Σελίδες


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου 2014

Έλλη Λαμπέτη- αφιερωμα


“Η Έλλη έκανε πάντα κάτι αναπάντεχο”, λέει ο Κουν. Από ένα τέτοιο αναπάντεχο θα γεννηθεί το 1946 μια στιγμή που θα περάσει στην ιερή Μυθολογία του θεάτρου μας.
Ήταν μια σκηνή στον “Γυάλινο κόσμο” όπου η Λάουρα σβήνει το κερί, δίπλα στον κοιμισμένο αδελφό της: “Μια ποιητική στιγμή!” Πώς να κάνεις όμως ποίηση, όταν πρέπει να φουσκώσεις τα μάγουλά σου για να φυσήξεις; Η Έλλη αποφάσισε να λύσει τον γρίφο, χωρίς να πει τίποτε στον Κουν. Κάθε βράδυ που γύριζε στην οδό Ασκληπιού, κλεινόταν μόνη της στην κουζίνα, άναβε ένα σπαρματσέτο και προσπαθούσε να το σβήσει ποιητικά:
“Τελικά βρήκα τον τρόπο. Έπρεπε το στόμα μου να είναι ακριβώς απέναντι στο σπαρματσέτο – η ανάσα μου να σημαδεύει τη φλόγα. Μου πήρε ένα μήνα, αλλά τα κατάφερα! Έμαθα να σβήνω το κερί με μιαν ανάσα”.
Όλα αυτά για μια σκηνή που κρατούσε όλα κι όλα δέκα δευτερόλεπτα! Άξιζε όμως τον κόπο. Ένα βράδυ μπαίνει στο θέατρο ο Άγγελος Σικελιανός – περίπου τυχαία. Θα ξανάρθει άλλες δέκα φορές:
“Έρχομαι για να καταλάβω πώς σβήνει τα κεριά το κορίτσι αυτό” λέει ο Σικελιανός. “Είναι το πιο ποιητικό πράμα που είδα ποτέ μου”.
 ΦΡΕΝΤΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣ “ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ”
Εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ

 Η Έλλη Λαμπέτη λέει το εκφραστικότερο “Σ’ αγαπώ” στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου


μαρτυρίες για την Έλλη Λαμπέτη:
Την Έλλη τη γνώρισα στη σχολή της Μαρίκας Κοτοπούλη. Τον καιρό της Κατοχής. Τα μαθήματα γίνονταν στο σπίτι της κυρίας Μαρίκας και στο θέατρο Ρεξ. Η Κοτοπούλη είχε πει σ’ όλους τους μαθητές, όποιος θέλει, πέρα από τις τακτές ημέρες και ώρες των μαθημάτων, να πηγαίνει στο σπίτι της και να κάνει πρόβες στα θεατρικά κείμενα που μας είχε μοιράσει. Σ’ αυτές τις επισκέψεις οι πιο τακτικές ήμασταν η Έλλη κι εγώ. Κι όχι απλώς τακτικές, πηγαίναμε κάθε μέρα. Και το χαιρότανε η Μαρίκα. Μας είχε δώσει Ηλέκτρα και Εκάβη. Κι έκανα εγώ Εκάβη κι η Έλλη Πολυξένη. Αλλά τι Πολυξένη ήταν αυτή! Η Έλλη ήταν συγκλονιστική. Η Μαρίκα συγκλονίζονταν από την Έλλη και την ερμηνεία της. Τέλειωνε η Έλλη και γινόταν ένα μικρό διαλειμματάκι, μια παυσούλα μικρή κι ακουγόταν η Μαρίκα: «μπράβο σου, παιδί μου!… μπράβο πουλάκι μου, καρδούλα μου!»
ΟΛΥΜΠΙΑ ΠΑΠΑΔΟΥΚΑ
από την εκπομπή του Φ. Γερμανού

Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2014

Aνθολόγιο αυτοβιογραφικών κειμένων-Ανδρέας Λασκαράτος: μόνος σε ένα σκοτεινό δρόμο


ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΑΣΚΑΡΑΤΟΣ
Γεννήθηκα την 1/13 Μαΐου 1811 στο Ληξούρι της Κεφαληνίας και τα παιδικά μου χρόνια ήταν εκείνα ενός κακομαθημένου παιδιού, γιατί ήμουνα τότε μοναχοπαίδι στην οικογένεια. Από τον πατέρα μου, κατά τα άλλα, άνθρωπο συνετό και τίμιο, έλαβα πάντοτε διδασκαλίες και παραδείγματα της πιο υγιούς, της πιο αυστηρής ηθικής.
    Μέχρις ότου έμεινα στο Ληξούρι είχα πάντα δασκάλους, αλλά δασκάλους χωρίς αξία και η απόδοση μου ήταν μηδέν ή σχεδόν μηδέν.
    Όταν έγινα λίγο μεγαλούτσικος, ίσως δώδεκα χρόνων, ο θειος μου κόντες Δελλαδέτσιμας με πήρε μαζί του στο Αργοστόλι στο σπίτι του, για να με μορφώσει. Τότε άρχισα να έχω καλούς δασκάλους: κάποιον Ιωάννη Βαπτιστή Bartolocci για την ιταλική γλώσσα, και αργότερα τον Νεόφυτο Βάμβα, εξοχότατο καθηγητή της αρχαίας ελληνικής γλώσσας και φιλολογίας.
    Όταν ο πατέρας μου και ο  θείος μου ενέργησαν να με βγάλουν από το ιταλικό σχολείο για να με βάλουν στο ελληνικό, έτυχε να έχω και εγώ μια θέληση, αλλά μια θέληση αντίθετη από τη δική τους. Επειδή οι δικοί μου δεν έδωσαν σημασία σ' αυτό που εκείνοι ονόμαζαν παιδιάρισμα, δήλωσα ότι σε κείνο το σχολείο δε θα μάθαινα ποτέ τίποτα και δυστυχώς κράτησα το λόγο μου.
    Στου Βάμβα δεν έκανα με ευχαρίστηση τις ασκήσεις καλλιγραφίας γιατί με αυτές διασκέδαζα να συγχέω το δάσκαλο. Ο Βάμβας δε με υποχρέωνε να κρατώ τετράδια για την καλλιγραφία, αλλά έσκιζε κάθε φορά ένα κομμάτι χαρτί όπου έγραφε τρεις ή τέσσερις γραμμές και μου το έδινε να κάνω αντιγραφή. Τώρα, η ευκολία μου να μιμούμαι τους άλλους ήταν τέτοια, που, κόβοντας και εγώ ένα κομμάτι χαρτί όπως εκείνο του δασκάλου και κάνοντας ένα πανόμοιο με αυτό, ευχαριστιόμουνα να βλέπω ότι ο Βάμβας δεν ήξερε ποτέ να ξεχωρίσει το δικό του. «Καλά» μου έλεγε κάθε φορά «ποιο είναι το δικό μου;» Όποιο από τα δύο και να του έδινα, εκείνο έπαιρνε για δικό του.
    Αυτό το δώρο της φύσης, πολύτιμο στα χέρια ενός κατεργάρη, σε μένα δε χρησίμεψε αργότερα παρά στο να φοβίζω τους φίλους και γνωστούς κάθε φορά που στα γραφτά μου παρουσίαζα το χαρακτήρα τώρα του ενός τώρα του άλλου.

Σάββατο 3 Μαΐου 2014

Ερνέστος Τσίλλερ (Ernst Ziller)

ο Ερνέστος Τσίλλερ (1837-1923) αποτελεί για τη νεοελληνική αρχιτεκτονική ένα ιδιαίτερα σημαντικό κεφάλαιο. Το αρχιτεκτονικό του έργο, που εκτείνεται χρονικά στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου, χαρακτηρίζεται από δημιουργική πνοή και από αίσθηση καλλιτεχνικής ελευθερίας.
Η ζωή και το έργο του.
Γεννήθηκε στις 22 Ιουνίου 1837 στο Oberloessnitz της Σαξωνίας. Το 1855 γίνεται δεκτός στην Βασιλική Σχολή της Αρχιτεκτονικής του Πολυτεχνείου της Δρέσδης απ' όπου αποφοιτά το 1858. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του εργάζεται για ένα διάστημα στη Βιέννη στο γραφείο του Δανού αρχιτέκτονα Θεόφιλου Χάνσεν. Η γνωριμία μαζί του θα καθορίσει την καριέρα του. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1861, ο Τσίλλερ φθάνει στην Αθήνα ως εκπρόσωπος του Χάνσεν και αναλαμβάνει την επίβλεψη της κατασκευής της Ακαδημίας Αθηνών.
Γρήγορα εντάσσεται στην αθηναϊκή κοινωνία και εγκαθίσταται στην Ελλάδα. Παντρεύεται Ελληνίδα δημιουργεί οικογένεια και παραμένει στη χώρα μέχρι τον θάνατό του το Νοέμβριο του 1923. Στα πρώτα χρόνια της παραμονής του στη χώρα ο Τσίλλερ περιοδεύει την Ελλάδα για να γνωρίσει τους αρχαιολογικούς της θησαυρούς. Μετά την έξωση του Όθωνα τα έργα στην Ακαδημία διακόπτονται και ο Τσίλλερ θα επιστρέψει για ένα μικρό διάστημα στη Βιέννη.
Το 1868 επανέρχεται στην Ελλάδα. Το 1872 διορίζεται καθηγητής στο Σχολείο των Τεχνών, τον πρόδρομο του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Οι παραγγελίες έρχονται η μια μετά την άλλη. Ο Τσίλλερ έχει πια καθιερωθεί. Η εύνοια του βασιλέως και η ανάθεση σ΄ αυτόν της μελέτης των θερινών ανακτόρων στο Τατόι, στους Πεταλιούς και αργότερα του ανακτόρου του Διαδόχου προσελκύει όπως είναι φυσικό πλήθος μεγαλοαστών που του αναθέτουν τα μέγαρά τους ή τις εξοχικές τους επαύλεις. (Τα Μέγαρα Σλήμαν, Σταθάτου, Πεσματζόγλου, οι επαύλεις των Θων, Συγγρού κ.α. είναι έργα δικά του). Παράλληλα σχεδιάζει σειρά δημοσίων και δημοτικών κτιρίων και ναών. Μικρό μόνο τμήμα της επαγγελματικής του δραστηριότητας αποτελούν το Εθνικό (Βασιλικό) Θέατρο της Αθήνας, τα θέατρα της Πάτρας και της Ζακύνθου (κατεδαφισμένα), το Μουσείο της Ολυμπίας, το Χημείο, η Αγορά του Πύργου, ο ναός του Αγίου Λουκά Πατησίων, ο Ναός της Φανερωμένης στο Αίγιο. Μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει ακόμα δυνατή η πλήρης καταλογογράφηση του συνόλου του έργου του.

Κυριακή 7 Ιουλίου 2013

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ - Νίκος Ξυλούρης ή Ψαρονίκος, ο αρχάγγελος της Κρήτης - ( 7 /07-1936 - 8 /02 -1980)


Ελένη Κεφαλληνού
Βιογραφία | Νίκος Ξυλούρης ή Ψαρονίκος, ο αρχάγγελος της Κρήτης - See more at: http://www.tralala.gr/mousikes-biogrfies-nikos-ksulourhs-h-psaronikos-o-arxaggelos-ths-krhths/#sthash.2t3DSz3m.dpuf

 ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΚΕΦΑΛΛΗΝΟΥ

Ο Νίκος Ξυλούρης ή Ψαρονίκος, (7 Ιουλίου 1936 – 8 Φεβρουαρίου 1980) γεννήθηκε το 1936, στο ορεινό χωριό Ανώγεια του Ρεθύμνου της Κρήτης από οικογένεια με μουσική παράδοση και πολλούς λυράρηδες.
Η ημερομηνία γέννησης του δεν είναι ακριβής γιατί το φθινόπωρο του 1941 το χωριό Ανώγεια καταστράφηκε και μαζί του καταστράφηκαν και τα χαρτιά όλων των κατοίκων του χωριού. Έτσι χάθηκαν και χαρτιά του Νίκου Ξυλούρη με αποτέλεσμα να αμφισβητείται η ημερομηνία γέννησης του.
Στα πέντε του χρόνια, όταν οι Γερμανοί έκαψαν το χωριό του, ξεριζώθηκε από τον τόπο του μαζί με τους υπόλοιπους κατοίκους, οι οποίοι μεταφέρθηκαν σε χωριό της επαρχίας Μυλοποτάμου όπου παρέμειναν μέχρι και την απελευθέρωση της Κρήτης. Αδέλφια του είναι οι επίσης γνωστοί μουσικοί της κρητικής μουσικής ο Αντώνης Ξυλούρης (Ψαραντώνης) και ο Γιάννης Ξυλούρης (Ψαρογιάννης) .
Η οικογένεια του Ξυλούρη ήταν φτωχή και γενικά τα χρόνια εκείνα του 1930 ήταν δύσκολα για τους Ανωγιανούς. Λίγο το λάδι, λίγο το ψωμί, ο τόπος ξερός για να φυτέψεις, να ποτίσεις και το χωριό εντελώς κατεστραμμένο. Σ’ αυτή τη γωνιά της γης ο Νίκος Ξυλούρης κάνει τα πρώτα του βήματα.
Η λύρα
Σε νεαρή ακόμα ηλικία με τη βοήθεια του δασκάλου του κατάφερε να πείσει τον πατέρα του να του αγοράσει την πρώτη του λύρα και πολύ γρήγορα άρχισε να παίζει σε γάμους και πανηγύρια. Στα 17 του αποφάσισε να μετακομίσει στο Ηράκλειο και έπιασε δουλειά στο νυχτερινό κέντρο “Κάστρο”. Τα πράγματα όμως δεν ήταν όπως τα περίμενε γιατί βρέθηκε αντιμέτωπος με τη “μόδα” της Ευρωπαϊκής μουσικής, κάτι τελείως ξένο για αυτόν καθώς επίσης και τους μεγάλους λυράρηδες που δεν τον έβλεπαν με καλό μάτι. Τα οικονομικά του δεν πήγαιναν καλά, οι καλοί φίλοι όμως που είχε αποκτήσει στο Ηράκλειο τον βοηθούν οργανώνοντας γλέντια. Έτσι ο Νίκος σιγά -σιγά άρχισε να γίνεται γνωστός στο ευρύ κοινό και να κερδίζει όλο και πιο πολλά χρήματα, βέβαια δεν δούλευε μόνο για τα χρήματα και όπου δεν είχαν να τον πληρώσουν καθόταν με το παραπάνω λέγοντας : “Αυτοί έχουν περισσότερη ανάγκη για να γλεντήσουν”.. Τα έσοδα του μόλις και μετά βίας έφταναν να τον συντηρήσουν και πέρασε δύσκολες εποχές.