Σελίδες


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΑ /. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΑ /. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 23 Μαρτίου 2013

21 ΤΟΥ ΜΑΡΤΗ ΗΤΑΝ Η Παγκόσμια Ημέρα Μητρικής Γλώσσας. Ελληνικά: η μητρική γλώσσα του δυτικού πολιτισμού


Πηγή υπερηφάνειας!

«Στην Ελληνική υπάρχει ένας ίλιγγος λέξεων, διότι μόνο αυτή εξερεύνησε, κατέγραψε και ανέλυσε τις ενδότατες διαδικασίες της ομιλίας και της γλώσσης, όσο καμία άλλη γλώσσα». Ζακ Λακαρριέρ, Γάλλος συγγραφέας.

Mε αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Μητρικής Γλώσσας, αλλά και της συνολικότερης συστηματικής προσπάθειας ανάδειξης των αξιών, των ιδεών, των ιερών, δηλαδή του πλούτου της χώρας μας (η οποία θα πρέπει τελικά να μας κάνει αυτόφωτους και ανεξάρτητους από εξωγενείς παράγοντες/δυνάμεις), παρουσιάζουμε σύντομη έρευνα γύρω από ένα από τα πολυτιμότερα περιουσιακά μας στοιχεία: την ελληνικήν
Ελληνική: η βάση των κύριων γλωσσών του δυτικού πολιτισμού. Και επίσημη “αγαπημένη” της Επιστήμης, των Τεχνών και της Φιλοσοφίας. Από τις πληρέστες, συνθετότερες, ευρυματικότατες γλώσσες που δημιούργησε ο άνθρωπος.

Αλήθεια, από πόσους ομιλείται η ελληνικήν; Ισως δεν είναι σε όλους αντιληπτό, κι όμως, ένα μεγάλο τμήμα του παγκόσμιου πληθυσμού χρησιμοποιεί καθημερινά την ελληνική γλώσσα, τις περισσότερες φορές, εν αγνοία του. Σ’ αυτή τη παρατήρηση έγκειται το στοιχείο της παγκοσμιότητας των ελληνικών.

Ποια είναι ωστόσο η έκταση του φαινομένου αυτού και κατά πόσο μπορεί αυτό να μελετηθεί και να καταγραφεί; Το GoodNews έκανε μια προσπάθεια και σας την παρουσιάζει.

Η επιρροή της ελληνικής γλώσσας στην αγγλική

Οι γλώσσες θεωρούνται “ζωντανοί οργανισμοί”. Άλλες επιβιώνουν (π.χ. η ελληνική) ενώ άλλες εκλείπουν (π.χ. η αβεστική -ινδοϊρανική γλώσσα που ομιλούνταν στην βορειοανατολική Περσία). Η μια δίνει-δανείζει, ενώ παράλληλα, παίρνει-δανείζεται στοιχεία από την άλλη. Φυσικά, και η ελληνική έχει επηρεαστεί από άλλες γλώσσες. Αλλά όπως όλα αποδεικνύουν, ο βαθμός στον οποίο έχει επηρεάσει τη γλώσσα πολλών άλλων λαών, είναι κατά πάρα πολύ μεγαλύτερος. Κυρίως, επειδή οι περισσότερες γλώσσες που ομιλούνται στον δυτικό κόσμο είναι μεταγενέστερες της ελληνικής και εν πολλοίς, έχουν καθοριστεί, βασιστεί στην ελληνική. Στην αρχαία ελληνική.

«Οι ελληνικές λέξεις, οι λέξεις με ελληνική ρίζα και οι σύνθετες λέξεις που προέρχονται από ελληνικές στην αγγλική γλώσσα είναι γύρω στις 230.000! Θέλω να σας πω βέβαια, ότι πολλά λεξικά σταματούν στη λατινική προέλευση μιας λέξης. Όσο πιο σοβαρό και εμπεριστατωμένο όμως είναι το λεξικό, τόσο πιο πολλές είναι οι λέξεις των οποίων αναφέρει την αρχική, την ελληνική προέλευση  -πηγαίνοντας πιο πίσω από τη λατινική. Σε λεξικά όπως αυτό της Οξφόρδης, οι ελληνικές λέξεις που καταγράφονται είναι περισσότερες από 40.000. Αυτό μας δείχνει ότι 1 στις 4 λέξεις που χρησιμοποιεί ο αγγλόφωνος είναι ελληνική».

Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2013

Πίσω στις "πρώτες έννοιες" των λέξεων


  του Γεώργιου Μπαμπινιώτη
Από τις μικρές πνευματικές χαρές που βιώνει κάθε άνθρωπος είναι να ανακαλύπτει μόνος του, ξαφνικά, με κάποια ευκαιρία σκέψης ή επικοινωνίας την αρχική και συγχρόνως βασική σημασία μιας λέξης που χρησιμοποιεί. Να ανακαλύπτει, έτσι σαν έκλαμψη, την «πρώτη έννοια» μιας λέξης, την πρωταρχική σημασία της, δοκιμάζοντας τη χαρά τής έκπληξης από αυτή την ανακάλυψη. Πρόκειται για λέξεις που χρησιμοποιεί κανείς καθημερινώς χωρίς να έχει συνείδηση της πρώτης σημασίας τους.

H ελληνική γλώσσα προσφέρεται για τέτοιες λεκτικές ανιχνεύσεις και τις συνακόλουθες «λεκτικές απολαύσεις», γιατί η συνέχεια στη χρήση των λέξεων, είτε ως επιβίωσή τους από την αρχαία είτε ως αναβίωσή τους στους νεότερους χρόνους, επιτρέπει εύκολα τέτοιες αναγωγές στις πρώτες έννοιες των λέξεων ακόμη και στον μη ειδικό. H «ετυμολογική διαφάνεια» των σύνθετων λέξεων, των οποίων τα συνθετικά μέρη είναι γενικώς οικεία στον ομιλητή τής γλώσσας μας, διευρύνουν τον κύκλο τέτοιων ετυμολογικών ανιχνεύσεων και τη δυνατότητα εύκολης αναγωγής στην πρώτη έννοια. Σε τέτοιες αναγωγές κύριο ρόλο παίζουν οι «μαγικές λέξεις» τής Ελληνικής, αυτές που ξέρουμε από τη γραμματική ως προθέσεις. Είναι τα λεξίδια τής γλώσσας μας, πολύ παλιά, που «προ-τίθενται», που χρησιμοποιούνται μπροστά από άλλες λέξεις, τροποποιώντας την αρχική σημασία τους και δημιουργώντας νέες λέξεις. H αρχική σημασία τέτοιων σύνθετων λέξεων

Τρίτη 12 Απριλίου 2011

ΠΩΣ ΜΕΡΙΚΑ ΚΥΡΙΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΕΓΙΝΑΝ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ ΣΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΜΑΣ ΖΩΗ


Από τo κύριo όvoμα στo oυσιαστικό
Οι λέξεις τoυ λεξιλoγίoυ μας πoυ έχoυv τηv αφετηρία τoυς σε κύρια ovόματα, ovόματα πρoσώπωv ή λαώv ή γεωγραφικά ovόματα (πόλεωv, πoταμώv, κτλ.) είvαι πoλύ περισσότερες απ' όσες θα υπέθετε καvείς. Γιατί πρoέλευση από κάπoιo κύριo όvoμα δεv βρίσκoυμε μόvo στηv oρoλoγία τωv φυσικώv επιστημώv με τα βατ, τα βoλτ, τα αμπέρ και τα διάφoρα φαιvόμεvα Ντόπλερ, όπου η ορολογία είvαι κατά μέγα μέρoς βασισμέvη στα ovόματα τωv διαφόρωv εφευρετώv, oύτε μόvov στoυς πoλυπoίκιλoυς -ισμoύς. Πoλλές ακόμα είvαι oι λέξεις πoυ έλκoυv τηv καταγωγή από κάπoιov άvθρωπo ή κάπoιov τόπo, μόvo πoυ αυτό δεv φαίvεται με πρώτη ματιά.
Η oρoλoγία τoυ φαγητoύ και τoυ vτυσίματoς έχει πάρα πoλλά δείγματα vα δώσει. Ας δoύμε μερικά από τov τελευταίo τoμέα: η μoυσελίvα δεv είvαι παρά έvα κεvτημέvo ύφασμα πoυ ερχόταv (τov καιρό τoυ Μάρκo Πόλo) από τηv εξωτική Μoσoύλη. Τα παvτελόvια ετυμoλoγoύvται από τov Παvταλεόvε, έvαv κωμικό ήρωα της βεvετικής Κoμμέvτια vτελ 'Αρτε πoυ τα φoρoύσε. Η ζακέτα πρoέρχεται από τo κύριo όvoμα Ζακ, παρατσoύκλι περιφρovητικό πoυ δίvαv στo Μεσαίωvα στoυς χωριάτες.

Δευτέρα 28 Μαρτίου 2011

ΓΙΑΤΙ ΛΕΜΕ" Xάσαμε τ’ αυγά και τα καλάθια-

Η φράση είναι πασίγνωστη. Χάσαμε τ’ αυγά και τα καλάθια. Τη λέμε για κάποιον που έπαθε ολοκληρωτική καταστροφή ή για κάποιον που τα έχει χάσει και έχει πελαγώσει. Χρησιμοποιείται συχνά, τόσο στην καθημερινή ομιλία όσο και στον δημοσιογραφικό λόγο. Για παράδειγμα, πριν από μερικές εβδομάδες στο Βήμα ο Αντώνης Καρακούσης έβαλε τίτλο του άρθρου του «Χάνοντας τ’ αυγά και τα καλάθια» και μέσα στο άρθρο υποστήριξε ότι η κυβέρνηση έχει χάσει τ’ αυγά και τα καλάθια.

Τη φράση τη θυμήθηκα, διότι στο λήμμα αναφερόταν ένας ιστότοπος με μια εντελώς αστήριχτη εξήγηση για την προέλευση της φράσης. Το κακό είναι ότι η εξήγηση αυτή, που προέρχεται από το βιβλίο «Λέξεις και φράσεις παροιμιώδεις» του Τάκη Νατσούλη, έχει αναδημοσιευτεί και αλλού, ακόμα και στην εφημερίδα «Τα Νέα» (και μάλιστα δυο φορές τα τελευταία χρόνια: 12.3.2003 και 18.3.2004). Και όσο αναδημοσιεύεται μια πατάτα, τόσο ριζώνει. (Για να μην παρεξηγηθώ: ο Νατσούλης έχει μαζέψει πολύ υλικό στο βιβλίο του· δυστυχώς, η έλλειψη συστήματος, η τσαπατσουλιά στην παράθεση των πηγών και η τάση του να προσπαθεί να βρει ζορ ζορνά μια ιστορική εξήγηση για κάθε φράση, μειώνουν την αξία του έργου του).

Αλλά ποια είναι επιτέλους η περίφημη εξήγηση του Νατσούλη; Διαβάστε, από το δημοσίευμα των Νέων:

Για κάποιον που τρομάζει ή σαστίζει εύκολα, συνήθως λέμε «έχασε τ’ αυγά και τα καλάθια». Η φράση αυτή έμεινε στις νεώτερες γενιές από το 1688, όταν την Αθήνα είχε καταλάβει ο Μοροζίνης με τα στρατεύματά του. Την εποχή εκείνη είχε πέσει πανώλη και τα κρούσματα ήταν χιλιάδες. Οι στρατιώτες του Μοροζίνη είχαν αρχίσει να αποδεκατίζονται. Τα χωράφια γύρω από την Αθήνα είχαν μετατραπεί σε νεκροταφεία. Τότε, πολλοί Αθηναίοι για να σωθούν πήραν τις οικογένειές τους και τράβηξαν για τα νησιά. Ανάμεσα σ’ εκείνους ήταν και ο Ιωάννης Ντερζίνης ή Ντερτσίνης, που έκανε εμπόριο αυγών. Για να μην αφήσει το εμπόρευμά του να χαλάσει, αποφάσισε να το πάρει μαζί του, με την ελπίδα να το πουλήσει. Όμως, στον δρόμο τούς επιτέθηκαν Αλγερινοί κουρσάροι και τους έπιασαν. Οι νέοι κρατήθηκαν αιχμάλωτοι, ενώ τον Ντερτσίνη, που ήταν ηλικιωμένος και άρρωστος, τον άφησαν ελεύθερο. Έτσι, αναγκάστηκε να γυρίσει πίσω στην Αθήνα. Και όπως γράφει χαρακτηριστικά ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Τάκης Νατσούλης στο βιβλίο του «Λέξεις και Φράσεις Παροιμιώδεις» (Εκδόσεις Σμυρνιωτάκης), αρκετοί τον επισκέπτονταν για να μάθουν για την τύχη των συγγενών τους που είχαν πιαστεί αιχμάλωτοι από τους Αλγερινούς. Σε μια Αθηναία που έχασε τον άντρα της και έκλαιγε σπαρακτικά, ο Ντερτσίνης τής είπε: «Η αφεντιά σου κλαις για τον άντρα σου. Αμ, τι να πω κι εγώ ο κακομοίρης που έχασα τ’ αυγά και τα καλάθια»; Η φράση του αυγουλά έμεινε μέχρι τις μέρες μας, με διαφορετική όμως σημασία.

Τώρα, εγώ κάπου έχω ξαναγράψει ότι όταν βλέπω μια παροιμιακή φράση να εξηγείται με αναφορά σε ιστορικό πρόσωπο, κουμπώνομαι. Η πείρα μου λέει ότι το 90% των εξηγήσεων που παραπέμπουν σε ένα ιστορικό γεγονός, πρόσωπο κτλ. είναι κατασκευασμένες εκ των υστέρων. Όμως, το κακό είναι ότι αυτές οι ευφάνταστες εξηγήσεις είναι πολλές φορές τρομαχτικά δύσκολο ν’ ανασκευαστούν -είναι αυτό που λέω για τον παλαβό που πετάει άσκεφτα την πέτρα στο πηγάδι και πρέπει σαράντα γνωστικοί να πολεμήσουν να τη βγάλουν. Πώς να αποδείξεις ότι ένα γεγονός δεν συνέβη;

Όμως ο θεός αγαπάει και τον νοικοκύρη. Διότι η φράση αυτή, επειδή έχει σαν βασική της λέξη το «αυγό», βρίσκεται στο δημοσιευμένο τμήμα των Παροιμιών του Πολίτη (από το Α ως την αρχή του Ε, ενώ τα υπόλοιπα μένουν να τα τρώει το σαράκι σε κάποιαν αποθήκη, προς δόξαν του ελληνικού κράτους που δεν μπορεί να διαθέσει ένα μικρό κλάσμα απ’ όσα τσέπωσαν οι βαλτοπεδινοί για να τυπωθεί ένα πραγματικά εθνικό έργο!). Και ανατρέχοντας στον Πολίτη, δεν βρίσκω μεν τίποτε για τον Μοροζίνι, τον Ντερζίνη και λοιπούς αγρίους, βρίσκω όμως ότι την παροιμιώδη αυτή φράση την έχει καταγράψει ο Βάρνερ στη συλλογή του. Ποιος Βάρνερ; Ο Λέβινους Βάρνερ, ένας ανατολιστής που έζησε πολλά χρόνια στην Κωνσταντινούπολη ως εκπρόσωπος της ολλανδικής κυβέρνησης και έγραψε της παναγιάς τα μάτια, μεταξύ των οποίων ελληνικό ενδιαφέρον έχει η συλλογή παροιμιών τις οποίες συγκέντρωσε, και που διασώζουν μάλιστα τη λαλούμενη μορφή της γλώσσας μας, διότι ο Βάρνερ δεν ήταν λογιότατος να εξαρχαΐζει τις παροιμίες, τις κατέγραφε όπως τις άκουγε· ενώ ο ιερομόναχος Παρθένιος Κατζιούλης, που επίσης καταγράφει την παροιμία (λίγο αργότερα) θεωρεί καλό να της αλλάξει τα φώτα: Απίεσαν ωά και κάλαθοι, γράφει.

Ενώ ο Βάρνερ καταγράφει: «Έχασε τα αυγά και το καλάθι». Και την εξηγεί, λατινικά: Notatur totius facultatis ruina. Πρόχειρα καταλαβαίνουμε ότι η παροιμία σημαίνει ότι κάποιος καταστράφηκε ολοσχερώς. Όταν έρθει ο λατινιστής υπηρεσίας, ίσως διορθώσει αυτή την πρόχειρη απόδοση.

Το πιο σημαντικό: ο Βάρνερ, τιμημένο να ‘ναι τ’ όνομά του, έφυγε από τον μάταιο τούτο κόσμο το 1665. Πότε έγραψε τη συλλογή του δεν ξέρουμε, διότι δεν την εξέδωσε σε βιβλίο, στα χαρτιά του βρέθηκε, αλλά πάντως όχι αργότερα από το 1665. Άρα, αποκλείεται να ισχύει η ευφάνταστη εξήγηση του Νατσούλη, ότι η φράση γεννήθηκε από ιστορικό γεγονός που έγινε το 1688, διότι ο Βάρνερ ήταν μεν μέγας και τρανός ανατολιστής αλλά προφήτης δεν ήταν! Είπαμε, ο θεός αγαπάει τον νοικοκύρη καμιά φορά.

Οπότε; Και τι θα κάνουμε χωρίς Ντερζίνη; Πώς θα εξηγήσουμε τη φράση; Μα, δεν θέλει και πολλή φιλοσοφία, δεν είναι δα και τόσο σπάνιο συμβάν να πηγαίνει ο αυγουλάς στο παζάρι να πουλήσει την πραμάτεια του και να του τύχει στο δρόμο καταιγίδα ή να τον κλέψουν ενώ κοιμάται ή να πάθει κάτι άλλο και να χάσει και τ’ αυγά και τα καλάθια! Όχι ένας, μα χίλιοι δεκατρείς αυγουλάδες θα ‘χουν πάθει παρόμοιες συμφορές στο παρελθόν. Από εκεί ασφαλώς θα βγήκε η φράση. Κι όμως, πολύς κόσμος νιώθει ανασφάλεια αν δεν έχει προσδιορισμένη, επώνυμη προέλευση. Ενώ τους πετάς έναν Τζερτζίνη στα μούτρα, χωρίς καμιά πηγή, χωρίς καμιά βάση, και το δέχονται ασμένως. Και το αναπαράγουν, και το αναδημοσιεύουν, και το βάζουν και στα «Νέα». Και μάλιστα δυο φορές, για να το εμπεδώσουμε.

Τελειώσαμε; Σχεδόν. Πριν κλείσω, να πω ότι η φράση «έχασε τ’ αυγά και τα καλάθια» πολύ συχνά ακούγεται σε παραλλαγή: «έχασε τ’ αυγά και τα πασχάλια». Κανονικά, αυτή η φράση είναι «λαθεμένη», συμφυρμός της «έχασε τ’ αυγά και τα καλάθια» και της «έχασε τα πασχάλια» που τη λέμε για κάποιον που τα έχει χαμένα, όπως τον παλιό καιρό οι παπάδες που έχαναν τους τυφλοσούρτες τους και δεν ήξεραν πότε πέφτει το Πάσχα. Κι επειδή το Πάσχα είναι δεμένο με τ’ αυγά τα κόκκινα, εύλογο είναι να συμφύρονται οι δυο φράσεις. Και μάλιστα χωρίς να έχει βάλει το χεράκι του κανείς Ντερζίνης ή Τζερμπίνης.

Υ.Γ. Ωστόσο, φαίνεται ότι στη Βόρεια Ελλάδα επικρατεί η «λανθασμένη» μορφή της φράσης, δηλαδή «έχασε τ’ αυγά και τα πασχάλια». Πέρα από την επιβεβαίωση φίλων που διάβασαν το ίδιο σημείωμα στο ιστολόγιο, την έχω επίσης αποδελτιώσει στον εξαιρετικό (και πρόωρα χαμένο) Θεσσαλονικιό συγγραφέα Τόλη Καζαντζή.

ν.σαραντάκος

Παρασκευή 28 Ιανουαρίου 2011

Γ. ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗ-Ετυμολογία: Περιπλάνηση στην ιστορία των λέξεων


Η αναζήτηση τού «ετύμου», τής αληθούς σημασίας τής λέξεως σύμφωνα με την προέλευσή της, η ετυμολογία είναι αυθόρμητη τάση τού ανθρώπου. ΄Ολοι έχουμε την τάση αρκετά συχνά να αναζητούμε, να ανασυνθέτουμε εκ τού προχείρου ή να νομίζουμε προς στιγμήν ότι ανακαλύπτουμε «από πού βγήκε» μια λέξη. Και το απολαμβάνουμε. Ωστόσο, δύο αιώνες ενασχόλησης τής γλωσσικής επιστήμης (ιστορικοσυγκριτικής γλωσσολογίας) με την ετυμολογία των λέξεων έχει δείξει —και το έχει διακηρύξει ρητά ο αείμνηστος Γ. Χατζιδάκις, ο πατέρας τής ελληνικής γλωσσολογίας— ότι δεν υπάρχει δυσκολότερο εγχείρημα από την (επιστημονική) διερεύνηση τής προέλευσης και των περιπετειών στην ιστορική εξέλιξη μιας λέξης. Η απόσταση ανάμεσα στην επιστημονική ετυμολογία και την παρ-ετυμολογία ή τη λαϊκή ετυμολογία είναι χαώδης. Η παρετυμολόγηση τής λέξης πανταλόνι από το «πάντα λειώνει» δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα: τη λέξη πήραμε από την Ιταλική, όπου η λ. pantaloni προήλθε από το όνομα τού Pantalone, ενός ήρωα τής ιταλικής commedia dell' arte (17ος αι.), ο οποίος φορούσε μακριές και φαρδιές περισκελίδες (πανταλόνια). Ούτε η μπριζόλα είναι από το «εν πυρί ζέει όλα»! Είναι από μια βενετσιάνικη λέξη, τη λ. brisola, δάνειο κι αυτή από το γαλλικό bresole που προήλθε από το ιταλ. braciola, από brace «αναμμένο κάρβουνο», κι αυτό από μεταγενέστερο λατινικό brasa, που ίσως έχει γερμανική αρχή (πβ. σουηδικό brasa «φωτιά»).

Πηγή παρετυμολογιών για λέξεις τής Ελληνικής είναι —κάτι που δεν θα περίμενε κανείς— ένα έργο τού Πλάτωνος, ο «Κρατύλος» ή «Περί ονομάτων ορθότητος». Τόσο στο έργο αυτό όσο και στην πληθώρα των ετυμολογιών αρχαίων Γραμματικών και ετυμολογικών λεξικών υπόκειται η άποψη τής «φύσει» (αιτιώδους) σχέσης των λέξεων με τα πράγματα, γεγονός που οδηγούσε στην αναζήτηση τής αρχικής σημασίας (και μορφής) μιας λέξης μέσα από τις ιδιότητες και τα χαρακτηριστικά των πραγμάτων με λογικά άλματα και αχαλίνωτη φαντασία που δεν υπόκειται σε επιστημονικό έλεγχο. Η επιστήμη τής γλωσσολογίας, με πρώτον τον Ferdinand de Saussure (θεωρία περί γλωσσικών σημείων), έδειξε ότι η σχέση σημασίας («σημαινομένου») και μορφής («σημαίνοντος») κάθε λέξης έχει συμβατικό χαρακτήρα και δεν μπορείς από τη μορφή (τον τύπο) τής λέξης να εξηγήσεις και τη σημασία της. Έτσι οι επιστήμονες, αφήνοντας κατά μέρος τις αναπόδεικτες γλωσσολογικές εικοτολογίες (πώς έγιναν οι λέξεις από τους πρώτους ανθρώπους...), στηρίχθηκαν στο ίδιο το γλωσσικό υλικό είτε μιας συγκεκριμένης γλώσσας είτε συγγενών γλωσσών, για να αναχθούν στις αρχικές σημασίες και μορφές, δηλ. για να ετυμολογήσουν τις λέξεις. Έτσι λ.χ. η αρχαία και νέα ελληνική λ. μαγνήτης δεν έχει καμία σχέση με τις ιδιότητες ή τα χαρακτηριστικά τού μαγνήτη, αλλά προήλθε από το αρχ. (η) Μαγνήτις λίθος, που ονομάστηκε έτσι από το Μάγνης/ Mάγνητες, ονομασία αρχαίων Ελλήνων Μακεδόνων που εγκαταστάθηκαν (τον 12ο αι. π.Χ.) στη Μαγνησία, η οποία και πήρε το όνομά τους. Με τη σειρά του το μαγνήτης (λίθος) έδωσε στην αρχαία τη λ. μαγνησία, απ' όπου το νεολατ. magnesiα που έδωσε το ξένο (αγγλ., γαλλ.) magnesium, απ' όπου πλάστηκε ως δάνειο (!) στη Νέα Ελληνική το μαγνήσιο, όνομα χημικού στοιχείου. Το μαγνήσιο μάλιστα ως δάνειο από ξένη γλώσσα, που κι αυτή το δανείστηκε προηγουμένως από τα Ελληνικά, αποτελεί αντιδάνειο τής Ελληνικής.

Αυτά μάλιστα τα αντιδάνεια, «λέξεις-αλήτες», που περιπλανώνται μέχρι να ξαναγυρίσουν πίσω στη γλώσσα απ' όπου ξεκίνησαν, έχουν ιδιαίτερο ετυμολογικό ενδιαφέρον. Έτσι λ.χ. το αμπάρι είναι μεν από το τουρκικό ambar, αλλά αυτό προήλθε από το ελλην. εμπόριον. Η γαζία προέρχεται από βενετσιάνικο gazia κι αυτό από ιταλικό cacia, αλλά το ιταλ. προήλθε από το ελλην. ακακία. Το σκίτσο προέρχεται από ιταλ. schizzo που ανάγεται σε λατ. schedium, «αυτοσχέδιο πόνημα» (ουδέτερο τού επιθ. schedius ), το οποίο προήλθε από το αρχ. ελλην. σχέδιος που σήμαινε «προσωρινός και πρόχειρος, αυτοσχέδιος», παράγωγο τής λ. σχεδόν. Ας σημειωθεί ότι σκίτσοου (schizo) στην αγγλική αργκό σημαίνει «σχιζοφρενής, τρελός» και παράγεται από το ελλην. σχιζο- σε λέξεις όπως schizophrenia, schizoid, schizomycete, schizont κ.ά. Αξίζει να παρατηρήσουμε ότι και το σκετς, που πήραμε από το sketch τής Αγγλικής, ανάγεται (μέσω τού ολλανδ. schets ) στο ιταλ. schizzo που, όπως μόλις εξηγήσαμε, προήλθε από το ελλην. σχέδιος. Είναι δηλ. κι αυτό αντιδάνειο. Κι ο καναπές, από το γαλλ. canape (από γαλλ. conope «κάλυμμα κρεβατιού»), ανάγεται στο αρχ. ελλ. κωνωπείον «ανάκλιντρο με κουνουπιέρα» μέσω τού λατ. conopeum. Χαρακτηριστική είναι και η περίπτωση τής λ. ελιξήριο, που πήραμε σε νεότερους χρόνους από τα Γαλλικά (elixir, 14ος αι.) ή τα Αγγλικά (elixir, 14ος αι.), όπου πέρασε μέσω τής νεολατινικής (για χρήσεις που αφορούσαν στην αλχημεία) η αραβική λ. al-iksir. Αυτή όμως δεν είναι παρά το αρχ. ελλ. ξηρίον (<ξηρός) «ειδική σκόνη για την επούλωση τραυμάτων και την επίσχεση τής αιμορραγίας» μαζί με το αραβ. άρθρο al «το». Από την ετυμολογία τής λέξης προκύπτει και η ορθογραφία της με -η- (ελιξήριο και όχι ελιξίριο) αφού ανάγεται στο ελλην. ξηρίον/ξηρός.

Ένας χώρος τής ετυμολογικής έρευνας τής ελληνικής γλώσσας αφορά στο πλήθος των νέων, λόγιας προελεύσεως λέξεων, που πλάστηκαν κυρίως τον 19ο αιώνα στο πλαίσιο τού καθαρισμού τής ελληνικής γλώσσας από την πληθώρα των ξένων λέξεων (τουρκικών, βενετσιάνικων κ.λπ.) που είχαν εισαχθεί στη γλώσσα στη διάρκεια τής τουρκοκρατίας. Με το κίνημα τού καθαρμού τής γλώσσας, που κήρυξε ο Αδαμάντιος Κοραής ακολουθούμενος από τους Διδασκάλους τού Γένους, πολλές ξένες λέξεις αντικαταστάθηκαν από ελληνικές: ο κεφίλης έγινε εγγυητής, ο μινίστρος υπουργός, το κουμέρκι τελωνείο, η μπάγκα τράπεζα, το μενζίλι δημοσία οδός και δημοσιά, ο περδές αυλαία, η πόστα ταχυδρομείο, το κοντράτο συμβόλαιο, ο κουγιουμτζής χρυσοχόος, ο κασιέρης ταμίας, η γαζέτα εφημερίδα, το λαγούμι υπόνομος, το πασαπόρτι διαβατήριο, το μαργέλι κράσπεδο, το μεζάτι δημοπρασία κ.λπ.

Μεγάλο ενδιαφέρον έχει η ετυμολογία των κυρίων ονομάτων, προσώπων (ανθρωπωνυμίων), τόπων (τοπωνυμίων) κ.λπ. Το Αγρίνιο λ.χ. είναι αρχαίο τοπωνύμιο από τους Αγραίους, αρχαίο αιτωλικό φύλο (Αγραίοι = αγρευτές, κυνηγοί < άγρα «κυνήγι» ή «αγρότες, άνθρωποι τής γης» < αγρός). Η πόλη, μετά την καταστροφή της το 314 π.Χ., επανεμφανίζεται τον 13ο αι. ως οικισμός με το όνομα Βραχώρι (<Βλαχώρι <Βλαχοχώρι <Βλοχοχώρι «χωριό που οι κάτοικοί του κατάγονταν από τον Βλοχό τής Θεσσαλίας). Το 1835, αφού ιδρύθηκε το Νέο Ελληνικό Κράτος, το Βραχώρι ξαναπήρε την αρχαία ονομασία Αγρίνιο. Τα Βαλκάνια προέρχονται από το τουρκ. balcan που σημαίνει «όρος», όνομα που δόθηκε από τους Τούρκους στο όρος Αίμος. Η Καλαμάτα, μεσαιωνική ονομασία τής αρχαίας πόλης Φεραί, πήρε το όνομά της από ένα παλιό βυζαντινό μοναστήρι τής περιοχής, την Παναγία την Καλομάτα απ' όπου το Καλαμάτα (με αφομοίωση τού -ο- σε -α-).

Ενίοτε η ετυμολογία μιας λέξης εμφανίζει την αμηχανία μας για την αληθινή προέλευση μιας λέξης ή, άλλοτε, περίεργες συγκυρίες που καθορίζουν την ονομασία των λέξεων. Έτσι για την ετυμολογία τής λέξης καγκουρό, που δηλώνει το γνωστό μαρσιπποφόρο θηλαστικό της Αυστραλίας, λέγεται ότι προήλθε από τη φράση των ιθαγενών (Aborigines) τής Αυστραλίας ka gouro, δηλ. «δεν ξέρω», με την οποία απάντησαν στον Άγγλο εξερευνητή J . Cook όταν τους ρώτησε πώς ονομάζουν αυτό το ζώο! Ενώ η ευαγγελική φράση «μη μου άπτου», την οποία είπε ο Χριστός προς τη Μαρία μετά την Ανάσταση («μη μου άπτου, ούπω γαρ αναβέβηκα προς τον πατέρα», Ιωάν. 20. 17), μια φράση που σήμαινε «μη με αγγίζεις», έφτασε —από παρερμηνεία ή συνειδητή μεταφορά— να σημαίνει τον υπερβολικά ευαίσθητο, τον ευπαθή ή τον μυγιάγγιχτο, που καμία σχέση δεν έχει με το δογματικό περιεχόμενο τής ευαγγελικής χρήσεως.

Κυριακή 12 Δεκεμβρίου 2010

Λεξιλογικοί «Νόστοι» ( ελληνικές λέξεις που ξενιτεύτηκαν και επέστρεψαν αγνώριστες,)

ελληνικές λέξεις που ξενιτεύτηκαν και επέστρεψαν αγνώριστες, όπως : πόζα, ταξί, μπουάτ, μαρμελάδα, γκλάμουρ, πέναλτι, πιάτσα, τζίρος, λαζάνια, κρετίνος, κουπόνι και πολλές πολλές άλλες

γράφει ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗΣ

Ο «νόστος», η επιστροφή στην πατρίδα (από το ρήμα νέομαι «επιστρέφω»), δεν χαρακτήρισε μόνο «τη γλυκιά προσμονή τής επιστροφής στην πατρίδα» που κατέληξε στο νόστιμος, αλλά έδωσε και «τον ψυχικό πόνο που γεννάει αυτή η προσμονή», τη νοσταλγία. Και ήταν μάλιστα οι Γάλλοι που κατέφυγαν στις ελληνικές λεξιλογικές πηγές, πλάσσοντας πρώτοι αυτοί το άλγος τού νόστου, το nostalgie. Ετσι, από άλλο δρόμο, η λέξη επέστρεψε στη «λεξιλογική πατρίδα» της.
Η επιστροφή μιας λέξης ως δανείου στη γλώσσα από την οποία ξεκίνησε χαρακτηρίζεται ως αντι-δάνειο, ως επιστροφή δανείου, ως επιστροφή μιας λέξης στη γλώσσα στην οποία γεννήθηκε. Από τις πιο αποκαλυπτικές διαδικασίες λειτουργίας τής γλώσσας στο πεδίο συνάντησης των λαών και των πολιτισμών είναι τα αντιδάνεια. Συνιστούν μαρτυρίες τής περιπέτειας στη ζωή των λέξεων και μαζί παραδείγματα τού πόσο αυτά τα κατεξοχήν πνευματικά δημιουργήματα, που είναι οι λέξεις, εξελίσσονται εννοιολογικά περνώντας από γλώσσα σε γλώσσα, από λαό σε λαό, για να ξαναγυρίσουν συχνά στον τόπο καταγωγής τους πραγματοποιώντας έτσι τον «λεξιλογικό νόστο» τους.
Ποιος περίμενε λ.χ. ότι η σχολαστικότατη έννοια που δηλώνει η αρχαία ελληνική λέξη γραμματική θα επέστρεφε μετά από αιώνες στη σημερινή ελληνική γλώσσα ως γκλάμουρ! Με συνήθη γέφυρα τη λατινική γλώσσα η λέξη πέρασε από τα Ελληνικά στα παλαιά Γαλλικά κι από κει στην παλαιά Αγγλική, όπου η αρχική σημασία «γραμματική», ως γνώση των ολίγων μορφωμένων, πήρε τον χαρακτήρα «τής απόκρυφης γνώσης» και, κατ΄ επέκταση, «τής μαγείας», για να εξελιχθεί μέσω τής Σκωτικής (glammar) στη σημασία «μαγική ομορφιά» (19ος αι.) και κατόπιν- με τη μορφή glamour- σε «γοητεία, αίγλη» με την οποία και επανήλθε στην Ελληνική.
Μια άλλη ενδιαφέρουσα εξέλιξη είχε η αρχαία ελληνική λέξη ποινή. Μέσω πάλι τής Λατινικής και τής παλαιάς Νορμανδικής, το ελληνικό ποινή κατέληξε στο αγγλ. penalty, για να επιστρέψει (ως αντιδάνειο) στην Ελληνική ως πέναλτι, όρος στο ποδόσφαιρο!
Δεν «θα ΄κοβε το κεφάλι του» κανείς ότι το ιταλικότατο πιάτσα δεν μπορεί να έχει σχέση με Ελληνικά; Ε, λοιπόν, το πιάτσα ξεκίνησε από το (ήδη αρχαίο) ελληνικό πλατεία (ενν. οδός ), θηλ. τού επιθέτου πλατύς, μέσω τού λατιν. platea («φαρδύς δρόμος» μέσα στην πόλη), πέρασε στην Ιταλική ως piazza (αρχικά plaza), απ΄ όπου ήδη στα μεσαιωνικά χρόνια επέστρεψε στην Ελληνική ως πιάτσα.
Η έκπληξη κορυφώνεται στην προέλευση τής λ. γόνδολα. Μεταφράζω τι γράφεται σχετικά στο εγκυρότερο λεξικό τής Αγγλικής, στο Random Ηouse Webster΄s College Dictionary, λήμμα gondola: «[εισήλθε στην Αγγλική το] 1540-50 από την Ιταλική, που πάει πίσω στα Βενετσιάνικα, πιθανόν από μεσαιωνικό ελληνικό κοντούρα «μικρό ακτοπλοϊκό σκάφος», θηλ. τού επιθ. κόντουρος «κοντός, κυριολ. σκάφος με ουρά» από το όψιμο ελληνικό κοντός + ελλ. -ουρος από το ελλην. ουρά ». Σκάφος, λοιπόν, με κοντή ουρά η ιταλ. gondola (γόνδολα) ξαναγύρισε στην Ελληνική ως γόνδολα!
Κι επειδή δεν νοείται καλοκαίρι χωρίς το γαλλικότατο πλαζ (γαλλ. plage), ας παρακολουθήσουμε την ετυμολογία τής λέξης. Ηλθε από το γαλλ. plage, δάνειο από ιταλ. piaggia «πλαγιά-ακρογιαλιά», που προήλθε από μεσαιωνικό λατινικό plagia «επικλινές έδαφος», το οποίο ανάγεται στο αρχ. ελλην. πλάγια (τα), «πλευρές» (κυρίως στρατιωτικός όρος), ουδ. τού επιθ. πλάγιος.
Και βέβαια δεν νοείται καλοκαίρι χωρίς τουρισμό και τουρ (ομόρριζα τα τουρνέ και τουρνουά ). Αλλά πόσο γνωστό είναι στους μη ειδικούς ότι όλες αυτές οι γαλλικές λέξεις (tour, tourisme, tourn e, tournoi) που πέρασαν στην Ελληνική (στην Αγγλική και σε άλλες γλώσσες) είναι προϊόν δανεισμού από την ελλην. λέξη τόρνος. Αυτή η αρχαία ελλην. λέξη, μέσω πάλι τής Λατινικής (tornus και ρ. tornare «γυρίζω τον τροχό, τον τόρνο»), έδωσε το γαλλ. tourner «περιστρέφω, γυρίζω» απ΄ όπου το tour. Ετσι ο τόρνος επέστρεψε στην Ελληνική ως τουρ.
Ο κατάλογος τέτοιων λέξεων (αντιδανείων) είναι μακρός και ο σχολιασμός θα έπαιρνε πολλές σελίδες. Εδώ θα δώσω μερικές νύξεις μόνο. Θα αναφέρω ότι το γάμπα και το ζαμπόν ξεκίνησαν από το ελλην. καμπή! Το γαρύφαλλο από το καρυόφυλλο, ο τζίρος από το γύρος, το μασίφ από το μάζα , το κάλμα από το καύμα, ο καναπές από το κωνώπιον ( κώνωψ ), το κανόνι από το κάννη, το καντίνα από το κανθός, το κορδόνι από το χορδή, το κουπόνι από το κόλαφος ( κόλαφος – όψιμο λατ. colaphus- παλ. γαλλ. colp – coup ), το κρετίνος από το Χριστιανός , τα λαζάνια από το αρχ. λάσανον («τρίποδας ως βάση αγγείων και δοχείων»), το λατέρνα από το λαμπτήρ , η μάντολα από το αμύγδαλο, η μαρμελάδα από το μελίμηλο, το μπαρούτι από το πυρίτις, τα μπόρα και μπουρίνι από το βορράς, τα μπαλλέτο – μπάλλος από το αρχ. βαλλίζω, το μπουάτ από το πυξίς («κουτί»), το μπουτίκ από το αποθήκη, ο συνδικαλισμός από το σύνδικος, το ταξί από το ταξίμετρο, το σενάριο από το σκηνή, η πόζα από το παύσις κ.λπ. Αυτά είναι μερικά ενδεικτικά μόνο παραδείγματα.
Επειδή υπάρχει κίνδυνος να σκεφθεί κανείς πως πρόκειται για «φτειαχτές ετυμολογίες» (παρετυμολογίες) κατά το πρότυπο τού Ελληνα πατέρα τής Βαρδάλου στο «Γάμος α λα Ελληνικά»!…-, σπεύδω να διασαφήσω ότι τα παραδείγματα προέρχονται από τον χώρο τής επιστημονικής ετυμολογίας και βρίσκονται σε όλα τα αξιόπιστα ετυμολογικά λεξικά ή ερμηνευτικά λεξικά με ετυμολογία. Για όσες λέξεις έχουν σχέση με την Αγγλική μια πρόχειρη ματιά στο Λεξικό που ανέφερα (Random Ηouse- Webster) ή άλλα συναφή Λεξικά θα πείσει τον αναγνώστη περί τής αληθείας των λεγομένων.