Σελίδες


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2014

Η λέξη ψυχή από το ρήμα ψύχω δηλαδή [φυσώ,πνέω]

Η λέξη ψυχή από το ρήμα ψύχω δηλαδή [φυσώ,πνέω] κυριολεκτικά σημαίνει την πνοή,την ύστατη ένδειξη της ζωής στο σώμα που γίνεται αισθητή από την αναπνοή.Εντούτοις, από αρχαιοτάτων χρόνων ο όρος χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει πολύ περισσότερα, ιδίως όσον αφορά στις νοητικές λειτουργίες του ανθρώπου και τη μετά θάνατον ζωή.Λόγω των πολλών απόψεων για τη θρησκευτικο-φιλοσοφική σημασία της  ψυχής , οι ορισμοί που υπάρχουν είναι τουλάχιστον δεκάδες, αλλά ωστόσο ο συνηθέστερος είναι αυτός που ορίζει την ψυχή ως την άυλη ουσία του ανθρώπου η οποία αποτελεί την έδρα της προσωπικότητάς του, επιζεί μετά τον θάνατο του σώματος, όντας η ίδια αθάνατη, και στη συνέχεια μεταβαίνει είτε σε κάποια άλλη κατάσταση, σε άλλο τόπο, είτε σε κάποιο άλλο σώμα. Είναι γεγονός ότι αυτός ο συνήθης ορισμός βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην πλατωνική ψυχολογία, δηλαδή μελέτη της ψυχής, η οποία, παρά τα κενά της, επηρέασε και συνεχίζει να επηρεάζει τους στοχαστές, τους φιλοσόφους και τους θεολόγους. Παρ’ όλα αυτά, οι απόψεις που εκτίθενται στα πλατωνικά έργα αποτελούν μια απόπειρα συστηματοποίησης και ανάπτυξης προϋπαρχουσών θεωριών, δεδομένου ότι τα ερωτήματα για τη φύση του ανθρώπου και τον θάνατο είναι πολύ παλαιότερα του Πλάτωνα και έχουν απασχολήσει ίσως όλους τους πολιτισμούς.

Προϊστορικά χρόνια

Τρίτη 28 Ιανουαρίου 2014

Ορθοπεδική ή Ορθοπαιδική;




Άρθρο του Δρ. Χαράλαμπου Γκούβα*

Η κατά παραγγελίαν ανάλυση των τριών καθηγητών γλωσσολογίας σχετικά με την ορθογραφία της λέξης «Ορθοπεδική» ή «Ορθοπαιδική» είναι επιστημονικά πληρέστατη και δεν χρειάζεται σχόλια από μένα. Εκτός από το γλωσσολογικό σκέλος όμως υπάρχει το εννοιολογικό και το πρακτικό. Ας δούμε τα πράγματα από την αρχή.

Ανεξάρτητα από την προέλευση της λέξης «Ορθοπεδική», στην Ελλάδα η νέα αυτή ειδικότητα εδραιώθηκε μεταπολεμικά και πάντοτε γραφόταν με «ε». Από το 1947 έχουμε την Ελληνική Εταιρία Χειρουργικής Ορθοπεδικής και Τραυματολογίας (EEXOT) γραμμένο με «ε». Μια ανεπίσημη υποειδικότητα συναδέλφων μας, η «Παιδο-Ορθοπεδική» γραφόταν πάλι με «ε». Μέχρι το 1995 δεν υπήρχε ιδιαίτερο πρόβλημα γραφής της λέξης σε όλη την Ελλάδα. Σε λεξικά, βιβλία, άρθρα, ταμπέλες, κάρτες, έντυπα, παντού η λέξη εγράφετο «Ορθοπεδική». Στην ξένη όμως βιβλιογραφία υπήρχαν και υπάρχουν δύο γραφές.

Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2013

Λεξιλογικοί «Νόστοι» ( ελληνικές λέξεις που ξενιτεύτηκαν και επέστρεψαν αγνώριστες,)



ελληνικές λέξεις που ξενιτεύτηκαν και επέστρεψαν αγνώριστες, όπως : πόζα, ταξί, μπουάτ, μαρμελάδα, γκλάμουρ, πέναλτι, πιάτσα, τζίρος, λαζάνια, κρετίνος, κουπόνι και πολλές πολλές άλλες

γράφει ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗΣ

Ο «νόστος», η επιστροφή στην πατρίδα (από το ρήμα νέομαι «επιστρέφω»), δεν χαρακτήρισε μόνο «τη γλυκιά προσμονή τής επιστροφής στην πατρίδα» που κατέληξε στο νόστιμος, αλλά έδωσε και «τον ψυχικό πόνο που γεννάει αυτή η προσμονή», τη νοσταλγία. Και ήταν μάλιστα οι Γάλλοι που κατέφυγαν στις ελληνικές λεξιλογικές πηγές, πλάσσοντας πρώτοι αυτοί το άλγος τού νόστου, το nostalgie. Ετσι, από άλλο δρόμο, η λέξη επέστρεψε στη «λεξιλογική πατρίδα» της.
Η επιστροφή μιας λέξης ως δανείου στη γλώσσα από την οποία ξεκίνησε χαρακτηρίζεται ως αντι-δάνειο, ως επιστροφή δανείου, ως επιστροφή μιας λέξης στη γλώσσα στην οποία γεννήθηκε. Από τις πιο αποκαλυπτικές διαδικασίες λειτουργίας τής γλώσσας στο πεδίο συνάντησης των λαών και των πολιτισμών είναι τα αντιδάνεια. Συνιστούν μαρτυρίες τής περιπέτειας στη ζωή των λέξεων και μαζί παραδείγματα τού πόσο αυτά τα κατεξοχήν πνευματικά δημιουργήματα, που είναι οι λέξεις, εξελίσσονται εννοιολογικά περνώντας από γλώσσα σε γλώσσα, από λαό σε λαό, για να ξαναγυρίσουν συχνά στον τόπο καταγωγής τους πραγματοποιώντας έτσι τον «λεξιλογικό νόστο» τους.

Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2013

Τη γλώσσα μού έδωσαν ελληνική (Ένα οδοιπορικό των λέξεων Γραικός, Έλληνας, Ρωμιός)



Δρ. Αλεξάνδρας Ροζοκόκη, Διευθύνουσας του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής και Λατινικής Γραμματείας στην Ακαδημία Αθηνών, με θέμα:

Ο ομότιμος καθηγητής Α.Π.Θ. και τακτικός επιφυλλιδογράφος του “Βήματος της Κυριακής” κ. Δ. Ν. Μαρωνίτης στο άρθρο του «΄Οπερ έδει δείξαι» (18-08-13) θέλησε «φθίνοντος Αυγούστου και αύξουσας μοναξιάς» (οι λέξεις δικές του) ν’ αναφερθεί μεταξύ άλλων στην «αρχαιοελληνική γραικική καταγωγή και επωνυμία» της γλώσσας μας. Επειδή ο κ. Μαρωνίτης αναμιγνύει κάπως άτακτα κι αρκετά αποσπασματικά τους «πρώιμους Γραικούς», οι οποίοι ως λεκτικό αντιδάνειο έγιναν «στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και της Επανάστασης αυθεντικό σήμα της φυλής, αποτυπωμένοι στον γενναίο δεκαπεντάσυλλαβο: «εγώ γραικός γεννήθηκα, γραικός θε να πεθάνω», με τους Ρωμιούς που «ενδιαμέσως στα χρόνια των Ρωμαίων γίναμε και μείναμε», και τέλος με τους Έλληνες, μια λέξη που «έχει την αρχή της σ’ ένα περιορισμένο γεωγραφικό τμήμα ανάμεσα στον Παγασητικό και στον Μαλιακό», αποφάσισα να παρουσιάσω πιο συστηματικά την πορεία και χρήση των λέξεων Γραικός, Έλληνας, Ρωμιός μέσα στον χρόνο.
Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη (Μετεωρ. 1.352a-b) Γραικοί ονομάζονταν παλαιότατα οι Έλληνες που κατοικούσαν στη Δωδώνη και στον Αχελώο. Πριν από τον Αριστοτέλη δεν μαρτυρείται το Γραικός ως ονομασία των Ελλήνων· όμως, ο Ησίοδος αναφέρει έναν επώνυμο ήρωα Γραικόν, γιο του Δία και της Πανδώρας (απ. 5 M.-W.). Σύμφωνα με τον Στέφανο Βυζάντιο ο Γραικός ήταν γιος του Θεσσαλού (ως κύριο όνομα απαντούσε και Γραίκος).
Ο Έλλην (σύμφωνα με την πιο διαδομένη εκδοχή) ήταν γιος του Δευκαλίωνα και της Πύρρας, αδελφός του Αμφικτίωνα· γιοι του Έλληνα ήταν ο Αίολος, ο Δώρος, ο Ξούθος, ενώ εγγονοί του ο Αχαιός και ο Ίων. Αυτή η γενεαλογία καταδεικνύει τη συγγένεια των ελληνικών φυλών (Αιολέων, Δωριέων, Αχαιών και Ιώνων) και την αμφικτιονική σύνδεσή τους. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή ο Έλλην ήταν γιος του Δία και της Πύρρας· λόγω καταγωγής από τον Δία οι απόγονοι τού Έλληνα αποτελούσαν ένα ευγενές έθνος. Σύμφωνα με μία τρίτη εκδοχή ο Έλλην ήταν γιος του Προμηθέα.
Έλληνες ονομάστηκαν αρχικά οι κάτοικοι ενός τμήματος του βασιλείου του Αχιλλέα, στην περιοχή της Φθιώτιδας· μόνον αυτούς ο Όμηρος ονομάζει έτσι (Ιλ. Β 683-4), ενώ για τους υπόλοιπους Έλληνες ο ποιητής χρησιμοποιεί τα ονόματα Αχαιοί, Παναχαιοί, Δαναοί, Αργείοι και Πανέλληνες (Β 530). Πρώτος ο ιστορικός Θουκυδίδης (1.3.2) αντιλήφθηκε ότι η εξάπλωση του ονόματος προήλθε από την υπερίσχυση των Ελλήνων της Φθιώτιδας στην Κεντρική Ελλάδα: «Από την εποχή όμως που ο Έλληνας και οι γιοι του απόκτησαν δύναμη στη Φθιώτιδα, και οι άλλες πόλεις άρχισαν να τους ζητούν βοήθεια, όλο και πιο πολύ εξ αιτίας αυτής της επικοινωνίας λέγονταν πια Έλληνες μεταξύ τους· πέρασε ωστόσο πολύς καιρός ώσπου τ’ όνομα να επικρατήσει γενικά». Για πρώτη φορά σε μια επιγραφή του 586 π.Χ. εμφανίζεται τ’ όνομα Έλληνες για να χαρακτηρίσει όλους τους κατοίκους του νότιου Ολύμπου (βλ. Παυσ. 10.7.4-6). Από την άλλη όμως, ο Ησίοδος στα Έργα του (στ. 653) χρησιμοποιεί τη λέξη Ελλάς ήδη με τη σημερινή σημασία.
 Δεν θα παραλείψω κάποιους ωραίους θρύλους που έπλασαν οι Νεοέλληνες για τον «Έλληνα» και την «Ελλήνισσα», δηλ. τον ήρωα και την ηρωίδα που αποτελούσαν προσωποποίηση του αρχαίου ελληνικού λαού· ήταν τόσο πελώριοι και δυνατοί ώστε το μνήμα του πρώτου στην ασιατική ακτή του Βοσπόρου είχε «πέντε μέτρα μάκρος και δυόμισι πλάτος», ενώ η Ελλήνισσα της αρχαίας Μεσσήνης «εβαστούσε απάνου εις το κεφάλι της και ένεθε και τη ρόκα της» έναν μονόλιθο μήκους έξι μέτρων, τον οποίο «έφερνε από μακριά». Αυτός ο ογκόλιθος δεν είναι άλλος από τη σωζόμενη δεξιά παραστάδα της αρκαδικής πύλης των τειχών της αρχαίας Μεσσήνης (βλ. Ν. Πολίτη, Παραδόσεις τ. Α΄ αρ. 101, 106).
Με την εμφάνιση του χριστιανισμού και ιδίως από τότε που ο Άγιος Αθανάσιος έγραψε τον λόγο του κατά των Ελλήνων, τ’ όνομα αναθεματιζόταν από τους άμβωνες και χλευαζόταν σ’ εκκλησιαστικά συγγράμματα ως συνώνυμο του ‘ειδωλολάτρη’ ή ‘αιρετικού’. Κανείς από τους εκχριστιανισθέντες Έλληνες δεν τολμούσε ν’ αποκληθεί έτσι, με αποτέλεσμα να επανέλθουν τα παλαιά και λησμονημένα ονόματα· οι κάτοικοι της κυρίως Ελλάδας ονομάζονταν Ελλαδικοί (το επίθετο απαντά ήδη στον Ξενοφάνη τον 6ο αι. π.Χ.). Αλλά την πιο μεγάλη διάδοση έλαβε τότε το Γραικός· σ’ αυτό συνετέλεσαν και οι Ιταλοί καθώς αποκαλούσαν τους Έλληνες Graeci είτε από τους Γραικούς της Ηπείρου είτε από την περιοχή της Γραίας (σημερινή Τανάγρα και Ωρωπός), οι οποίοι μαζί με Κυμαίους και Χαλκιδείς από την Εύβοια αποίκισαν την Κύμη της Ν. Ιταλίας. Από το λατινικό Graeci προέκυψαν όλα τα δυτικοευρωπαϊκά Greek, Grec, Grieche, κ.λπ. Η προέλευση του βυζαντινού κράτους από τα σπλάχνα του ρωμαϊκού είχε ως αποτέλεσμα οι υπήκοοι του Βυζαντίου να προσαγορευθούν Ρωμαίοι (ή μετέπειτα Ρωμιοί).
Από τον 11ο αι. και εξής επανήλθε η χρήση τού Έλληνες, αφού λησμονήθηκε η αρνητική σημασία που του είχε προσδώσει η χριστιανική εκκλησία. Η άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους (1204) έκανε μισητό τ’ όνομα των Ρωμαίων και πολύ αγαπητό το Έλλην, καθώς μάλιστα αντιδιαστελλόταν προς οποιονδήποτε βάρβαρο (όπως γινόταν στην κλασική εποχή μετά τους περσικούς πολέμους). Όταν το γένος υποδουλώθηκε στους Τούρκους, τότε η εκκλησία έκρινε συμφέρουσα την ονομασία Ρωμαίοι και ο σουλτάνος αναγνώρισε τον πατριάρχη ως πατριάρχη των Ρωμαίων, δηλ. όλων των ορθόδοξων πληθυσμών της αλλοτινής βυζαντινής αυτοκρατορίας. Όσες φορές παρουσιαζόταν η ανάγκη να διακριθούν οι Έλληνες ορθόδοξοι από τους καθολικούς οπαδούς του πάπα, η Εκκλησία χρησιμοποιούσε τ’ όνομα Γραικός (= Έλληνας ορθόδοξος χριστιανός). Έτσι δεν είναι διόλου τυχαία η επιλογή Γραικός στην περήφανη απάντηση του Αθανάσιου Διάκου προς τους Τούρκους πριν από το μαρτύριό του, όταν του πρότειναν να προσκυνήσει και να συνεργαστεί μαζί τους. Με τη φράση «εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θε να πεθάνω» ο Διάκος δηλώνει κατηγορηματικά ότι γεννήθηκε και θέλει να παραμείνει Ελληνορθόδοξος και ότι δεν πρόκειται ν’ αλλαξοπιστήσει για να σώσει τη ζωή του. Ας αναφέρω ότι ο Κοραής και οι προεπαναστατικοί (Ρήγας, Χριστόπουλος, κ.ά.) μιλούσαν για το «γένος των Γραικών». Παρ’ όλ’ αυτά στα δημοτικά τραγούδια από τον 16ο αι. και μετά, ήταν προτιμότερο το Έλλην που υιοθέτησαν οι αγωνιστές της Επανάστασης και τελικά επικράτησε επισήμως μετά την απελευθέρωση. Υπενθυμίζω τον γνωστό στίχο από το τραγούδι του Μακρυγιάννη «Ο Ήλιος εβασίλεψε, Έλληνά μου, …», σχολιάζοντας ότι ο στρατηγός δεν επιλέγει να πει “Γραικέ μου”!
Σύμφωνα με τον κ. Μαρωνίτη «υπερβάλλει μάλλον ο Ελύτης όταν αποφαίνεται στο Άξιον Εστί: τη γλώσσα μού έδωσαν ελληνική· / το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου». Δεν ξέρω τι άλλο θα μπορούσε να πει ο Ελύτης ως νεοέλληνας ποιητής: «Τη γλώσσα μού έδωσαν γραικική»; Κάτι τέτοιο θα ήταν κουφό. Ή «Τη διάλεκτο μού έδωσαν αιολική»; Μα όταν γεννήθηκε και μεγάλωσε ο ποιητής δεν υπήρχαν πλέον οι αρχαίες διάλεκτοι. Εκτός αυτών, η επίμαχη φράση του Ελύτη εναρμονίζεται τόσο όμορφα με τον στίχο 1254 από τον Αγαμέμνονα του Αισχύλου (ομιλεί η Κασσάνδρα) «και μην άγαν γ’ Έλλην’ επίσταμαι φάτιν» (μτφρ. «ειλικρινά, κατέχω πολύ καλά την ελληνική γλώσσα»). Ας υπενθυμίσω ακόμη ότι στους κλασικούς Πίνδαρο, Ηρόδοτο, Πλάτωνα, κ.ά. εμφανίζονται κατά κόρον οι λέξεις Έλλην, ελληνικός για όσους είχαν κοινή ελληνική καταγωγή, γλώσσα, θρησκεία κι έθιμα.
Συμφωνώ με την άποψη του ανωτέρω επιφυλλιδογράφου ότι «η γλώσσα μας καθ’ οδόν συνεχώς εξελισσόμενη, υπήρξε και παραμένει πολυώνυμη, ίσως γιατί ο ενικός αριθμός της φαίνεται στενός κορσές». Επίσης, δίκαια ειρωνεύεται την απόλυτη ρήση: «Μόνον όσοι γνωρίζουν Αρχαία Ελληνικά μπορούν να χρησιμοποιούν σωστά την Νεοελληνική Δημοτική»! Αλλά το ειρωνικό του σχόλιο «Όπερ εδει βήξαι», θα ήταν πιο σωστό: «εφ’ ωιπερ έδει βήξαι».
Τέλος, όλ’ αυτά γράφονται για να μη νιώθει ο διαπρεπής ομηριστής μας μοναξιά…
 Δρ. Αλεξάνδρα Ροζοκόκη
Διευθύνουσα του Κέντρου Ερεύνης
της Ελληνικής και Λατινικής Γραμματείας
στην Ακαδημία Αθηνών
ΑΡΓΟΛΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Τρίτη 23 Ιουλίου 2013

Η ΓΛΩΣΣΑ ΜΑΣ ... Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ

«Η Ελληνική φυλή γεννήθηκε ευνοημένη με μία γλώσσα εύηχη, γεμάτη μουσικότητα». 
Οράτιος

Η Αγγλική γλώσσα έχει 490.000 λέξεις από τις οποίες 41.615 λέξεις. είναι από την Ελληνική γλώσσα.. (βιβλίο Γκίνες)
Η Ελληνική με την μαθηματική δομή της είναι η γλώσσα της πληροφορικής και της νέας γενιάς των εξελιγμένων υπολογιστών, διότι μόνο σ’ αυτήν δεν υπάρχουν όρια. (Μπιλ Γκέιτς, Microsoft)
Η Ελληνική και η Κινέζικη. είναι οι μόνες γλώσσες με συνεχή ζώσα παρουσία από τους ίδιους λαούς και ...στον ίδιο χώρο εδώ και 4.000 έτη. Όλες οι γλώσσες θεωρούνται κρυφοελληνικές, με πλούσια δάνεια από τη μητέρα των γλωσσών, την Ελληνική. (Francisco Adrados, γλωσσολόγος).
Η Ελληνική γλώσσα έχει λέξεις για έννοιες οι οποίες παραμένουν χωρίς απόδοση στις υπόλοιπες γλώσσες, όπως άμιλλα, θαλπωρή και φιλότιμο. Μόνον η Ελληνική γλώσσα ξεχωρίζει τη.. ζωή από το βίο, την...αγάπη από τον έρωτα.

Μόνον αυτή διαχωρίζει, διατηρώντας το ίδιο ριζικό θέμα, το ατύχημα από το δυστύχημα, το συμφέρον από το ενδιαφέρον. Το εκπληκτικό είναι ότι η ίδια η Ελληνική γλώσσα μας διδάσκει συνεχώς πώς να γράφουμε σωστά.
Μέσω της ετυμολογίας, μπορούμε να καταλάβουμε ποιός είναι ο σωστός τρόπος γραφής ακόμα και λέξεων που ποτέ δεν έχουμε δει ή γράψει.
Το «πιρούνι» για παράδειγμα, για κάποιον που έχει βασικές γνώσεις Αρχαίων Ελληνικών, είναι προφανές ότι γράφεται με «ει» και όχι με «ι» όπως πολύ άστοχα το γράφουμε σήμερα. Ο λόγος είναι πολύ απλός, το «πιρούνι» προέρχεται από το ρήμα «πείρω» που σημαίνει τρυπώ-διαπερνώ, ακριβώς επειδή τρυπάμε με αυτό το φαγητό για να το πιάσουμε.

Σάββατο 25 Μαΐου 2013

Ετυμολογικά τής κρίσεως.


γράφει ο  Γεώργιος Μπαμπινιώτης,
Επειδή το τού Αντισθένους «αρχή επιστήμης η των ονομάτων επίσκεψις» είναι πάντοτε χρήσιμο, θα επιχειρήσουμε μια αναγωγή στην προέλευση των λέξεων που χρησιμοποιούμε αυτόν τον καιρό για την οικονομική κρίση. Εν πρώτοις η ίδια η λέξη κρίση (< κρίνω) έφυγε από μάς ως «νοητική διεργασία που καταλήγει σε εκτιμήσεις, σκέψεις και αποφάσεις» αλλά και ως «κακή κατάσταση για νόσους» (κρίσιμη) και μάς γύρισε πίσω ως «κακή έκβαση στα οικονομικά», μέσω των γαλλ. crise και αγγλ. crisis, ευτυχώς όχι ως δάνειο, αλλά ως «αντιδάνειο» !
Το δάνειο, ο οικονομικός μας εφιάλτης, ανάγεται στο ρήμα δίδω (αρχ. δίδωμι), ξεκινώντας από τη λέξη δάνος (το), μια λέξη που –κατά τραγική ειρωνεία– σήμαινε «το δώρο» ! Άμποτε το δάνειό μας να ήταν δώρο των Ευρωπαίων εταίρων μας με πιο ανθρώπινους όρους, αντίδωρον ανθ’ ων έλαβον… Μακάρι να είχαν πραγματικά «ευρείς ώπας», ώστε να μπορούν να δουν ότι ως Ευρ-ώπη άλλη στάση θα έπρεπε να τηρούν στους «πρωτοτυπικά» Ευρωπαίους.

Τρίτη 11 Σεπτεμβρίου 2012

ΗΛΙΘΙΟΣ - ΗΜΕΡΑ (ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ )

Ηλίθιος είναι αυτός που τον χαρακτηρίζει η έλλειψη εξυπνάδας, ο ανόητος, αλλά ηλίθιο είναι και αυτό που προέρχεται από κάποιον που μπορεί να χαρακτηριστεί έτσι. Επίσης ηλίθιος αποκαλείται στην ψυχιατρική ο ασθενής που το διακρίνει μειωμένη διανοητική ικανότητα.

Η λέξη απαντάται στα πρώιμα ελληνικά κείμενα (6
ος π.Χ. αιώνας) και έχει αρχική σημασία μάταιος, άσκοπος, ανωφελής. Αργότερα αποκτά επί προσώπων τη σημασία του αναίσθητου, του ανόητου, του μωρού. Πιστεύεται πως προέρχεται από το αρχαίο επίθετο λεός (πεπλανημένος, άφρων, μωρός). Ο Μπαμπινιώτης εικάζει σχέση με το θέμα της λέξης αλήτης (από το ρήμα λμαι, δηλαδή περιπλανώμαι).

Η λέξη
ηλίθιος συγγενεύει με τις λέξεις ηλιθιότητα, ηλιθιώδης, πανηλίθιος, το επίρρημα ηλιθιωδώς.  Χαρακτηριστική είναι η χρήση στις φράσεις «το άκρον άωτον της ηλιθιότητας» και«μνημειώδης ηλιθιότητα» (ειρωνικά). 

========================================

Η ημέρα (ή απλούστερα μέρα) είναι ο χρόνος που χρειάζεται η Γη για να περιστραφεί γύρω από τον εαυτό της, κάτι παραπάνω από 24 ώρες. Ακόμα δηλώνει το διάστημα που μας φωτίζει ο Ήλιος, το αντίθετο της νύχτας.

Ετυμολογείται από την Ινδοευρωπαϊκή ρίζα  *
amer- ή *amor=ημέρα, που συνδέεται με το Αρμενικό awr.
Στον Όμηρο απαντάται η γνωστή φράση νόστιμον μαρ (δηλαδή η γλυκιά ημέρα της επιστρ ο φής), όπου νόστος = επιστροφή και ἦ μαρ (τοῦ ματος) = η ημέρα- δωρικός τύπος μαρ, τοῦ ἄματος, με ψιλή, σε αντίθεση με τον ιωνικό – αττικό τύπο που δασύνεται. Σημειώνουμε ότι η έκφραση αυτή μας έδωσε και τη λέξη νόστιμος με την σημερινή σημασία.
Εκτός από το ἦμα, στον Όμηρο (Οδύσσεια ξ, 93) βρίσκουμε επίσης τη λέξη ημέρα, με τη σύγχρονη σημασία «ὅσσαι γὰρ νύκτες τε καὶ ἡμέραι ἐκ Διός εἰσιν» ὶκάθε μέρα καὶνυχτιὰποὺμᾶς χαρίζει ὁ Δίας- μετάφραση Ἀργύρη Ἐφταλιώτη).
Αξιοσημείωτο είναι πως στην Αγγλική οι σχετικές παράγωγες και σύνθετες λέξεις προέρχονται από την λέξη day. Υπάρχουν όμως και ελληνογενείς λέξεις, όπως ephemera που αρχικά είχε ιατρική σημασία (πυρετός μιας ημέρας, 14ος αιώνας), αλλά αργότερα επεκτάθηκε και στα πλάσματα της μιας ημέρας (άνθη και πεταλούδες, 17ος αιώνας).
Στη νέα ελληνική συναντάμε πλήθος σύνθετα και παράγωγα ημερομίσθιο, ημερόβιος, ημεροδείκτης, μεροκάματο, μεροδούλι, ημεραλωπία (αρρώστια), ημερονύκτιο, μερόνυκτο, ημεροσκόπος, ημερολόγιο και ημερολογιακός, ημερομηνία, το τοπωνύμιο Ημεροβίγλι και άλλα.

Ακόμη, πολλές είναι οι σχετικές με τη μέρα εκφράσεις: κι αύριο μέρα είναι, κάνω τη νύχτα μέρα, καλή σου μέρα, καλημέρα, βλέπω το φως της μέρας, η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται, χρονιάρες μέρες, αυγά ημέρας, έργα και ημέρες, μέρα μεσημέρι και πολλές ακόμα. 


ασπρη λέξη


Δευτέρα 10 Σεπτεμβρίου 2012

ΔΗΜΗΤΡΑ ( ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ)




Η Δήμητρα, κόρη του Κρόνου και της Ρέας, αδελφή του Δία, της Ήραςκαι άλλων  θεών του Ολύμπου, ήταν θεά της γεωργίας και του αγροτικού βίου, των καλλιεργειών. Σύμβολό της ήταν το στάχυ.

Παλαιότερα ετυμολογούσαν τη λέξη ως παλιότερο τύπο του  «γη+μήτηρ» (Λίντελ Σκοτ), όπου  το δα αποτελεί δωρικό τύπο του γη, η άποψη όμως αυτή παρουσιάζει αρκετά προβλήματα γλωσσολογικά και φωνολογικά.  Αν η ερμηνεία αυτή είναι σωστή, τότε εξηγείται καλύτερα η καταγωγή της θεάς Δήμητρας από τη λατρεία μιας χθόνιας θηλυκής θεότητας, μιας Μητέρας-Γης. Αυτή η εκδοχή ενισχύεται από τις πινακίδες της Γραμμικής Β΄με τον τύπο e-ne-si-da-o-ne που σημαίνει αυτόν που σείει τη γη (δηλαδή ο Ποσειδώνας).