις συναλλαγές, καθώς όντας λιγότερο ογκώδη, πιο εύχρηστα, περισσότερο ανθεκτικά -σε άμορφες μάζες, σε σχήμα δοράς βοδιού, σε μορφή δακτυλιδιών ή τριπόδων, όπλων και πελέκεων- προσφέρονται ως δώρα ή χρησιμοποιούνται ως μέτρο βάρους. Ένα χαρακτηριστικό τέτοιο πρώτο είδος ανταλλακτικού μέσου ήταν οι σιδερένιοι οβελοί, οι ράβδοι που χρησιμοποιούνταν δηλαδή για των ψήσιμο των κρεάτων.
Με το πέρασμα των χρόνων και παράλληλα με το γεγονός ότι ο άνθρωπος αρχίζει να διανύει μεγάλες αποστάσεις και να αναπτύσσει μακρινές επαφές, τα μέταλλα παίρνουν πλέον το προβάδισμα στις συναλλαγές. Η ανάπτυξη του εμπορίου και η οικονομική ευρωστία, παράλληλα με τις ανάγκες για την πληρωμή των μισθοφόρων, των φόρων, των δασμών, αλλά και την αποθησαύριση του πλεονάσματος, ήταν παράγοντες που επέτειναν την ανάγκη για πιο ευέλικτες οικονομικές συναλλαγές. Έτσι επινοήθηκε το νόμισμα, ένα μικρό, καθορισμένου μεγέθους και προσδιορισμένης αξίας ανταλλακτικό μέσο, σφραγισμένο με το σύμβολο της εκάστοτε αρχής, λύνοντας το πρόβλημα των συναλλαγών κάθε κλίμακας. 

Χρυσός στατήρ Φιλίππου Β΄Μακεδονίας, π.323/2-π.315 π.Χ. (μεταθανάτια κοπή) Εμπροσθότυπος:Κεφαλή Απόλλωνος. Αθήνα, Νομισματικό Μουσείο.

Η σύγχρονη επιστήμη θεωρεί ότι ο χώρος της Ιωνίας και της Λυδίας ήταν αυτός που στο β΄ μισό του 7ου αιώνα, εφηύρε αυτό που αργότερα ονομάστηκενόμισμα, το κερματοφόρο δηλαδή τεμάχιο μετάλλου, ζυγισμένο και ελεγμένο, πάνω στο οποίο υπήρχε αποτυπωμένη η σφραγίδα, είτε του άρχοντα, είτε του θεού, είτε του συμβόλου της πόλης που ήταν υπεύθυνη για την έκδοσή του. Τα πρώτα νομίσματα της εξελληνισμένης από τις ελληνικές αποικίες Λυδίας, ήταν από ήλεκτρο, ένα μετάλλευμα με περιεκτικότητα 73% σε χρυσό και 27% σε άργυρο, με σκληρότητα μεγαλύτερη από αυτή του χρυσού, προερχόμενο από τις όχθες του Πακτωλού και του Ερμού.
Αργυρό τετράδραχμο Αλεξάνδρου Γ΄Μακεδονίας, π.325-π.315 π.Χ. Εμπροσθότυπος:Κεφαλή Ηρακλέους με λεοντή Αθήνα, Νομισματικό Μουσείο.

 Η ανακάλυψη του νομίσματος στα χρόνια αυτά, οδηγεί στο συμπέρασμα πως κανένας από τους μεγάλους πολιτισμούς της Ανατολής δεν χρησιμοποίησε ποτέ στις συναλλαγές του νομίσματα, ούτε οι Σουμέριοι, ούτε οι Χεττίτες, ούτε και οι Αιγύπτιοι. Οι Πέρσες απ' την άλλη έκοψαν νομίσματα μόνο στις σατραπείες εκείνες που γειτνίαζαν με τον ελληνικό κόσμο, ενώ οι Ρωμαίοι άρχισαν να εκδίδουν νομίσματα μόλις το 300 π.Χ. Ο ελληνικός πολιτισμός υπήρξε δηλαδή ο κύριος διαμορφωτής του νομισματικού ορίζοντα στην αρχαιότητα.
Παράλληλα, σχεδόν με τη Λυδία έκοψαν νομίσματα και οι Ιωνικές πόλεις. Οι πρώτες αυτές κοπές ήταν ανεπίγραφες και έφεραν ποικιλία τύπων, όμως είναι ιδιαίτερα δύσκολο σήμερα να αποδοθούν σε συγκεκριμένες πόλεις προέλευσης. 

Αργυρός στατήρ Αίγινας, π.480π.Χ. Εμπροσθότυπος: Θαλάσσια χελώνα Αθήνα, Νομισματικό Μουσείο.

Στα μέσα του 6ου αιώνα το νόμισμα μεταλαμπαδεύτηκε πια και στην ηπειρωτική Ελλάδα, με πρωτοπόρο την Αίγινα η οποία έκοψε νομίσματα το 570 π.Χ. και έπειτα την Κόρινθο και την Αθήνα. Η Αίγινα τοποθέτησε στους στατήρες της τη θαλάσσια χελώνα, η Κόρινθος στα δίδραχμά της τους πώλους και η Αθήνα τη θεά Αθηνά στις αργυρές κοπές της.
Καθώς τα πρώτα νομίσματα είχαν ακανόνιστη μορφή και δεν έφεραν σαφή σφραγίδα, το αποφασιστικό βήμα, με βάση τον Αριστοτέλη, έγινε με την προσθήκη του ενσφράγιστου τύπου, του συμβόλου δηλαδή που δήλωνε την αρχή έκδοσης του νομίσματος και το καθιστούσε έγκυρο και αποδεκτό.Τα πρώτα νομίσματα διακοσμούνταν στις κύριες όψεις τους με διάφορες παραστάσεις κατά περίπτωση, ενώ στην πίσω όψη έφεραν πάντα το λεγόμενοέγκοιλο τετράγωνο. Σταδιακά ως τύποι άρχισαν να καθιερώνονται τα εκάστοτε σύμβολα των πόλεων, καθώς επίσης και οι απεικονίσεις των θεών που τις προστάτευαν, αλλά και διάφορα μυθικά πρόσωπα ή χαρακτηριστικά πλουτοπαραγωγικά προϊόντα της περιοχής, απεικονίσεις δηλαδή οι οποίες γενικά καθιστούσαν αναγνωρίσιμη την προέλευση των εν λόγω νομισμάτων, λειτουργώντας ως το λαλούν σήμα για την εκάστοτε πόλη. Για παράδειγμα το σέλινο λειτουργούσε ως το λαλούν σήμα του Σελινούντα ή ο Ποσειδών ως το λαλούν σήμα της Ποσειδωνίας.
Αργυρό δίδραχμο Ερέτριας, π.500-480π.Χ. Οπισθότυπος: Χταπόδι Αθήνα, Νομισματικό Μουσείο.


 Γενικά η επιλογή των νομισματικών τύπων με το πέρασμα των χρόνων ήταν κάτι που έχαιρε ιδιαίτερης προσοχής, παράλληλα με το γεγονός ότι η ποικιλία των τύπων των αρχαίων ελληνικών νομισμάτων υπήρξε ιδιαίτερα μεγάλη.
Το βάρος ήταν μία ακόμη βασική παράμετρος των αρχαίων νομισμάτων από πολύτιμο μέταλλο. Το γεγονός αυτό το επιβεβαιώνουν και τα ονόματα που επιλέγονται από τους αρχαίους για τα νομίσματά τους, τα οποία προέρχονται πρωταρχικά από την πρακτική του ζυγίσματος. Ο στατήρας για παράδειγμα είναι αυτός που ισορροπεί τη ζυγαριά, και η δραχμή αυτή που ισοδυναμούσε με μία δράκα, για αντικείμενα προς ζύγισμα. Οι όροι αυτοί προσδιόριζαν αρχικά μονάδες ζυγίσματος και μετά νομισματικές μονάδες. Ο οβολός και η δραχμή ήταν οι πιο συνήθεις μονάδες που έχουν καταγραφεί. Ο οβολός σαν ονομασία προέρχεται από το σιδερένιο οβελό, τη μαγειρική σούβλα δηλαδή που ήταν ένα μέσο συναλλαγής ήδη πριν από την επινόηση του νομίσματος.
Το πρόβλημα που υπήρχετα πρώτα χρόνια με τα νομίσματα που κόπηκαν από τα πολύτιμα μέταλλα, το χρυσό, τον άργυρο και τον ήλεκτρο, είναι ότι είχαν τέτοιο μέγεθος ώστε να πληρώνονται μ' αυτά μόνο μεγάλα ποσά. Σε ορισμένα μέρη βέβαια, όπως στην Ιωνία για παράδειγμα, η κοπή υποδιαιρέσεων έγινε σχετικά σύντομα και έτσι στα μέσα του 6ου αιώνα υπήρχαν ήδη μικρά ασημένια νομίσματα, παρέχοντας μία ευελιξία στην οικονομία, ανάλογη με αυτή της Αθήνας του 5ου αιώνα. Αλλά και τα αργυρά αυτά νομίσματα ήταν σχετικά δύσχρηστα, καθώς ήταν μικρά σε μέγεθος και χάνονταν εύκολα, τη στιγμή που η αξία τους ήταν τέτοια ώστε να μην μπορούν να αγοραστούν μ' αυτά πράγματα μικρής αξίας. 
Αργυρό δεκάδραχμο Συρακουσών, γνωστό ως ''Δημαρέτειον'', π.465π.Χ. Οπισθότυπος: Κεφαλή της νύμφης Αρέθουσας Βερολίνο, Staatliche Museen- Munzkabinett.

Τα χάλκινα νομίσματα τα οποία είχαν μικρότερη αξία, άρχισαν να κυκλοφορούν μέσα στον 5ο αιώνα, πιθανότατα για πρώτη φορά στη Σικελία. Στην Αθήνα αλλά και την υπόλοιπη Ελλάδα εμφανίστηκαν πια μέσα στον 4ο αιώνα, σε μεγάλες ποσότητες.
"Είναι οι πρώτοι (οι Λυδοί) απ' όσο ξέρω, που έκοψαν και μεταχειρίστηκαν νόμισμα από χρυσό και άργυρο…"
Ηρόδοτος, 1, 94

Πρώτες ύλες και παραγωγή

Τα μέταλλα που χρησιμοποιούνταν για τα αρχαία ελληνικά νομίσματα ήταν ο χρυσός, ο άργυρος, ο χαλκός, τα κράματα του χαλκού και ο σίδηρος. Ο βασιλιάς της Λυδίας Κροίσος, στο τελευταίο τέταρτο του 6ου αι., ήταν ο πρώτος που υιοθέτησε το διμεταλλισμό, χρησιμοποίησε δηλαδή και χρυσά και αργυρά νομίσματα. Νομίσματα από τα δύο αυτά μέταλλα χρησιμοποίησαν και οι Πέρσες βασιλείς, καθώς και ο Φίλιππος Β΄ της Μακεδονίας, ο γιος του Αλέξανδρος Γ΄ αλλά και οι Επίγονοι. Σε γενικές γραμμές οι περισσότερες ελληνικές πόλεις έκοψαν νομίσματα σε άργυρο. Η χρήση του χαλκού στη νομισματική γενικεύεται από τα μέσα του 4ου αι. και αφορά κυρίως υποδιαιρέσεις μικρότερης αξίας.


Σταθμητικοί - Νομισματικοί Κανόνες

''Νομίσματα και Νομισματική'', Υπουργείο Πολιτισμού- Νομισματικό Μουσείο,64, Αθήνα 2001
Χάλκινο τάλαντο από τις Μυκήνες. (μέσα 16ου-14ος αι.π.Χ.)
Η νομισματική παραγωγή των αρχαίων Ελλήνων υπήρξε τεράστια. Περισσότερες από 1500 πόλεις και περίπου 500 δυνάστες και βασιλείς έκοψαν νομίσματα διαφόρων υποδιαιρέσεων και μετάλλων σε πολλές μάλιστα περιπτώσεις για αιώνες ολόκληρους. Οι σταθμητικοί - νομισματικοί κανόνες που ακολουθήθηκαν στον αρχαίο κόσμο, ποικίλλουν κατά περιοχές και εποχές: στην Εύβοια και αργότερα στην Αθήνα ένα τάλαντο 60 μνων ζύγιζε 26,196 χλγμ., ισοδυναμούσε με 6000 δραχμές (1μνα=100δρχ) και περιείχε 36.000 οβολούς (1δρχ (4,36γρ.) = 6 οβολοί). Αντίθετα στην Πελοπόννησο και την Αίγινα ο σταθμητικός κανόνας ήταν βαρύτερος και μία μνα ζύγιζε 628γρ. Η Χίος, η Ρόδος, η Φοινίκη και άλλες πόλεις και περιοχές είχαν τα δικά τους συστήματα. Η πλούσια Κόρινθος με στατήρα (τρίδραχμον) βάρους περίπου 8,6 γρ. κληροδότησε το σταθμητικό της κανόνα στις αποικίες της στο Ιόνιο, στη νότιο Ιταλία και Σικελία.
Η βασική πάντως νομισματική μονάδα που επικράτησε στον ελληνικό κόσμο ήταν η δραχμή, η βασική αθηναϊκή νομισματική μονάδα.
Από τις αρχαίες πηγές πληροφορούμαστε πως η προίκα στην Αθήνα του 4ου αιώνα ήταν ένα τάλαντο (Δήμοσθένης, Κατά Ονήτορος 18-23), ενώ η μέση κληρονομιά ήταν 4500 δραχμές (Δημοσθένης, Κατα Φαινίππου, 3-32)
Οι Σταθμητικοί - Νομισματικοί Κανόνες στην Αθήνα ήταν οι εξής:
  • 50 λίτραι=10 αττικαί δραχμαί
  • 10 λίτραι=2 αττικαί δραχμαί
  • 10 λίτραι= 1 κορινθιακός στατήρ
  • 1 τάλαντον (26,196χλγρ) = 60 μναί
  • 1 μνα (436,6 χλγρ.) = 100 δραχμαί
  • 1 δραχμή (4,36 γρ.) = 6 οβολοί
  • 1 οβολός (0, 72 γρ) = 8 χαλκοί
 

Τεχνικές παραγωγής νομισμάτων

G.K. Jenkins, ''Ancient Greek Coins'', Coins in History, 4, London 2004
Σχεδιαστική αναπαράσταση της διαδικασίας κοπής αρχαίου νομίσματος.
Οι γνώσεις μας για την τεχνική κοπής των αρχαίων νομισμάτων βασίζονται κυρίως στα ίδια τα αντικείμενα. Βοηθητική παραμένει η ύπαρξη ορισμένων εργαλείων που διασώθηκαν σε περιορισμένο αριθμό από διάφορες χρονικές περιόδους. Στην κατανόηση της τεχνικής κατασκευής των αρχαίων νομισμάτων συνέβαλλε άλλωστε και το γεγονός της παραγωγήςπαιστών νομισμάτων, χτυπητών δηλαδή, ως τις αρχές των νεότερων χρόνων, οπότε και γενικεύτηκε η χρήση της πρέσας για το σκοπό αυτό.
Όλα τα νομίσματα της ελληνικής και ρωμαϊκής αρχαιότητας ήταν παιστά. Το σχήμα και το πάχος τους παρουσίαζε διακυμάνσεις κατά εποχές και εξαρτιόταν από το πόσο τελειοποιημένες ήταν οι μέθοδοι παραγωγής τους. Καθορίζονταν επίσης από τις τεχνοτροπικές αρχές της εποχής, από διάφορες φιλοσοφικές θεωρίες, καθώς και από ποικίλες άλλες αιτίες.
Η μέθοδος παραγωγής των αρχαίων νομισμάτων ήταν ιδιαίτερα απλή και συνίστατο στη χρησιμοποίηση ελάχιστων εργαλείων, από ένα περιορισμένο προσωπικό και σε μικρούς σχετικά χώρους εργαστηρίων. Ανασκαφές στην Αγορά των Αθηνών έφεραν στο φως ένα κτίριο που πιθανότατα στέγαζε το νομισματοκοπείο από τα τέλη του 5ου αιώνα ως τα χρόνια του Αυγούστου (27 π.Χ. - 14 μ.Χ.)
Η μέθοδος που χρησιμοποιούνταν ήταν η εξής: Οι χαράκτες χάραζαν δύο σφραγίδες, μία για τον εμπροσθότυπο (την κύρια όψη του νομίσματος) και μία για τον οπισθότυπο (την πίσω όψη του νομίσματος), όταν πια τα νομίσματα είχαν αρχίσει να αποκτούν και δεύτερο τύπο, στην πίσω πλευρά τους. Οι σφραγίδες αυτές ήταν κατασκευασμένες είτε από σίδηρο είτε από ιδιαίτερα σκληρό χαλκό με μεγάλη περιεκτικότητα σε κασσίτερο. Δυστυχώς είναι σχετικά πολύ λίγες οι αρχαίες σφραγίδες που έχουν αποκαλυφθεί.
Ο τεχνίτης θέρμαινε λοιπόν το παρθένο κέρμα, το πέταλο, το σβώλο δηλαδή του μετάλλου και με τη βοήθεια μιας λαβίδας, το τοποθετούσε πάνω στον άκμονα, όπου ήταν σφηνωμένη σταθερά η μπροστινή σφραγίδα, ο ακμονίσκος, η ορειχάλκινη δηλαδή μήτρα του εμπροσθότυπου. Μετά τοποθετούσε από πάνω το χαρακτήρα, όπου ήταν χαραγμένη η παράσταση του οπισθότυπου. Με μία σφύρα χτυπούσε στη συνέχεια με δύναμη το χαρακτήρα και το παρθένο κέρμα μεταβάλλονταν σε νόμισμα. Το αποτέλεσμα της όλης διαδικασίας ποίκιλε ανάλογα πάντα και με το πόσο καλός τεχνίτης ήταν ο κατασκευαστής των νομισμάτων. Σε κάποιες περιπτώσεις η σφραγίδες των νομισμάτων δεν είναι καλά αποτυπωμένες επάνω στο κέρμα, ενώ σε άλλες ακόμη και το σχήμα του νομίσματος δεν είναι ιδιαίτερα καλοσχηματισμένο.
Μετά από ένα σύνολό χρήσεων οι σφραγίδες φθείρονταν. Κυρίως φθείρονταν ο χαρακτήρ, ο οποίος ως κινητό όργανο κρούσης ταλαιπωρούνταν πολύ περισσότερο από τον σταθερά στερεωμένο ακμονίσκο. Σύμφωνα με σύγχρονους υπολογισμούς, μια σφραγίδα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για 15000 κοπές. Πολλές φορές, για να μπορεί να συνεχιστεί η κυκλοφορία παλιών νομισμάτων χωρίς να τίθεται ζήτημα αμφισβήτησης, η αρμόδια αρχή επέβαλλε την προσθήκη ενός συμβόλου επάνω στο νόμισμα, του υστερόσημου, με χρήση σφραγίδας.
Η κατασκευή των πετάλων γινόταν είτε με το χύσιμο του μετάλλου σε στρόγγυλα καλούπια, όπως για παράδειγμα στο μεταλλείο της Πάφου, είτε με την κοπή ράβδων μετάλλου. Μεταλλικές τέτοιες ράβδοι βρέθηκαν στο νομισματοκοπείο της Αθήνας, στη ΝΑ γωνία της Αγοράς, στις ανασκαφές της Πέλλας, αλλά και στο Άργος. Το πρόβλημα σε σχέση με το χύσιμο του μετάλλου στο καλούπι ήταν ο ακριβής υπολογισμός του βάρους, διαδικασία όχι και ιδιαίτερα εύκολη, καθώς μάλιστα επρόκειτο για μέταλλα πολύτιμα των οποίων η αξία ήταν άμεσα συσχετιζόμενη με το βάρος τους. Πολλές φορές τα αρχαία νομίσματα θερμαίνονταν ξανά και ξανά ώστε να δεχτούν νέους τύπους, και σ' αυτή την περίπτωση ονομάζονταν επικεκομμένα. Η πρακτική των επικεκομμένων εφαρμόζονταν μετά από απόσυρση παλιών νομισμάτων ή για να κοπούν νομίσματα από μια πόλη που δεν διέθετε άργυρο.


Μέτρα προστασίας κατά των παραχαρακτών

Βαρουφάκης Γ.,"Ο έλεγχος ποιότητας των προϊόντων και η προστασία του καταναλωτή στην αρχαιότητα",84,Αρχαιολογία και Τέχνες, τεύχος 95, Ιούνιος 2005,
Κίβδηλο αθηναϊκό νόμισμα χαραγμένο από τον αρχαίο δοκιμαστή.
Από νωρίς παρατηρήθηκαν στον αρχαίο κόσμο παραχαράξεις είτε με τη μορφή επάργυρων, υπόχαλκων εκδόσεων, είτε με τη μορφή παραποιήσεων επίσημων τύπων, είτε με την κυκλοφορία ελλιποβαρών τεμαχίων.
Σε ορισμένες πόλεις για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της κιβδηλοποίησης, ψηφίστηκαν ιδιαίτερα αυστηρές προτάσεις για την καταστολή του φαινομένου και την παραδειγματική τιμωρία των ενόχων. Πόλεις όπως η Μυτιλήνη, η Φώκαια και η Αθήνα προέβλεπαν έως και τη θανατική ποινή των παραχαρακτών, ενώ θεσμοθέτησαν και το αξίωμα του δοκιμαστού, μεθοδεύονταςτην ευνομία των οικονομικών τους. 

Το τραπεζικό σύστημα στην Αθήνα του 4ου αιώνα

Ο αρχαίο τραπεζίτης ήταν ο σημερινός χρηματιστής. Στον εξοπλισμό του πάγκου του, την τράπεζα, συγκαταλέγονταν ένας ζυγός, ο άβαξ για τους υπολογισμούς, ασφαλιζόμενα κιβωτίδια, όπου ήταν ταξινομημένα νομίσματα διαφόρων πόλεων κρατών, λογιστικά βιβλία και ένας λίθος δοκιμής των μετάλλων, η λεγόμενη λυδία λίθος. Έδρα του ήταν μία συγκεκριμένη θέση στην Αγορά της Αθήνας και κάποιο στωικό οικοδόμημα στον Πειραιά. Ανάλογα με τον αριθμό των τραπεζικών πράξεων, οι σχετικές τραπεζικές συναλλαγές πραγματοποιούνταν είτε αποκλειστικά από τον ίδιο τον τραπεζίτη είτε και από έναν εξειδικευμένο δούλο ή και από κάποιον απελεύθερο.
Στον κύκλο εργασιών του τραπεζίτη εντάσσονταν η ανταλλαγή των ξένων νομισμάτων με αθηναϊκά, για τους ξένους επισκέπτες της πόλης, αλλά και για τους αθηναίους ναυτικούς που επέστρεφαν από τα υπερπόντια ταξίδια τους, οι εξοφλήσεις χρεών κατ' εντολή των εντολοδόχων πελατών και γενικά οι συναλλαγές μεσεγγυητικού χαρακτήρα.
Η τράπεζα κατέβαλλε τόκους εφόσον και μόνο η διορία κατάθεσης υπερέβαινε το διάστημα ενός μηνός. Οι Αθηναίοι πάντως σε γενικές γραμμές προτιμούσαν την οικία τους για τη διαφύλαξη του προσωπικού τους πλούτου.

Βιβλιογραφία

  1. JenkinsK. G., TheGreekCoins, 1990.
  2. Kraay C. M., Greek Coins and History, London 1969.
  3. Kraay C. M., Archaic and classical Greek coins, 1976.
  4. SeltmanC. T, GreekCoins, 1955.
  5. Βελένης Γ., Νομισματοκοπείο στην Αρχαία Αγορά Θεσσαλονίκης, Χαρακτήρ, αφιέρωμα στη Μαντώ Οικονομίδου, 1996, 49-60.
  6. Οικονομίδου Μ.,Αρχαία Νομίσματα, Ελληνική Τέχνη, 1996.
  7. ΥΠΠΟ, Νόμισμα και Νομισματική, Νομισματικό Μουσείο, ΤΑΠ, 2001.
 
 tmth.edu