Σελίδες


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 25 Αυγούστου 2014

Η τελευταία συνέντευξη του Καζαντζάκη - "Ο Φτωχούλης του Θεού" (video)

Η τελευταία συνέντευξη του Καζαντζάκη - "Ο Φτωχούλης του Θεού" (video)
Ένα σπάνιο οπτικοακουστικό απόσπασμα, από συνέντευξη, την οποία έδωσε ο Νίκος Καζαντζάκης για τη γαλλική τηλεόραση.
Η συνέντευξη δόθηκε στις 22 Μαΐου 1957, λίγους μήνες πριν από τον θάνατο του μεγάλου Έλληνα λογοτέχνη, σε δύο ανθρώπους των γραμμάτων και δημοσιογράφους, τον Pierre Dumayet και τον Max-Pol Fouchet.
Η συνέντευξη αφορούσε δύο από τα βιβλία του Καζαντζάκη, τον "Ζορμπά" και τον "Φτωχούλη του Θεού", που ήταν και το πιο πρόσφατο...
Δεν είχαμε τίποτα να φάμε. Και ήμουν έτοιμος να πεθάνω απ' την πείνα. Και όλοι πέθαιναν γύρω μου. Λοιπόν, μια μέρα, έλαβα μία επιστολή από έναν φραγκισκανό μοναχό που ζει στην Αθήνα.
Μου είπε: "Εάν μεταφράζατε την βιογραφία του αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης, που γράφτηκε από τον Ζόργκενσεν, τότε θα σας στέλναμε ένα κιβώτιο με προμήθειες".

Aνθολόγιο αυτοβιογραφικών κειμένων- Κωστής Παλαμάς: Το ρυθμό του κόσμου τον αναποδογύριζα

Τα παιγνίδια, που έπαιζα παιδί, σχεδόν όλα παιγνίδια δημιουργημένα μέσα στη μοναξιά, ρυθμισμένα μονάχ' από τη φαντασία. Τα παιγνίδια που γύρευα, που αυτοσχεδίαζα, που καλλιτεχνούσα, που αγαπούσα, και που μεθούσα μ' εκείνα. Τα έπαιζα καταμόναχος, φυλακισμένος μέσα στο σπίτι. Τα παιγνίδια μου, όσο κι αν είτανε πιο πολύ κοριτσιού, είχαν όλη του αρσενικού την ορμή, την πρωτοβουλία, την τρέλα. Γινόμουν αράδα αράδα, κατά την περίσταση και κατά τα κέφια μου, δεσπότης, ιεροκήρυκας, δημοδιδάσκαλος, καθηγητής, περιηγητής, γιατρός, στρατηγός, στρατιώτης, συνομιλητής, λιμαδόρος. Φλυαρούσα, ξεφώνιζα, κουβέντιαζα, ρητόρευα, λειτουργούσα, έψελνα, έδερνα, ανεβοκατέβαινα, αγωνιζόμουνα με τους καναπέδες και με τις καρέκλες, με τα βιβλία και με τα τραπέζια, έπιανα γνωριμίες και ξεσυνερίσματα με τους τοίχους, με τα ξύλα, με τα έπιπλα, με τα φουστάνια.

Πέμπτη 22 Μαΐου 2014

AYTOΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ -Νίκος Εγγονόπουλος: Mόνος πόθος μου, να περνώ πάντα απαρατήρητος


... Ήταν η χρονιά όπου ετελείωνα τις εργαστηριακές μου σπουδές στη ζωγραφική. Μαθήτευα πλησίον του Κωνσταντίνου Παρθένη, και το εύρισκα άπρεπο απέναντι στον σεβαστό κι’ αγαπητό δάσκαλο να θέλω να εκδηλωθώ προσωπικά, και μάλιστα σε διαφορετική «σχολή», τον υπερρεαλισμό, την στιγμή που καταρτιζόμουνα κοντά του για το μελλούμενο καλλιτεχνικιό μου στάδιο. Δεν πιστεύω να ήτανε και αντίθετο στην επιθυμία του μεγάλου Παρθένη να βλέπη τους μαθητάς του, μετά το πέρας, όμως, των σπουδών τους, να παίρνουν τον δικό τους δρόμο, σύμφωνα με την ιδιαίτερή τους διάθεση και τις ιδιαίτερές τους κλίσεις.

Όταν ο χαριτωμένος ποιητής Απόστολος Μελαχρινός, προχωρημένο πια το καλοκαίρι του 1938, μου εζήτησε ποιήματα για ναν τα περιλάβη σε τεύχος του περιοδικού του «Κύκλος», τότε το μποpoύσα, και του έδωσα αρκετά της παραγωγής μου εκείνης της χpoνιάς, να διαλέξη όσα ήθελε. Του ήρεσαν τόσο («Τα αρέσω», μου είπεν αυτολεξεί), όπου, όχι μόνο δημοσίεψε πολλά στο αμέσως επόμενο τεύχος του «Κύκλου», αλλά προσφέρθηκε και επέμεινε και να βγάλη σε βιβλίo, πάλι στις εκδόσεις του «Κύκλου», όλα όσα του είχα δώσει. Ο ευγενής αυτός άνθρωπος κάθησε μαζί μου και κάναμε τη σελιδοποίηση. Ύστερα φpόντισε τη στoιχειoθέτηση. Αρκετά στoιχειοθέτησε και με το ίδιο του το χέpι - δεν θα την ξεχάσω ποτε αυτή τη μεγάλη τιμή που μου έyινε - καθώς είχε εγκατεστημένο το τυπογραφείο του «Κύκλου» σ' ένα δωμάτιo της τότε κατoικίας του, στην οδό Δαιδάλoυ. Ο αλησμόνητος Mελαχρινός φρόντισε ιδιαιτέρως το τύπωμα: μετά από τον διopθωτή, διάλεξε και τον καλύτερο πιεστή που μπορούσε να βρεθή στην Αθήνα εκείνο τον καιρό. Επέμενε, μάλιστα, γα το εξώφυλλο και για την εσωτεpική πρώτη σελίδα του τίτλου να χρησιμοποιηθούν δυο χρωμάτων μελάνια. Και το βιβλίo παpoυσιάστηκε, ένα, ή το πολύ, δυο μήνες ύστερ' από το περιoδικό.

Ήδη είχαμε προανακρούσματα από την κυκλοφορία του περιoδικoύ. Αλλά, με την εμφάνιση) του βιβλίου, το «σκάνδαλο» το εκσπάσαν υπερέβαινε όχι μόνο κάθε τι το ανάλογο που είχε ποτέ φανερωθεί στα ελληνικά γράμματα, αλλά και τις προβλέψεις τής πιo τολμηρής φαντασίας. Αστραπιαίως έλαβε τέτoιαν ένταση και τέτoιες διαστάσεις, που κι' ο ίδιος ο «ανάδoχος» μου, ο Mελαχρινός, τα έχασε. Αυτός, όπου με κανένα τρόπο δεν μπορούμε να πούμε ότι του έλειψε ποτέ η λεβεντιά. Δεν ανήγγειλε την έκδοση ούτε, ποτέ, περιέλαβε το βιβλίο στους καταλόγους των εκδόσεων του «Κύκλου», που δημοσίευε τακτικά, πίσω, στο εξώφυλλο του περιoδικoύ.

Το δημιουργηθέν σκάνδαλο κι' η επακoλoυθήσασα κατακραυγή εναντίον μου δεν μπορώ να πω πως δεν με έθιξαν, βαθύτατα. Η βίαιη κακoμεταχείρισις σαν υπoδoχή μιας γνήσιας προσφοράς είναι, το λιγώτεpo, σκληρά άδικη. Περιoδικά, εφημερίδες, le premier chien coiffe venu, παρωδούσαν και αναδημοσίευαν, κοροϊδευτικά, τα πoιήματά μου. Mια δε εφημερίδα, από τις μεγάλες, δεν θuμούμαι τώρα πoιά, αυθαδέστατα, ποδοπατώντας κάθε ιδέα πνευματικής, τέλος πάντων, ιδιοκτησίας, αναδημοσίευσε, σε μια ή δυο συνέχειες... ολόκληρο το βιβλίo! Συνοδεία, πάντοτε, χλευαστιxών και κακεντρεχών, όσο κι' επιπόλαιων, σχολίων.

Ποτέ δεν μ' ενδιέφερε η φήμη, η δόξα. Μόνος πόθος μου: να περνώ πάντα απαρατήρητος, αν δεν το μπορούσα ευxάριστoς, ανάμεσα στους συγκαιρινούς μου «συνοδίτας». Kι' όμως άκουσα κι' αυτή την κουβέντα, που μου εξετόξευσε, δεν ξέρω πια σε τι φύλλο, αγανακτισμένος «φιλολογικός» του συνεργάτrις: «Εγγονόπουλε, πάψε πια να βασανίζεσαι και να μας βασανίζης»

Αν η ζωή μου είναι αφιερωμένη στη ζωγραφική και στην ποίηση, είναι γιατί η ζωγραφική και η ποίησις με παρηγορούν και με διασκεδάζουν. Έτσι και τότε, παρ’ όλη την απογοήτευσή μου, εξακολουθούσα ανελλιπώς να ζωγραφίζω, «να γράφω»* ποιήματα.
[...]
Σημειωτέον ότι στο μεταξύ ο πόλεμος είχε φθάσει πια ως εδώ. Στρατεύθηκα και με έστειλαν στην πρώτη γραμμή, στην «γραμμή πυρός», όπου με βαστήξανε πεισματάρικα, μέχρι το τέλος των επιχειρήσεων. Δίχως καμμιάν ανάπαυλα, αν εξαιρέσω ένα αρκετά βασανιστικό «ιντερμέδιo» στη «Διλοχία Πειραιώς», απλούν «πειθαρχικόν λόχον».

Τετάρτη 26 Μαρτίου 2014

Η 25η Μαρτίου του Μάνου Χατζιδάκι


Στο τεύχος 14 του λογοτεχνικού περιοδικού «Το Δέντρο», το 1985, δημοσιεύτηκε ένα μικρό διήγημα του Μάνου Χατζιδάκι με τίτλο «Ελληνική ιστορία». Στο τέλος του κειμένου ο Χατζιδάκις σημειώνει ότι η ιστορία «αποτελεί μέρος του βιβλίου «Διηγήσεις» που δεν έχει τελειώσει ακόμα.» Τελικά, μέχρι σήμερα δεν έχει κυκλοφορήσει κάποιο βιβλίο με αυτόν τον τίτλο, έχοντας την υπογραφή του. Ίσως οι «Διηγήσεις» να μετονομάστηκαν σε «Ο καθρέφτης και το μαχαίρι» (Ίκαρος, 1988) και η «Ελληνική ιστορία» να μην συμπεριλήφθηκε. Ίσως ακόμα, να παρέμεινε βιβλίο ανολοκλήρωτο. Όπως και να ’χει, η «Ελληνική Ιστορία» του Μάνου Χατζιδάκι παραμένει άκρως επίκαιρη –όχι, μονάχα λόγω της επετείου.
--------------------------------------------
"Στην πλαγιά ενός βουνού.
 Ένας οπλαρχηγός φωνάζει στον Αγά που ετοιμάζεται να φύγει.
– Αγά μου, θέλω να πολεμήσω για την ελευθερία της πατρίδος μου. Έλα να σκοτωθούμε…
– Δεν χρειάζεται, του απαντάει ήρεμα ο Αγάς. – Δεν βλέπεις; ετοιμάζομαι να φύγω.

Τρίτη 18 Μαρτίου 2014

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 18/03 ΤΟ 1996 ΠΕΘΑΝΕ Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΜΑΣ ΠΟΙΗΤΗΣ Ελύτης [Αλεπουδέλης] Oδυσσέας


ΕΙΠΕ :

Η Ποίηση έγινε για να διορθώνει τα λάθη του Θεού· ή εάν όχι, τότε, για να δείχνει πόσο λανθασμένα εμείς συλλάβαμε την δωρεά του. 
 «ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΑΝΔΡΕΑ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟ», Εκδόσεις ΥΨΙΛΟΝ
==================

Είναι διγαμία ν’ αγαπάς και να ονειρεύεσαι.

=========================

Τόσο δύσκολο, μα τόσο δύσκολο ν’ αφήσεις την εποχή σου να σε σφραγίσει, χωρίς να σε παραχαράξει.
«ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΜΙΑΣ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ» από τα «ΑΝΟΙΧΤΑ ΧΑΡΤΙΑ»
=======================

Όταν ακούς «τάξη», ανθρωπινό κρέας μυρίζει

=====================

Εάν αποσυνθέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις.

===================

Αρκετά λατρέψαμε τον κίνδυνο κι είναι καιρός να μας το ανταποδώσει.

========================
Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική
το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου… 

Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου…
 “ΤΟ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ”

Τετάρτη 5 Μαρτίου 2014

είν’ οι γυναίκες π’ αγαπούμε κύκνοι τα πάρκα τους ζουν μόνο μέσα στην καρδιά μας


Ύμνος δοξαστικός για τις γυναίκες π’ αγαπούμε


είν’ οι γυναίκες π’ αγαπούμε σαν τα ρόδια
έρχονται και μας βρίσκουνε
τις νύχτες
όταν βρέχη
με τους μαστούς τους καταργούν τη μοναξιά μας
μεσ’ τα μαλλιά μας εισχωρούν βαθειά
και τα κοσμούνε

Πέμπτη 27 Φεβρουαρίου 2014

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 27/02- ΤΟ 1943 ΕΦΕΥΓΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΖΩΗ Ο ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ - ΕΝΑ ΕΛΑΧΙΣΤΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ

Κωστής Παλαμάς (1859-1943)



 «Χτες βράδυ μια είδηση ακατανόητη μας ήρθε. Μια είδηση ασύλληπτη. Ο Γέρο-Παλαμάς πέθανε. Είχαμε ξεχάσει πως ήταν θνητός» – γράφει στο προσωπικό της ημερολόγιο η Ιωάννα Τσάτσου...Γεννημένος στην Πάτρα το 1859, ο Κωστής Παλαμάς αποτέλεσε, έως και τον θάνατό του, 84 χρόνια αργότερα, κεντρική φυσιογνωμία της πνευματικής ζωής της Ελλάδας. Ποιητής και πεζογράφος, κριτικός και αρθρογράφος, σθεναρός υπέρμαχος της δημοτικής, υπήρξε –κατά τον Γεώργιο Σεφέρη– «το σημείο όπου λύεται, και ξεσπά, και
βρίσκει την κάθαρσή του ένα υπόκωφο δράμα που παίζεται δυο χιλιάδες χρόνια για τον ελληνισμό». Ηγετική μορφή της γενιάς του 1880, που παρήγαγε πλούσιο ποιητικό έργο και ανανέωσε τη λογοτεχνία μετά τα χρόνια του ρομαντισμού, υποστηρικτής του Χαρίλαου Τρικούπη και της ιδέας της αστικής ανόρθωσης, ο Παλαμάς ανέπτυξε, με τη συνολική παρουσία και δράση του, μια έντονη προβληματική γύρω από τις έννοιες της πατρίδας και του πατριωτισμού, του «ευγενέστερου –σύμφωνα με τον ίδιο– των αισθημάτων». Θιασώτης της εθνικής συσπείρωσης και αναγέννησης, προσέφερε μια νέα ανάγνωση στην ιστορία των βυζαντινών χρόνων και εξέφρασε, με το πλούσιο έργο του, την πίστη στην ψυχή του Εθνους.

Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2014

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 13/01-1859 ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΜΑΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

 ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ

Κωστής Παλαμάς: Το ρυθμό του κόσμου τον αναποδογύριζα


Τα παιγνίδια, που έπαιζα παιδί, σχεδόν όλα παιγνίδια δημιουργημένα μέσα στη μοναξιά, ρυθμισμένα μονάχ' από τη φαντασία. Τα παιγνίδια που γύρευα, που αυτοσχεδίαζα, που καλλιτεχνούσα, που αγαπούσα, και που μεθούσα μ' εκείνα. Τα έπαιζα καταμόναχος, φυλακισμένος μέσα στο σπίτι. Τα παιγνίδια μου, όσο κι αν είτανε πιο πολύ κοριτσιού, είχαν όλη του αρσενικού την ορμή, την πρωτοβουλία, την τρέλα. Γινόμουν αράδα αράδα, κατά την περίσταση και κατά τα κέφια μου, δεσπότης, ιεροκήρυκας, δημοδιδάσκαλος, καθηγητής, περιηγητής, γιατρός, στρατηγός, στρατιώτης, συνομιλητής, λιμαδόρος. Φλυαρούσα, ξεφώνιζα, κουβέντιαζα, ρητόρευα, λειτουργούσα, έψελνα, έδερνα, ανεβοκατέβαινα, αγωνιζόμουνα με τους καναπέδες και με τις καρέκλες, με τα βιβλία και με τα τραπέζια, έπιανα γνωριμίες και ξεσυνερίσματα με τους τοίχους, με τα ξύλα, με τα έπιπλα, με τα φουστάνια. Είχα δοσοληψίες με τα λουλούδια και με τις κοπριές, με τα μερμύγκια της γάστρας και με τα σαμάρια των γαϊδουριών' μόνο τους ανθρώπους γύρω μου δεν τους λογάριαζα.

Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2013

λογοτεχνικά αρχεία και ψηφιακά μέσα: το μέλλον απ’ το παρελθόν

 Η ψηφιακή ζωή των λογοτεχνικών αρχείων μάς βοηθά να θυμόμαστε
πιο λίγο, πιο πολύ ή μήπως κάπως αλλιώς το λογοτεχνικό μας παρελθόν;

 

 Άννα Μαρία Σιχάνη
Τι κρύβουν τα λογοτεχνικά αρχεία; Πόσο «κλειστή» ή «ανοικτή» είναι η εικόνα που μας χορηγούν για το λογοτεχνικό παρελθόν; Ποιες είναι στην Ελλάδα οι συνθήκες λειτουργίας των λογοτεχνικών αρχείων και πώς αντικατοπτρίζεται ουσιαστικά σε αυτές και η ιστορική μας κουλτούρα, ο ιδιαίτερος τρόπος, οι διαδικασίες και οι πολιτικές μέσω των οποίων συνδεόμαστε, εμπεδώνουμε ή επαναδιαπραγματευόμαστε το παρελθόν μας, και δη το λογοτεχνικό μας παρελθόν; Και, τέλος, σε μια εποχή όπου μεγάλος αριθμός τεκμηρίων από βιβλιοθήκες και αρχεία είναι πια διαθέσιμος σε ψηφιακή μορφή με ανοικτή πρόσβαση (open access / open data), πόσο όντως πιο «ανοικτά» συμμετέχουμε στην αφήγηση του λογοτεχνικού μας παρελθόντος; Αρχεία και πολιτισμική μνήμη Είναι άραγε τα λογοτεχνικά αρχεία κάτι σαν αρχαιολογικοί χώροι ή μουσεία; Είναι οι αρχειονόμοι, αρχαιολόγοι; Κι όλοι εμείς που πηγαίνουμε και μελετούμε τα αρχεία, είμαστε άραγε κατά κάποιον τρόπο ερασιτέχνες αρχαιολόγοι και ολίγον τι τουρίστες; Στον τυπικό χωρικό ορισμό του αρχείου ως ένα μέρος όπου φυλάσσονται δημόσια ή ιδιωτικά ιστορικά έγγραφα, ο Ντερριντά, επιμένοντας στην ετυμολογία της λέξης, προσθέτει, εκτός από την τοπολογική διάσταση και μία νομολογική: το «αρχείον» ήταν ενδιαίτημα των ανώτερων αρχόντων, εκείνων που διέτασσαν και που εκτός από τη διαφύλαξη διέθεταν επίσης και το δικαίωμα της ερμηνευτικής αρμοδιότητας των αρχείων.2 Όταν μιλάμε σήμερα για αρχείο, λοιπόν, δεν εννοούμε μόνο τον φυσικό χώρο όπου διασφαλίζεται το υλικό περιεχόμενό του, αλλά και τον χώρο όπου επιχειρείται και ασκείται η αυθεντική εκ των άνω ερμηνεία των ιστορικών τεκμηρίων που περιλαμβάνει. Μέσα στο πλαίσιο που όρισαν ήδη από την αρχή τού 20ού αιώνα μελέτες γύρω από το πλαίσιο και τη ρητορική (ανα)παραγωγής της συλλογικής μνήμης3 και από το 1960 και εξής προσεγγίσεις για τη σύνδεση συλλογικής μνήμης και (εθνικής) ταυτότητας εντός της θεωρίας του πολιτισμικού εθνικισμού,4 ως βασικός και –τις περισσότερες φορές– θεσμικά ελεγχόμενος ρόλος των αρχείων τυπικά θεωρείται η συγκέντρωση, οργάνωση, διαφύλαξη και προβολή ιστορικών τεκμηρίων (βιβλία, χειρόγραφα, φωτογραφίες, αντικείμενα, διοικητικά έγγραφα, Τύπος).5 Είναι αυτό που ο Ντερριντά παρουσιάζει ως τρίτη διάσταση του αρχείου και το ονομάζει καταχρηστικά «παρακαταθήκη», περιγράφοντας την οργάνωση των τεκμηρίων σε ένα συγχρονικό σώμα, σε μια συστημική αφήγηση μέσα από την οποία αρθρώνεται μια ιδανικά σμιλεμένη ενότητα.6 Ωστόσο, εύκολα διαπιστώνει κανείς μια «διαρροή» στον θεσμικό και νομολογικό χαρακτήρα των αρχείων: η λειτουργία και η φυσιογνωμία τους δεν είναι μονοδιάστατη, και κυρίως δεν γίνεται να (περι)οριστεί πάντοτε σε επιβεβλημένο και προδιαγεγραμμένο πλαίσιο. Από τη συνδρομή των αρχείων στην κατασκευή και ενίσχυση εθνικών ταυτοτήτων7 μέχρι την άποψη του ιστορικού Πάτρικ Τζόυς για τη χρήση των αρχείων ως «πολιτική τεχνολογία της φιλελεύθερης διακυβέρνησης» (political technology of liberal governmentality)8 και τα παραδείγματα κατευθυνόμενης πολιτικής χρήσης αρχείων,9 αυτό που διαπερνά όλες τις προσεγγίσεις για τα αρχεία είναι μια παράξενη και επικίνδυνη διελκυστίνδα μεταξύ παρελθόντος και παρόντος: η τεχνολογία της αρχειοποίησης, σύμφωνα πάλι με τον Ντερριντά, «καταγράφει ενώ ταυτόχρονα παράγει το ίδιο το γεγονός του παρελθόντος»,10 ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, τη μνήμη για το γεγονός. Τα αρχεία, λοιπόν, και τα τεκμήρια που αυτά περιέχουν, θα έλεγε κανείς πως είναι φορείς par excellence της πολιτισμικής μνήμης:11 της συλλογικής μνήμης, που συνδέεται διαλεκτικά με την ιστορική σκέψη και, παρά να χρησιμεύει ως μια αποθήκη ή ένα στατικό άλμπουμ στιγμών του παρελθόντος, αντίθετα λειτουργεί ως μια δυναμική διαδικασία, μια ανοικτή σκηνή θεάτρου,12 όπου (ανα)κατασκευάζουμε εικόνες και αφηγήσεις για τμήματα από το παρελθόν μας, συστήνοντας, έτσι, αενάως πολλά «παροντικά παρελθόντα».13 Αυτό το συνεχές πολλαπλών αναγνώσεων και ερμηνειών του παρελθόντος ελαχιστοποιεί –χωρίς να αναιρεί ολοκληρωτικά– την αυθαιρεσία της μοναδικής ιστορικής αφήγησης,14 που στην προκειμένη συστήνουν οι θεσμικές νομολογικές πρακτικές των αρχείων. Η πολιτισμική μνήμη, λοιπόν, αν και καθορίζεται από τις εκάστοτε ιστορικές συγκυρίες εντός των οποίων παράγεται και δύναται ενίοτε παραπληρωματικά να τροφοδοτεί ιστορικές αφηγήσεις,15 ωστόσο ανθίσταται στην ιστορικοποίηση, είναι, δηλαδή, (ακόμη) «ανοικτή». Η μνήμη, υπογραμμίζει ο Κλάιν, «συνεισφέρει στην επαναμάγευση του κόσμου και [ουσιαστικά] λειτουργεί ως ένα θεραπευτικό αντιστάθμισμα του ιστορικού λόγου».16 Γι’ αυτό και η μελέτη των αρχείων, όχι, δεν (πρέπει να) είναι αρχαιολογία ούτε ιστορία, αν και ενίοτε τις θυμίζει. Αντίθετα, ο ερευνητικός χώρος που περιγράφει πιο ικανοποιητικά αυτήν την περιοχή θα λέγαμε ότι εντοπίζεται κάπου μεταξύ ιστοριογραφίας και πολιτισμικών σπουδών. Η σιωπή των λογοτεχνικών αρχείων Τα λογοτεχνικά αρχεία, ως μια εξειδικευμένη κατηγορία αρχείων, συνήθως περιλαμβάνουν αυτόγραφα κειμένων, χειρόγραφα, δακτυλογραφημένα ή έντυπα κειμενικά (αλληλογραφία) ή άλλου τύπου (φωτογραφίες, αποκόμματα, λοιπά έγγραφα) τεκμήρια που ανήκουν σε έναν λογοτέχνη, ακόμη και υλικό από τη βιβλιοθήκη του. Συνήθως το αρχείο ενός λογοτέχνη δωρίζεται μετά τον θάνατό του από τους κληρονόμους σε κάποιον φορέα, ο οποίος και αναλαμβάνει την οργάνωση και διαχείρισή του, ενώ δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις συγγραφέων που διατηρούν οι ίδιοι επιμελώς αρχείο της δουλειάς τους, το οποίο και δωρίζουν οι ίδιοι ή η κληρονόμοι τους σχεδόν πλήρως οργανωμένο. Τα χειρόγραφα μαζί με το σύνολο των τεκμηρίων που βρίσκονται στα λογοτεχνικά αρχεία βοηθούν στο να συνθέσουμε και να εμπλουτίσουμε την εικόνα που έχουμε για το λογοτεχνικό παρελθόν, και –αν όχι να ξανασυνθέσουμε την ιστορία της λογοτεχνίας– σίγουρα όμως να επεξεργαστούμε τμήματα της πολιτισμικής μας μνήμης γι’ αυτό. Είτε σκεφτούμε το ημερολόγιο, τα αυτόγραφα ή την αλληλογραφία ενός λογοτέχνη ως αντικείμενα που είχαν τότε, στη στιγμή παραγωγής τους, μια χρηστική, συναισθηματική ή καλλιτεχνική αξία, είτε τα δούμε από τη χρονική στιγμή του σημερινού παρόντος ως αντικείμενα-μνημεία της πολιτισμικής κληρονομιάς, τα τεκμήρια αυτά είχαν και διατηρούν μιαν αχλή –συναισθηματικά και εθνικά κατασκευασμένης– ιερότητας, ενώ ταυτόχρονα ήταν και είναι απτές πρωτογενείς ιστοριογραφικές πηγές. Είναι δυνάμει φορείς μιας ιστορίας που δεν γράφτηκε, που δεν την αφηγήθηκε κανείς ποτέ. Αναλογιζόμενοι τους φορείς και τους τρόπους διαχείρισης των λογοτεχνικών αρχείων –καθώς και συνολικά την αρχειακή πολιτική αναλογικών τεκμηρίων σήμερα– κυρίως για την περίπτωση της Ελλάδας, διαπιστώνουμε πως στο σύνολό τους τα λογοτεχνικά αρχεία εκλαμβάνονται και λειτουργούν, σύμφωνα με τον τοπονομολογικό ορισμό του Ντερριντά, ως ένας χώρος όπου η μνήμη είναι αποθηκευμένη, ενίοτε καταλογογραφημένη και αποδελτιωμένη, κάποιες φορές διασπασμένη σε απομακρυσμένα σημεία, πάντως τακτοποιημένη και ασφαλής. Προστατεύουμε και προβάλλουμε, με υπερηφάνεια και τα δύο. Τα τεκμήρια, μέσα σε συρτάρια, φακέλους, ντουλάπια, πάνω σε ράφια, μέσα σε υποβλητικές αίθουσες με μακριούς διαδρόμους ή υπόγεια, με χαμηλό φωτισμό και κατάλληλη θερμοκρασία, είναι απτές αποδείξεις αυτής της παρακαταθήκης του παρελθόντος. Περιμένουν να παίξουν τον ρόλο τους στο σημερινό θέατρο της μνήμης. Λιγότερο ή περισσότερο σπάνια, κάποιος ειδικός ερευνητής ή φιλοπερίεργος αρχειοδίφης θα επισκεφτεί τα αρχεία και θα ανασύρει ένα κομμάτι τους στο φως. Θα το μελετήσει, θα τον προβληματίσει, θα το θαυμάσει. Θα προσπαθήσει να το εντάξει μέσα σε μια αφήγηση μνήμης. Θα το επιστρέψει.

Τρίτη 23 Ιουλίου 2013

ΕΡΩΤΑΣ - ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ

Έρωτας:




Τι ιερώτερον του πρώτου αγνού νεανικού έρωτος!
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΒΙΚΕΛΑΣ “ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ” Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ

Το λογικό κι ο έρωτας ποτέ τους δεν ταιριάξαν…
ΚΟΣΜΑΣ ΠΟΛΙΤΗΣ “ΛΕΜΟΝΟΔΑΣΟΣ” Εκδόσεις ΥΨΙΛΟΝ

Στον έρωτα μήπως όλες οι φορές που αγαπούμε δεν είναι πρώτες;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ “ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ ΖΩΗ” Εκδόσεις ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ

Α! τι μπαίγνιο είναι ο άνθρωπος, όταν αγαπάει αληθινά!
ΑΝΤΩΝΗΣ ΤΡΑΥΛΑΝΤΩΝΗΣ “Η ΕΞΑΔΕΛΦΗ” Εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ

Λέγουν “αγάπησε και τρελάθηκε”, ενώ έπρεπε να πουν “τρελάθηκε και αγάπησε”.
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΑΜΠΟΥΡΟΓΛΟΥ “ΘΡΥΨΑΛΑ”
από το βιβλίο του ΜΙΧΑΛΗ ΠΕΡΑΝΘΗ “ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ 1453 ΕΩΣ ΣΗΜΕΡΑ” Εκδόσεις ΕΡΓΩΝ ΠΕΡΑΝΘΗ

Τι άλλο είναι ο έρωτας, λογουχάρη, από ένας βασανισμός του ενός για τον άλλο, του ενός από τον άλλο;
ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ “ΜΥΣΤΙΚΗ ΖΩΗ” Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ

Η στοργή είναι αφάνταστα ανώτερη απ’ τον έρωτα, και, εκ των πραγμάτων, ασυμβίβαστη μ’ αυτόν.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ”ΓΙΑ ΕΝΑ ΦΙΛΟΤΙΜΟ” Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

Κυριακή 21 Ιουλίου 2013

Εις την Οδόν των Φιλελλήνων ( Εμπειρίκος Aνδρέας )



                    
Εμπειρίκος Aνδρέας
 Στον Conrad Russel Rooks

Mια μέρα που κατέβαινα στην οδόν των Φιλελλήνων, μαλάκωνε η άσφαλτος κάτω απ' τα πόδια και από τα δένδρα της πλατείας ηκούοντο τζιτζίκια, μέσ' στην καρδιά των Aθηνών, μέσ' στην καρδιά του θέρους.
      Παρά την υψηλήν θερμοκρασίαν, η κίνησις ήτο ζωηρά. Aίφνης μία κηδεία πέρασε. Oπίσω της ακολουθούσαν πέντε-έξη αυτοκίνητα με μελανειμονούσας, και ενώ στα αυτιά μου έφθαναν ριπαί πνιγμένων θρήνων, για μια στιγμή η κίνησις διεκόπη. Tότε, μερικοί από μας (άγνωστοι μεταξύ μας μέσ' στο πλήθος) με άγχος κοιταχθήκαμε στα μάτια, ο ένας του άλλου προσπαθώντας την σκέψι να μαντεύση. Έπειτα, διαμιάς, ως μία επέλασις πυκνών κυμάτων, η κίνησις εξηκολούθησε.
      Ήτο Iούλιος. Eις την οδόν διήρχοντο τα λεωφορεία, κατάμεστα από ιδρωμένον κόσμο ― από άνδρας λογής-λογής, κούρους λιγνούς και άρρενας βαρείς, μυστακοφόρους, από οικοκυράς χονδράς, ή σκελετώδεις, και από πολλάς νεάνιδας και μαθητρίας, εις των οποίων τους σφικτούς γλουτούς και τα σφύζοντα στήθη, πολλοί εκ των συνωθουμένων, ως ήτο φυσικόν, επάσχιζαν (όλοι φλεγόμενοι, όλοι στητοί ως Hρακλείς ροπαλοφόροι) να κάμουν με στόματα ανοικτά και μάτια ονειροπόλα, τας συνήθεις εις παρομοίους χώρους επαφάς, τας τόσον βαρυσημάντους και τελετουργικάς, άπαντες προσποιούμενοι ότι τυχαίως, ως εκ του συνωστισμού, εγίνοντο επί των σφαιρικών θελγήτρων των δεκτικών μαθητριών και κορασίδων αυταί αι σκόπιμοι και εκστατικοί μέσα εις τα οχήματα επαφαί - ψαύσεις, συνθλίψεις και προστρίψεις.

Κυριακή 7 Ιουλίου 2013

Νίκος Καζαντζάκης: Υμνητής της Γυναίκας ή Μισογύνης;


« O Καζαντζάκης βάζει με μεγάλη ευκολία τους ήρωές του να απαρνιούνται δύο αγαθά που ο ίδιος δεν γνώρισε ποτέ: το σεξ και τον πλούτο». Ήμουν φοιτήτρια στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης όταν πήγα ν’ ακούσω την ομιλία μιας συγγραφέως, της Λιλής Ζωγράφου, που είχε κάνει αίσθηση για την τολμηρότητα της γραφής της και της θεματογραφίας της και έγινε γνωστή στο Πανελλήνιο επειδή τόλμησε να απομυθοποιήσει τον Καζαντζάκη δημοσιεύοντας το 1959 τη μελέτη της «Νίκος Καζαντζάκης. Ένας τραγικός».
Νίκος Καζαντζάκης. Δημοσιεύεται στο Περιοδικό «Δέντρο», τεύχος 155-156, Μάιος 2007.
Νίκος Καζαντζάκης. Δημοσιεύεται στο Περιοδικό «Δέντρο», τεύχος 155-156, Μάιος 2007.
Το παραπάνω απόσπασμα της ομιλίας της με έβαλε σε σκέψεις, γκρέμιζε ένα είδωλό μου, κατά κάποιον τρόπο, επειδή είχα από το Λύκειο διαβάσει κιόλας τα περισσότερα έργα του μεγάλου συγγραφέα και τον θαύμαζα απεριόριστα! Την περίοδο εκείνη μάλιστα διάβαζα την «Οδύσσειά» του και ήμουν άκρως εντυπωσιασμένη, όχι μόνον από τη φαντασία του συγγραφέα, αλλά κι από τη γλώσσα του, με τις ασυνήθιστες και πρωτάκουστες για μένα λέξεις, που με γοήτευαν, σαν θύελλα… Κυρίως στο έργο αυτό, αλλά και στα μυθιστορήματά του είχα συναντήσει πληθώρα γυναικών κι αντρών που ζούσαν παθιασμένους έρωτες. Πώς ήταν λοιπόν δυνατό ο ίδιος να μην είχε γνωρίσει ποτέ τον έρωτα?
Δύο χρόνια μετά την ομιλία της Ζωγράφου, το 1975, κυκλοφόρησε το βιβλίο του Γεωργίου Π. Σταματίου «Η γυναίκα στη ζωή και στο έργο του Νίκου Καζαντζάκη» όπου, ουσιαστικά, γίνεται μια προσπάθεια ανατροπής των όσων υποστήριζε η Λιλή Ζωγράφου, συμπεραίνοντας ότι «ο Νίκος Καζαντζάκης ήταν τέλεια φυσιολογικός άντρας, ικανός, όσο λίγοι, να κατακτήσει μια γυναίκα σωματικά και ψυχικά».
Ενώ η Ζωγράφου αναφέρεται στη μελέτη της σε συζητήσεις που είχε με την πρώτη σύζυγο του Καζαντζάκη τη Γαλάτεια, ο Σταματίου στηρίζεται κυρίως σε επιστολές και πληροφορίες που του παραχώρησε η δεύτερη γυναίκα του συγγραφέα, η Ελένη.
Μια ακόμη αντίφαση, οι δύο αυτές μελέτες, από τις τόσες πολλές που υπάρχουν για τον Καζαντζάκη ως άνθρωπο κι ως συγγραφέα, θα λέγαμε. Για μένα πάντως υπήρξαν το κίνητρο μιας προσπάθειας να απαντήσω στο ερώτημα αν ο μεγάλος συγγραφέας ήταν τελικά μισογύνης ή αντίθετα υμνητής του θηλυκού ανθρώπινου γένους.

Θα αρχίσω με τη σχέση του Καζαντζάκη με τη Γυναίκα στην προσωπική του ζωή:

Κυριακή 21 Απριλίου 2013

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ -20 ΤΟΥ ΑΠΡΙΛΗ 1922 - ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΕΛΛΗΝΑΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ( Ο ΣΤΙΧΟΥΡΓΟΣ ΤΗΣ ΔΡΑΠΕΤΣΩΝΑΣ )



Ο Τάσος Λειβαδίτης γεννήθηκε στις 20 Απριλίου του 1922 και «έφυγε» στα 66 του χρόνια, ξημερώματα Κυριακής στις 30 Οκτωβρίου του 1988. Πέρασε τα παιδικά του χρόνια στο Μεταξουργείο.
Ο πατέρας του καταγόταν από την Αρκαδία, ήταν εύπορος μεγαλέμπορος που πτώχευσε λόγω του πολέμου. Η μητέρα του, Βασιλική Κοντοπούλου, ήταν Αθηναία. Από τα τέσσερα αδέρφια του, τα δύο ήταν καλλιτέχνες. Ο Μίμης, μουσικός της Λυρικής, ο Αλέκος, επιτυχημένος ηθοποιός του θεάτρου και κινηματογράφου, που πέθανε το 1980 κι αυτός από την ίδια πάθηση με τον ποιητή, ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής. Το 1934 εγγράφεται στο 9ο Γυμνάσιο στην πλατεία Κουμουνδούρου, κοντά στο πατρικό του σπίτι στην οδό Λεωνίδου. Το 1940 εγγράφεται στη Νομική Σχολή του Πανεπιστήμιου της Αθήνας. Δεν θα τελειώσει όμως ποτέ, καθώς αφιερώνεται στην Αντίσταση από τις τάξεις ΕΠΟΝ. Το 1943, χάνει τον πατέρα του, ενώ αργότερα κι ενώ είναι εξόριστος στην Μακρόνησο (1951), χάνει και τη μητέρα του.

Δευτέρα 1 Απριλίου 2013

Ο ΑΠΡΙΛΗΣ -

Απρίλιος
Ο Απρίλιος, ή Απρίλης, είναι ο τέταρτος μήνας του έτους κατά το Ιουλιανό και το Γρηγοριανό Hμερολόγιο, ο όγδοος κατά το Εκκλησιαστικό που αρχίζει τον Σεπτέμβριο, ο δεύτερος κατά το παλαιό ρωμαϊκό ημερολόγιο, και ο δέκατος στο αττικό ημερολόγιο ο οποίος ονομάζονταν Μουνιχιών και αντιστοιχούσε στο χρονικό διάστημα 24 Μαρτίου-22 Απριλίου του Γρηγοριανού ημερολογίου. Ο Απρίλιος περιλαμβάνει 30 ημέρες.
Η λέξη Απρίλιος ετυμολογείται από το λατινικό Aprillis, από το ρήμα aperire, που σημαίνει «ανοίγω». Είναι ο μήνας κατά τον οποίο ο καιρός «ανοίγει» και έρχεται η Άνοιξη, όπως σημειώνεται στο Μέγα Συναξαριστή. Ο Απρίλιος μέχρι την εποχή του Ρωμαίου Αυτοκράτορα Ιουλίου Καίσαρα περιελάμβανε 29 ημέρες και από τότε 30. Το 65 μ. Χ. ο Νέρων προσπάθησε, χωρίς επιτυχία, να μετονομάσει τον Απρίλιο σε Νερώνιο (Neronius) σε ανάμνηση της σωτηρίας του μετά από μια αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας του στην οποία συμμετείχε και ο δάσκαλός του Σενέκας, που τελικά αυτοκτόνησε για να αποφύγει τον εξευτελισμό.
Οι Μήνες, του Γιάννη Τσαρούχη
___
Στίχοι: Ηλίας Κατσούλης
Μουσική - Εκτέλεση: Παντελής Θαλασσινός
Ένας ευαίσθητος Απρίλης - 2006
Ένας ευαίσθητος Απρίλης, ένας αθέατος καιρός γελάει το φρουρό της πύλης και βγαίνει ήλιος λαμπερός. Πετά τα ρούχα του στρατιώτη, φορά πουκάμισο λευκό και στην αγάπη του την πρώτη στέλνει ένα όνειρο γλυκό.
Φέρνει μια ζάλη στους ανέμους, ανατριχίλα στο νερό με την καρδιά στήνει πολέμους και με τον Έρωτα χορό.

Παρασκευή 15 Μαρτίου 2013

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 15/03 ΤΟ 1884 ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ


ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ (1884-1951)

http://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/thumb/8/8d/Sikelianos.jpg/180px-Sikelianos.jpg


Ο Άγγελος Σικελιανός γεννήθηκε στη Λευκάδα, γιος του Ιωάννη Σικελιανού και της Χαρίκλειας το γένος Στεφανίτση. Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε κοντά στον πατέρα του. Στη Λευκάδα ολοκλήρωσε το Δημοτικό σχολείο, το Ελληνικό Σχολείο και το Γυμνάσιο. Κατά τη διάρκεια της εφηβείας του άρχισε η πρώτη ενασχόλησή του με την ποίηση. Το 1901 έφυγε για την Αθήνα, όπου γράφτηκε στη Νομική Σχολή. Στην Αθήνα ήρθε σ’ επαφή με τη Νέα Σκηνή του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου όπου δούλεψε ως ηθοποιός. Το 1902 πραγματοποίησε τις πρώτες δημοσιεύσεις ποιημάτων του σε λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής, ανάμεσά τους ο Διόνυσος και τα Παναθήναια, ενώ ένα χρόνο αργότερα συνεργάστηκε με το Νουμά. Το 1904 ξεκίνησε την πορεία του προς μια πιο μεγαλόπνοη ποιητική γραφή μέσα από τις σελίδες του Ακρίτα και ένα χρόνο αργότερα έφυγε για τη Λιβύη, όπου έγραψε τον Αλαφροΐσκιωτο, που εκδόθηκε το 1909 γνωρίζοντας μεγάλη επιτυχία. Το 1906 επέστρεψε στη Λευκάδα. Τότε άρχισε η συμβίωσή του με την Εύα Πάλμερ, την οποία είχε γνωρίσει το 1905 στο σπίτι της αδερφής του Πηνελόπης και παντρεύτηκε το 1907 στην Αμερική. Μετά το γάμο το ζευγάρι εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και γνωρίστηκε με τους φιλολογικούς κύκλους. Τον επόμενο χρόνο γεννήθηκε ο γιος τους Γλαύκος. Το 1910 ο Σικελιανός πήρε μέρος στην ίδρυση του Εκπαιδευτικού Ομίλου και τον επόμενο χρόνο δημοσίευσε το Δελφικό Ύμνο και έφυγε με τη σύζυγό του για το Παρίσι όπου παρακολούθησαν παράσταση αρχαίου δράματος από το ζεύγος Ντόνκαν. Τον ίδιο χρόνο



ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΥ ΣΤΗΝ ΣΑΛΑΜΙΝΑ
πέθανε ο πατέρας του.
Στις αρχές του 1912 επισκέφτηκε ξανά το Παρίσι. Τον ίδιο χρόνο στρατεύτηκε στους Βαλκανικούς πολέμους. Μετά την επιστροφή του στην Αθήνα το 1913 εξακολούθησε να δημοσιεύει ποιήματα στο Νουμά ως το Νοέμβριο του 1914, οπότε γνωρίστηκε με το Νίκο Καζαντζάκη, με τον οποίο συνδέθηκε με βαθιά φιλία, και αναχώρησε μαζί του για το Άγιο Όρος και για μια περιήγηση ανά την Ελλάδα. Μαζί με τον Καζαντζάκη τέθηκαν το 1915 με το μέρος του Βενιζέλου κατά τη ρήξη του έλληνα πολιτικού με το Παλάτι. Το 1917 πέθανε η αδερφή του Πηνελόπη. Το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου επισκέφτηκε την Πραστοβά της Μάνης μαζί με τον Καζαντζάκη και το 1919 την Ολυμπία και την Επίδαυρο. Το 1920 έμεινε με τη σύζυγό του στη Συκιά Κορινθίας και το 1921 έφυγε για προσκύνημα στους Αγίους Τόπους. Επέστρεψε στη Συκιά και την ίδια χρονιά στράφηκε προς μια ολοκληρωμένη σύλληψη της Δελφικής Ιδέας, υπό την επίδραση της Μικρασιατικής Εκστρατείας, των επιπτώσεων του πρώτου παγκοσμίου πολέμου και της έκρηξης της Ρωσικής Επανάστασης. Το καλοκαίρι του 1922 έφυγε για την Αγόριανη, όπου μελέτησε την πρακτική εφαρμογή της Δελφικής Ιδέας και πληροφορήθηκε τη Μικρασιατική Καταστροφή. Τον επόμενο χρόνο έδωσε είκοσι διαλέξεις στη Νομική Σχολή με θέμα τη έκφραση της ιδέας της παγκόσμιας ειρήνης και αδελφοσύνης ανά τους αιώνες. Το 1924 εγκαταστάθηκε με τη σύζυγό του στους Δελφούς όπου συνέχισαν την προεργασία για την υλοποίηση της Δελφικής Ιδέας.

Πέμπτη 7 Ιουνίου 2012

ΕΓΙΝΕ ΕΧΘΕΣ Η ΑΠΟΝΟΜΗ ΤΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΩΝ ΒΡΑΒΕΙΩΝ ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ ΔΙΑΒΑΖΩ




Περισσότερα από 1.500 άτομα «πλημμύρισαν» χθές τους κήπους του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών για να παρακολουθήσουν την 16η απονομή των λογοτεχνικών βραβείων του περιοδικού Διαβάζω, καθώς και το αφιέρωμα στον Καβάφη με τη συμμετοχή μεγάλων Ελλήνων ποιητών που ακολούθησε. «Με πολύ μεγάλη χαρά βρίσκομαι σήμερα στο Μέγαρο Μουσικής για να στηρίξουμε την ελληνική λογοτεχνία, τον λόγο και το βιβλίο. Σε μία τόση δύσκολη συγκυρία για την χώρα μας οι Έλληνες δημιουργοί και λογοτέχνες ανατρέπουν στερεότυπα και μας γεμίζουν με δύναμη και ελπίδα σε μία τόσο δύσκολη κατάσταση», ανάφερε η υπουργός Πολιτισμού και Τουρισμού Τατιάνα Καραπαναγιώτη, χαιρετίζοντας την εκδήλωση.
«Πολλοί λένε ότι ζούμε σε μία κόλαση. Θα πω ότι δεν συμφωνώ. Θα επικαλεστώ τον Ιταλό Καλβίνο και τον ήρωά του Μάρκο Πόλο από τις Αόρατες Πόλεις που κάπου προς το τέλος σημειώνει: Είτε θα γίνουμε μέρος αυτή της κόλασης, είτε μπορούμε να προσπαθήσουμε και να μάθουμε να αναγνωρίζουμε ποιος και τί μέσα στην κόλαση δεν είναι κόλαση. Και να του δώσουμε διάρκεια, να του δώσουμε χώρο.

Κυριακή 18 Μαρτίου 2012

Τα βάσανά της τα έκανε «διαμάντια»... - 3 Βίντεο με τραγούδια σε στίχους της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου


Σε μια μεγάλη στιχουργό του ελληνικού τραγουδιού, την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, ήταν αφιερωμένη η χθεσινή τηλεοπτική εκπομπή του Σπύρου Παπαδόπουλου, «Στην υγειά μας».

Εμείς την αδυναμία μας για το καλό λαϊκό και ρεμπέτικο τραγούδι δεν την κρύβουμε γ’ αυτό και μεγάλο μέρος του προγράμματος μας του διαδικτυακού ραδιοφωνικού σταθμού μας είναι αφιερωμένο σ’ αυτά τα είδη της μουσικής.


Απ’ αυτή την εκπομπή, λοιπόν επιλέξαμε να ανεβάσουμε τρία βίντεο, με δυο σχετικά άγνωστα τραγούδια της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου – «Στα όνειρα παρηγοριά», «Το παρελθόν μου το βαρύ»- και το πασίγνωστο «Θα βρω μουρμούρη μπαγλαμά».

 Δυο λόγια για την μεγάλη μας αυτή στιχουργό γραμένα από την Ρουμπίνη Σούλη στον «Ριζοσπάστη»



Τα βάσανά της τα έκανε «διαμάντια»... . 

«Θα σου δώσω μια να σπάσεις/ αχ βρε κόσμε γυάλινε/ και θα φτιάξω μια καινούργια/ κοινωνία άλληνε...». «Σαν τον αϊτό είχα φτερά και πέταγα πολύ ψηλά/ μα ένα χέρι λατρεμένο, ένα χέρι λατρευτό/ μου τα κόβει τα φτερά μου, για να μην ψηλά πετώ/ Είμ' αϊτός χωρίς φτερά χωρίς αγάπη και χαρά...». «Δυο πόρτες έχει η ζωή/ άνοιξα μια και μπήκα/ σεργιάνισα ένα πρωινό/ κι ώσπου να 'ρθεί το δειλινό/ από την άλλη βγήκα...» Πίσω από κάθε στίχο της και ένα βίωμα, μία ιστορία, ένα συναίσθημα... Μέσα σε κάθε στίχο της, ο καημός, ο πόθος, η φωνή, η ψυχή ενός ολόκληρου λαού. Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, η δημιουργός των παραπάνω «διαμαντιών», όπως και εκατοντάδων ακόμη στίχων, έβαλε ανεξίτηλη τη σφραγίδα της στο λαϊκό μας τραγούδι. Η κορυφαία στιχουργός του λαϊκού μας τραγουδιού, που «έφυγε» από τη ζωή φτωχή και πικραμένη στις 7 του Γενάρη του 1972, υπήρξε μια σπουδαία λαϊκή ποιήτρια, που έδωσε απλόχερα στο λαϊκό μας πολιτισμό απίστευτης ομορφιάς και δύναμης τραγούδια. Ενα έργο, που παραμένει και στις μέρες μας δυνατό και αρυτίδωτο.


Σημαδεμένη από την προσφυγιά 

Γεννημένη στο Αϊδίνι της Μικράς Ασίας το 1893, η Ε. Παπαγιαννοπούλουήρθε στην Ελλάδα με τη Μικρασιατική Καταστροφή, με την ύπαρξή της σημαδεμένη από την αγωνία του πρόσφυγα. Αυτή την αγωνία, μαζί με την πίκρα, τον πόνο, τα βάσανα, τη φουρτούνα της ψυχής της μετουσίωσε σε αθάνατα λαϊκά τραγούδια. Ερχόμενη πάμπτωχη στην Ελλάδα το 1922, με δυο παιδιά και με το δίπλωμα της δασκάλας, δούλεψε για σχεδόν είκοσι χρόνια σε μπουλούκια ως ηθοποιός. Στη συνέχεια, και σε μεγάλη πλέον ηλικία στα 55 της χρόνια (από το 1948) άρχισε να γράφει τραγούδια, ακατάπαυστα, μέχρι το τέλος της ζωής της. Το γράψιμο γι' αυτήν ήταν παιχνίδι...

Με άνεση και ευκολία κατέκτησε τη γλώσσα του λαϊκού τραγουδιού, καταθέτοντας στίχους λιτούς και στέρεους, με τους οποίους για δύο και πλέον δεκαετίες λάμπρυνε τη μουσική δημιουργία. Στίχους, στους οποίους αποτύπωνε τα βιώματά της: Τα βάσανα, τις ατυχίες της ζωής, την πίκρα, την οδύνη από την απώλεια αγαπημένων της προσώπων - χάνει τους τρεις ανθρώπους που λάτρευε, την κόρη, τη μητέρα και τον άντρα της. Ισως αυτή η βιωματική σχέση με τα τραγούδια της - μαζί με τη στιχουργική τους ποιότητα βέβαια - να είναι και το μυστικό της τεράστιας απήχησής τους στο λαό, ο οποίος μέχρι σήμερα συνεχίζει να τραγουδάει και να συγκινείται από τους στίχους της. Το επίπεδο της στιχουργικής της, ο μεστός της λόγος, συνδέεται μάλλον και με το ότι η ίδια είχε διαβάσει πολλή ποίηση και αγαπούσε το διάβασμα και τη λογοτεχνία.


Είχε αδυναμία στα δημοτικά τραγούδια και γενικά στη δημοτική παράδοση, αλλά και στον Καββαδία, τον Κρυστάλλη, τον Γρυπάρη και τον Βάρναλη.

Η περιπέτεια της Ε. Παπαγιαννοπούλουστο λαϊκό τραγούδι ξεκινά στις αρχές του '50, όπου κάνει τις πρώτες επιτυχίες με τον Βασίλη Τσιτσάνη: «Στρώσε μου να κοιμηθώ», «Τα καβουράκια», «Είμαστε αλάνια» κ.ά. Στη συνέχεια, συνεργάζεται με τον Στέλιο Καζαντζίδη («Μαντουμπάλα», «Είσαι η ζωή μου» κ.ά.), τον Απόστολο Καλδάρα («Ονειρο απατηλό», «Πετραδάκι - πετραδάκι», κ.ά.), τον Μανώλη Χιώτη («Ηλιοβασιλέματα»), Μάνο Χατζιδάκι («Είμαι αϊτός χωρίς φτερά»), Σταύρο Ξαρχάκο («Τι έχει και κλαίει το παιδί») κ.ά. Τους στίχους της ερμηνεύουν οι μεγαλύτερες λαϊκές φωνές: Στέλιος Καζαντζίδης, Γρηγόρης Μπιθικώτσης, Μαίρη Λίντα, Καίτη Γκρέυ, Γιώτα Λύδια, Μανώλης Αγγελόπουλος, Βίκυ Μοσχολιού, Σταμάτης Κόκοτας, Μιχάλης Μενιδιάτης, Αντώνης Ρεπάνης, κ.ά.

Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2011

Λίστες κρατικών βραβείων λογοτεχνίας



Τις βραχείες λίστες για τα βραβεία Διηγήματος-Νουβέλας, Μυθιστορήματος, Ποίησης, Δοκιμίου-Κριτικής, Πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα, Χρονικού-Μαρτυρίας, καθώς και τις αντίστοιχες λίστες για τα βραβεία Λογοτεχνικής Μετάφρασης (έργου ξένης λογοτεχνίας στα ελληνικά και ενδογλωσσικής μετάφρασης) ανακοινώνει το Υπουργείο Πολιτισμού σύμφωνα με την εφαρμογή της νέας νομοθεσίας.
Οι βραχείες λίστες συνοδεύονται από Έκθεση των Επιτροπών, από την οποία προκύπτει το σκεπτικό τους.
Στο αμέσως προσεχές χρονικό διάστημα, μόλις ολοκληρωθούν οι σχετικές εργασίες των αρμοδίων επιτροπών, θα επαναληφθεί η ίδια διαδικασία για τα βραβεία παιδικού λογοτεχνικού βιβλίου και μετάφρασης ελληνικής λογοτεχνίας σε ξένη γλώσσα.
Α. ΚΡΑΤΙΚΑ ΒΡΑΒΕΙΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ
ΔΙΗΓΗΜΑ-ΝΟΥΒΕΛΑ
1.       Θανάσης Βαλτινόςγια το έργο του «Ο τελευταίος Βαρλάμης», εκδόσεις Εστία.
2.       Μιχάλης Γκανάς για το έργο του «Γυναικών : Μικρές και πολύ μικρές ιστορίες», εκδόσεις Μελάνι.
3.       Αλέξανδρος Ίσαρης για το έργο του «Βίνκελμαν ή το πεπρωμένο», εκδόσεις Κίχλη.

Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2011

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ = Ο ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟ ΑΙΣΘΗΜΑ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ

Ὁ Παπαδιαμάντης, ὅπως φαίνεται σὲ ὅλα τὰ ἔργα του, δὲν ἦταν Πνευματικὸς πατέρας καὶ καθοδηγητής, οὔτε ἐξασκοῦσε ποιμαντικὴ σὲ ἀνθρώπους ποὺ ἔπρεπε νὰ καθαρίσουν τὸ παθητικὸ καὶ τὸ λογιστικὸ τῆς ψυχῆς, οὔτε ἦταν δάσκαλος καὶ Ἱεροκήρυκας. Ἦταν ἕνας ἄνθρωπος ποὺ εἶχε ἐπηρεασθῆ ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση, ὅπως ἐκφραζόταν στὶς κοινότητες τῆς Σκιάθου, τὶς ὁποῖες μποροῦμε νὰ ὀνομάσουμε θεραπευτικές. Στὰ κείμενά του, λοιπόν, περιέγραφε μία κοινωνία ποὺ διαπνεόταν ἀπὸ τοὺς δερματίνους χιτῶνες τῆς φθορᾶς καὶ τῆς θνητότητας, μιὰ κοινωνία ποὺ ζοῦσε μέσα στὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἐξασκοῦσε τὴν ὑπομονή, τὴν καρτερία, διακατεχόταν ἀπὸ τὴν πίστη στὸν Θεὸ καὶ ζοῦσε μέσα στὴν λατρευτικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας.

Ὁ Παπαδιαμάντης ἦταν «ὁ μεγάλος ζωγράφος τῶν ταπεινῶν», κατὰ τὸν Κωστῆ Παλαμᾶ. Πρόκειται γιὰ ἕνα κλίμα καὶ μία ἀτμόσφαιρα ποὺ καθαρίζει τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὑπάρχουν στοιχεῖα νοερᾶς προσευχῆς, ἀφοῦ πρόκειται γιὰ προσευχὴ ποὺ προέρχεται ἀπὸ ἕναν βαθὺ πόνο. Καὶ προτιμῶ αὐτὴν τὴν κοινωνία ἀπὸ μερικὲς ἄλλες κοινωνίες ποὺ χαρακτηρίζονται ἀπὸ πουριτανικὲς ἰδέες μὲ φαντασιώσεις ὑψηλῆς πνευματικῆς ζωῆς.

Δευτέρα 30 Μαΐου 2011

ΜΙΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ Ν.ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ ΤΟ 1957


Στις αρχές του 1957 η δημοσιογράφος Γιολάντα Τερέντσιο επισκέφθηκε το ζεύγος Καζαντζάκη στο σπίτι τους στην πόλη Αντίμπ. Περιγράφει το χώρο, δίνει ένα σύντομο πορτρέτο του συγγραφέα και καταγράφει τη συζήτηση που είχε μαζί του. Παραθέτουμε ένα απόσπασμα:

Ζουν ήσυχα, ερημικά, οι δυο Έλληνες στο γραφικό μικρό σπίτι της οδού του Μπα-Καστελέ. Απ’ τα παράθυρά τους βλέπουν το λιμάνι της Αντίμπ και τη γαλανή Μεσόγειο. Η πρόσχαρη φιλοξενία της οικοδέσποινας αγκαλιάζει τον επισκέπτη μόλις δρασκελίσει το κατώφλι. Λίγα σκαλιά οδηγούν στο γραφείο του συγγραφέα. Ψηλός, ίσιος, ασκητικός, μ’ ένα καλό χαμόγελο, απλώνει το μπράτσο και σφίγγοντας το χέρι ρωτάει άπληστα, με την ιδιαίτερη προσφορά του: «Τι νέα μας φέρνετε απ’ την Ελλάδα;».

Ευτυχώς, μια σειρά από δημοσιογραφικές έρευνες μ’ έχουν φέρει τελευταία σ’ επαφή με την έξω από την Αθήνα Ελλάδα κι έτσι του διηγούμαι τι είδα και τι άκουσα στα χωριά και τις πόλεις, από τ’ άγρια βράχια της Μάνης ως την κορφή του Βίτσι.

Πως γίνονται και μεγάλα έργα, αλλά πως η φτώχεια μένει πάντοτε φτώχεια και πως η εγκατάλειψη στα χωριά είναι τόση ώστε οι άνθρωποι στη Βόρειο Ελλάδα μου είπαν πως ζούνε «πίσω από τον ήλιο».

Πίσω από τον ήλιο, μουρμουρίζει ο Καζαντζάκης και σημειώνει την απλή αυτή φράση, που βγήκε απ’ τα χείλια του λαού που τόσο βαθιά αγαπάει.

Γ.Τ.: Πέστε μου τώρα και για σας, είσαστε ευχαριστημένος;
Ν.Κ.: Είμαι ευτυχισμένος -αν κι είναι ντροπή να αισθάνεται κανείς ευτυχισμένος μια ώρα τέτοια. Αν δεν ήταν μπροστά η Ελένη, θα σας έλεγα πως αυτή η γυναίκα είναι η αιτία της ευτυχίας μου… πραγματικά, δεν είχα ποτέ μου τολμήσει να φαντασθώ τέτοια κατανόηση από άνθρωπο. Αλλ’ αν εξακολουθήσω, θα θυμώσει… Είμαι ευτυχισμένος γιατί μπορώ να δουλεύω, γιατί δεν έχω καμία φιλοδοξία, κανένα μίσος, γιατί έχω την καρδιά μου καθαρή. Οταν δουλεύει κανείς πνευματικά δεν αρρωσταίνει, δεν γερνάει – αυτό είναι το μυστικό: να μην παρατήσει κανείς τη δουλειά του, γιατί τότε αλίμονο. Πέντε λεπτά μετά τον θάνατό σου, το μυαλό σου να δουλεύει ακόμα. Του Γκαίτε, είμαι σίγουρος, ότι δούλευε και μετά τον θάνατό του, γι’ αυτό όταν ο Εκερμαν ξεσκέπασε το σώμα του, ήταν σαν του εφήβου, είχε πειθαρχήσει στα βάσανά του.

Γ.Τ.: Αν μπορούσατε να ξαναγεννηθείτε, θα το θέλατε;
Ν.Κ.: Δεν θα ήθελα να πεθάνω ποτέ· μ’ ενδιαφέρει η ζωή, ο άνθρωπος -όχι οι άνθρωποι όλοι μαζί.

Γ.Τ.: Πιστεύετε στην ποιοτική εξέλιξη της ανθρωπότητας;
Ν.Κ.: Ενας Αρμένης ποιητής είπε κάποτε: «Ο πιθηκάνθρωπος ξεκίνησε να γίνει άνθρωπος, αλλά δεν έφτασε ακόμα…».

Γ.Τ.: Υπάρχει ελπίδα για τους ανθρώπους να ζήσουν κάποτε ευτυχισμένοι;
Ν.Κ.: Με στοίχημα, σε χίλια χρόνια!… Ενας χωρικός πήρε έναν κόρακα, για να εξακριβώσει αν αλήθεια ζη εκατό χρόνια, μα ο χωρικός πέθανε πρώτος! Ετσι κι εγώ, και χίλια χρόνια αν ζήσω, δεν θα προφτάσω να δω τους ανθρώπους ευτυχισμένους.

Γ.Τ.: Ποια είναι τα μεγαλύτερα εμπόδια στην ευτυχία τους;
Ν.Κ.: Αυτό είναι πολύ δύσκολο ν’ απαντήσει κανείς, αυτό είναι η μεγάλη μου αγωνία… Το μεγαλύτερο εμπόδιο στον άνθρωπο είναι, φαντάζομαι, η έλλειψη πίστης σ’ ένα ιδανικό ανώτερο από το Εγώ του. Αν δεν πιστεύει κανείς σ’ ένα πράγμα ανώτερο από τον εαυτό του, δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένος.

Γ.Τ.: Νομίζετε πως μπορεί ν’ αποφευχθεί ο τρίτος παγκόσμιος πόλεμος;
Ν.Κ.: Δεν νομίζω πως θα τον γλιτώσουμε…
(Μην λέτε τέτοια πράγματα! φωνάζει η κυρία Καζαντζάκη. Ο,τι και να βάλουμε στο μυαλό μας, ό,τι και να πούμε, τα πράγματα θα έρθουν αλλιώτικα).
Ν.Κ.: Ο πόλεμος θα σταματήσει όταν ο πιθηκάνθρωπος γίνει άνθρωπος! Ο μεγαλύτερος κίνδυνος σήμερα είναι η διάσταση που υπάρχει ανάμεσα διανοητικού και ηθικού ανθρώπου. Ο διανοητικός άνθρωπος έχει φθάσει στο μαγικό, στο υπεράνθρωπο, ενώ ηθικά είναι ανάπηρος. Οταν αρμονισθούν αυτά τα δύο, τότε θ’ αποκτήσει κι η ανθρωπότητα το ισοζύγιο και θα γίνει ευτυχισμένη. Ο σημερινός άνθρωπος μου θυμίζει τον θηριοδαμαστή που μπήκε στο κλουβί των θηρίων νομίζοντας πως η τίγρη ήταν γυμνασμένη…

Γ.Τ.: Ο πνευματικός άνθρωπος μπορεί ν’ ανήκει σ’ ένα κόμμα ή πρέπει να μένει πάντοτε ανεξάρτητος, για να είναι ελεύθερος να κρίνει; Οπως είπε ο Σαρτρ, κάποτε, ότι ο πνευματικός άνθρωπος πρέπει να πολεμάει την αδικία όπου και να τη βρίσκει.
Ν.Κ.: Είναι δύσκολο για τον πνευματικό άνθρωπο να μείνει μόνος του. Μόνος του είναι αδύνατος, αν ενωθεί όμως με τους άλλους χαλάει. Το πρόβλημα είναι: πώς είναι δυνατόν να ενωθούν οι τίμιοι άνθρωποι; Ο πνευματικός άνθρωπος πρέπει να καταδικάζει την αδικία όπου τη βρίσκει και κάνοντας αυτό που κάνω απαντώ στο ερώτημά σας: γράφω για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια που ποδοπατιέται παντού τόσο εύκολα. Αν ενωθώ με τους άλλους θα χάσω την ελευθερία μου. Η ψυχολογία της μάζας είναι αλλιώτικη, μιλάω για τους διανοούμενους σαν μάζα, όχι για τις λαϊκές μάζες, που τις σέβομαι και που έχουν τη δική τους δουλειά. Ενας πνευματικός άνθρωπος μόνος του μπορεί να δουλέψει καλύτερα: ελεύθερος άνθρωπος παλεύει για την ελευθερία. Δέκα ελεύθεροι άνθρωποι, ενωμένοι, χάνουν την ελευθερία τους. Εκείνο που χρειάζεται είναι ν’ ακολουθήσεις τον δρόμο σου ώς την άκρη. Η αξία του δρόμου είναι να μη σταματήσεις ποτέ!

Γ.Τ.: Ποιο είναι το πολυτιμότερο πράγμα στον κόσμο;
Ν.Κ.: Για μένα ο χρόνος. Οπως είπε ο αισθητικός Μπέρναρντ Μπέρενσον, που αποτραβήχτηκε στη Φλωρεντία κι είναι ενενήντα χρονώ, μου έρχεται να κατέβω στο δρόμο και ν’ απλώσω το χέρι μου στους διαβάτες και να τους πω: «Δώστε μου λίγο από το χρόνο που χάνετε…».

Γ.Τ.: Κι εγώ που σας έφαγα τόσην ώρα απ’ τον πολύτιμο χρόνο σας!
Ν.Κ.: Ε, δεν πειράζει, άπλωσα κι εγώ το χέρι μου και κάτι μάζεψα…

(Περιοδικό «Ταχυδρόμος» 2 Μαρτίου 1957)